αφομοιώνω [ἀφομοιώνω] α-φο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αφομοίω-σα, αφομοιώ-σει, -θηκε, αφομοιω-θεί, -μένος} 1. (μτφ.) κάνω κτήμα μου, αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς μου ή του συνόλου στο οποίο ανήκω: ~ το μάθημα/μια ξένη γλώσσα (= κατακτώ, μαθαίνω)/πολιτιστικά στοιχεία/τη διδαχθείσα ύλη. Μια κοινωνία ~ει τους μετανάστες (= ενσωματώνει, εντάσσει). Όταν κοιμόμαστε, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και ~ει όσα έμαθε. ~μένες: γνώσεις/επιρροές/λέξεις (ΑΝΤ. αναφομοίωτος). Πβ. εμπεδώνω.2. μετατρέπω τα προϊόντα της πέψης των τροφών σε χημικές ουσίες των ιστών του σώματος: Το ασβέστιο/η πρωτεΐνη/ο σίδηρος ~εται (= απορροφάται) από τον οργανισμό. Τα φρούτα απαιτούν μικρή ποσότητα ενέργειας για να ~θούν (= χωνευτούν).3. ΓΛΩΣΣ. (συνήθ. μεσοπαθ.) υφίσταμαι αφομοίωση: Στη λέξη συγγνώμη (συν + γνώμη) το "ν" ~εται από το "γ". [< αρχ. ἀφομοιῶ ‘καθιστώ όμοιο, απεικονίζω, συγκρίνω’, γαλλ. assimiler]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.