Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αχτίδα [ἀχτίδα] α-χτί-δα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λογοτ.): ακτίνα: ~ αισιοδοξίας/ελπίδας. Μια ~ φωτός στο σκοτάδι του πολέμου. Βλ. ηλι~. [< μεσν. αχτίδα]