Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βάζω βά-ζω ρ. (μτβ.) {έβαλα, βάλει, βάλ-θηκα (συνήθ. στο γ' πρόσ.), βαλ-θεί, -μένος, βάζ-οντας} & (λαϊκό) βάνω 1. μετακινώ κάτι σε συγκεκριμένη θέση και το αφήνω εκεί: ~ το βιβλίο στην τσάντα. ~ το μαχαίρι δίπλα στο πιρούνι. Έβαλε το αυτοκίνητο στο γκαράζ (= πάρκαρε)/την κατσαρόλα στο μάτι (της κουζίνας)/τα χέρια στις τσέπες. Βάλ' το εκεί/όρθιο/ν’ ακουμπάει στον τοίχο. Δεν μπορώ να θυμηθώ πού έχω βάλει τα κλειδιά μου. Χαρτιά ~μένα το ένα πάνω στο άλλο. ΣΥΝ. (εναπο)θέτω, τοποθετώ. ΑΝΤ. βγάζω. Βλ. ξανα~. 2. προσθέτω κάτι κάπου ή το μετακινώ σε ορισμένη θέση, προκειμένου να το αξιοποιήσω: ~ βενζίνη στο αυτοκίνητο (: για να κινείται)/κόλλα στο σπασμένα κομμάτια (: για να κολλήσουν)/ετικέτες στα τετράδια/κουρτίνες στα παράθυρα (πβ. κρεμώ)/σιδεράκια στα δόντια (: για να ισιώσουν). Ξέχασε να βάλει ζάχαρη στον καφέ/λάδι στη σαλάτα (= να ρίξει).|| ~ διαλυτικά/τόνο σε μια λέξη (= σημειώνω). Βάλε τον κωδικό (= γράψε, πληκτρολόγησε)/μια εικόνα στο κείμενο (πβ. ενσωματώνω).|| (μτφ.) Βάλτε αγάπη/γέλιο/χρώμα στη ζωή σας. Πβ. συμπεριλαμβάνω. 3. συντελώ ώστε κάποιος να πάει, με εντολή ή πρωτοβουλία δική μου ή άλλου, σε ορισμένη θέση και να μείνει εκεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: Τον έβαλαν στο νοσοκομείο (= εισήχθη, νοσηλεύτηκε)/(στη) φυλακή (= τον έκλεισαν)/στο ψυχιατρείο (πβ. εγκλείω). ΣΥΝ. μπήκε.|| Τον έβαλε κρυφά στο σπίτι (πβ. μπάζω).|| Δεν τον ~ουν στην παρέα τους (= δεν τον εντάσσουν).|| Η δασκάλα τον έβαλε στο πρώτο θρανίο.|| (για παίκτη) Τον έβαλε βασικό/μέσα στο β' ημίχρονο (ενν. ο προπονητής). 4. οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Με ~εις (= φέρνεις) σε δύσκολη θέση. Τον έχουν βάλει σε καραντίνα (= τον έχουν θέσει, έχει μπει). Συγγνώμη αν σας έβαλα σε κόπο.|| ~ει τη ζωή του σε μεγάλο κίνδυνο (= θέτει).|| (μτφ.) Εικόνες που σε ~ουν σε έναν κόσμο μαγικό (= σε μεταφέρουν). 5. αναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι: Τους ~ουν να δουλεύουν μέρα-νύχτα. Τον έβαλαν (με το ζόρι) να καθαρίσει/να φυλάει τσίλιες. (προφ.) Λέγε! Ποιος σε έβαλε να το κάνεις; 6. επιβάλλω ή αναθέτω κάτι σε κάποιον, ορίζω: Έχουν βάλει εισιτήριο/κανόνες/όρους. Του έβαλαν πρόστιμο.|| Πρέπει να βάλουμε προτεραιότητες/στόχους (: να θέσουμε).|| (σε εξετάσεις:) Τι ασκήσεις/ερωτήσεις σας έβαλαν; Τους έβαλαν εύκολα/δύσκολα (ενν. θέματα, πβ. έπεσαν, μπήκαν).|| Μας έβαλε (= γράψαμε) διαγώνισμα (ενν. ο καθηγητής).|| (σε νοσοκομειακό γιατρό) Πότε σε έχουν βάλει εφημερία;|| Έβαλε και έβαψαν το σπίτι (: κάλεσε ελαιοχρωματιστή).|| Τον έβαλαν επικεφαλής/υπεύθυνο.