Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αχαμνά [ἀχαμνά] α-χα-μνά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): τα ανδρικά γεννητικά όργανα. Πβ. όρχεις. Βλ. αμελέτητα.

αμελέτητα

αμελέτητα[ἀμελέτητα] α-με-λέ-τη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-ευφημ.): όρχεις σφαγίων και ιδ. κατ' επέκτ. ο σχετικός μεζές: γλυκάδια/συκωτάκια και ~.|| (συνεκδ., τα αχαμνά:) Τον κλότσησε στα ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.