Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αφομοιώνω [ἀφομοιώνω] α-φο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αφομοίω-σα, αφομοιώ-σει, -θηκε, αφομοιω-θεί, -μένος} 1. (μτφ.) κάνω κτήμα μου, αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς μου ή του συνόλου στο οποίο ανήκω: ~ το μάθημα/μια ξένη γλώσσα (= κατακτώ, μαθαίνω)/πολιτιστικά στοιχεία/τη διδαχθείσα ύλη. Μια κοινωνία ~ει τους μετανάστες (= ενσωματώνει, εντάσσει). Όταν κοιμόμαστε, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και ~ει όσα έμαθε. ~μένες: γνώσεις/επιρροές/λέξεις (ΑΝΤ. αναφομοίωτος). Πβ. εμπεδώνω. 2. μετατρέπω τα προϊόντα της πέψης των τροφών σε χημικές ουσίες των ιστών του σώματος: Το ασβέστιο/η πρωτεΐνη/ο σίδηρος ~εται (= απορροφάται) από τον οργανισμό. Τα φρούτα απαιτούν μικρή ποσότητα ενέργειας για να ~θούν (= χωνευτούν). 3. ΓΛΩΣΣ. (συνήθ. μεσοπαθ.) υφίσταμαι αφομοίωση: Στη λέξη συγγνώμη (συν + γνώμη) το "ν" ~εται από το "γ". [< αρχ. ἀφομοιῶ ‘καθιστώ όμοιο, απεικονίζω, συγκρίνω’, γαλλ. assimiler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.