Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αφεντικό [ἀφεντικό] α-φε-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. αφεντικίνα} 1. (οικ.) διευθυντής, προϊστάμενος, ιδιοκτήτης μικρής συνήθ. επιχείρησης: Ζήτησε αύξηση από το ~ του. Πβ. εργοδότης.|| Πού είναι η αφεντικίνα (= η σύζυγος του ~ού ή η διευθύντρια).|| (ειδικότ.) Ο σκύλος ακολούθησε το ~ του (= τον κύριό του). 2. (γενικότ.) αυτός που εξουσιάζει, που ασκεί εξουσία: Ποιος είναι το ~ εδώ μέσα; Η ομάδα ήταν το απόλυτο ~ της αναμέτρησης (= κυρίαρχος). Δεν θέλει να έχει ~ στο κεφάλι του (πβ. έχω (κάποιον) πάνω από το κεφάλι μου).|| (ως προσφών. που εκφράζει σεβασμό) Τι κάνεις ~;|| (στον πληθ. με αρνητ. συνυποδ.) Ντόπια και ξένα ~ά. Τα μεγάλα ~ά του πλανήτη. Πβ. αφέντης, μπος. [< μεσν. αφεντικός]