Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • βάζο βά-ζο ουσ. (ουδ.): δοχείο με διακοσμητική ή χρηστική λειτουργία: γυάλινο/κρυστάλλινο/πήλινο/πορσελάνινο ~ με λουλούδια (= ανθοδοχείο).|| ~ με γλυκό του κουταλιού/με μαρμελάδα/με μέλι. ~α συντήρησης τροφίμων (βλ. τάπερ). ● Υποκ.: βαζάκι (το) [< μεσν. βάζο]
  • βαζοπρεσίνη βα-ζο-πρε-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντιδιουρητική ορμόνη. Βλ. υπόφυση, -ίνη. [< αγγλ. vasopressin, 1927, γαλλ. vasopressine, περ. 1950]

υπόφυση

υπόφυση[ὑπόφυση] υ-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μικρού μεγέθους ενδοκρινής αδένας στη βάση του εγκεφάλου, ο οποίος εκκρίνει ορμόνες που ελέγχουν άλλους αδένες και επιδρά στη σκελετική ανάπτυξη, τη γεννητική ωρίμανση και τον γενικό μεταβολισμό: αδένωμα/όγκοι/υπολειτουργία της ~ης. Οπίσθιος λοβός της ~ης (= νευροϋπόφυση)/πρόσθιος λοβός της ~ης (= αδενοϋπόφυση). [< μτγν. ὑπόφυσις, αγγλ. hypophysis, γαλλ. hypophyse, γερμ. Hypophyse]