Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοψηλάφηση [αὐτοψηλάφηση] αυ-το-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοψηλάφιση: ΙΑΤΡ. αυτοεξέταση μερών του σώματος με ψηλάφηση, συνήθ. για πρόληψη ασθενειών: περιοδική/συχνή ~ του μαστού. Κάνω ~. Βλ. αυτο-διάγνωση, -εξέταση. [< γαλλ. autopalpation, 1978]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.