Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αφαλός [ἀφαλός] α-φα-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. ομφαλός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. άξονας, κεντρικό σημείο ή εγκοπή: ~ κλειδαριάς/τροχού. ● ΦΡ.: μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο (προφ.): γέλασα, φοβήθηκα υπερβολικά. [< μεσν. αφαλός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.