Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αυτοψηλάφηση [αὐτοψηλάφηση] αυ-το-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοψηλάφιση: ΙΑΤΡ. αυτοεξέταση μερών του σώματος με ψηλάφηση, συνήθ. για πρόληψη ασθενειών: περιοδική/συχνή ~ του μαστού. Κάνω ~. Βλ. αυτο-διάγνωση, -εξέταση. [< γαλλ. autopalpation, 1978]