|| Ποιον δικηγόρο έχεις βάλει (: σε ποιον έχεις αναθέσει την υπόθεση); 7. φορώ: ~ τα γάντια/τα γυαλιά/τη ζώνη/τις κάλτσες/τα παπούτσια/τα ρούχα μου (ΑΝΤ. βγάζω). Έβαλε κάτι πρόχειρο/τα καλά του και βγήκε έξω. Τι λες να βάλω; Στραβά ~μένο καπέλο. Πβ. ντύνομαι.|| (για καλλυντικά:) ~ άρωμα/κραγιόν/κρέμα/μάσκαρα/μέικ απ/σκιές.|| Του έβαλαν χειροπέδες (= τον συνέλαβαν).|| ~ θερμόμετρο. 8. θέτω σε λειτουργία (συσκευή): Βάλε (= άναψε/άνοιξε) το αιρκοντίσιον/την τηλεόραση. ΑΝΤ. κλείνω.|| Έβαλε τη μουσική δυνατά/στη διαπασών/στο τέρμα. Βάλε λίγο φωνή (= δυνάμωσε την ένταση)!|| Βάλε το ρολόι μια ώρα μπροστά/να χτυπήσει στις ... (= ρύθμισέ το).|| (αποκτώ σύνδεση) Έβαλε ίντερνετ. Δεν έχουν βάλει ακόμα νερό/ρεύμα/τηλέφωνο. 9. συνεισφέρω συνήθ. συγκεκριμένο χρηματικό ποσό: Έβαλαν από κοινού για να του πάρουν δώρο (ενν. λεφτά). ~ τα φαγητά, ~εις τα ποτά;|| Έβαλε από την τσέπη του (= πλήρωσε με δικά του χρήματα).|| Βάλτε τώρα που γυρίζει (= ποντάρετε)!|| Έβαλε χρήματα στην επιχείρηση (= έριξε, επένδυσε)/λεφτά στην τράπεζα (= κατέθεσε). Τα ~ει σε ομόλογα/στο Χρηματιστήριο (ενν. τα κεφάλαιά του). 10. ξεκινώ να κάνω κάτι, ενεργοποιώ συγκεκριμένη λειτουργία, αρχίζει να γίνεται κάτι: ~ μπουγάδα/πλυντήριο (= πλένω). ~ να μαγειρέψω/το φαγητό. Βάλε το νερό να βράσει.|| (για τηλέφωνο:) ~ απόκρυψη/την κλήση σε αναμονή. Έβαλε το σιντί να παίζει.|| (στο αυτοκίνητο:) ~ την πρώτη (ενν. ταχύτητα)/χειρόφρενο (= το σηκώνω). Το έβαλε στο νεκρό.|| (στο γ' εν., απρόσ.) Έβαλε ήλιο (ενν. ο καιρός· ΣΥΝ. έβγαλε)/διαφημίσεις (ενν. ο τηλεοπτικός σταθμός· ΣΥΝ. έπαιξε). 11. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ τα γέλια (= γελώ)/τα κλάματα (= κλαίω)/την υπογραφή μου (= υπογράφω). Έβαλε μια φωνή (= φώναξε)/τις φωνές (= άρχισε να φωνάζει).|| Έβαλε στεφάνι (= στεφανώθηκε).|| Του ~ουν εμπόδια (= τον εμποδίζουν). Τον έβαλαν τιμωρία (= τον τιμώρησαν).|| ~ κάτι στο πρόγραμμα (= προγραμματίζω). Έβαλαν το σπίτι υποθήκη (= το υποθήκευσαν).|| Μου έβαλε (= με βαθμολόγησε με) άριστα/δέκα (ενν. βαθμό). 12. προσφέρω, σερβίρω: Μου ~εις λίγο νερό (: μου δίνεις, μου ρίχνεις στο ποτήρι); Τι να σας βάλω (να πιείτε);|| (προφ., συνήθ. σε ταβέρνα:) Βάλε μια σαλάτα (= πιάσε, φέρε)!|| Έβαλε στα παιδιά να φάνε. 13. λαμβάνω υπόψη μου, υπολογίζω (χονδρικά): Μόνο τη βενζίνη να βάλεις, θα ξοδέψουμε πολλά λεφτά. Βάλε την ώρα να ετοιμαστώ, βάλε την κίνηση, θα μου πάρει περίπου δύο ώρες. 14. πετυχαίνω: Έβαλε γκολ/καλάθι/τρίποντο. Πόσους πόντους έβαλε; Πβ. σκοράρω. ● ΦΡ.: βάζω κάτι/κάποιον πάνω από κάτι/κάποιον άλλο: θέτω κάτι/κάποιον ως πρώτη προτεραιότητα: ~ει τη δουλειά πάνω από τη διασκέδαση/την οικογένεια πάνω απ' όλα., βάλε-βγάλε: η επαναλαμβανόμενη διαδικασία του να βάζει και να βγάζει κάποιος κάτι: Καλή η κουκούλα του αυτοκινήτου, αλλά αυτό το ~ ~ το βαριέμαι. Βλ. πλύνε-βάλε., βάλθηκε να .../(το) έβαλε/έχει βάλει σκοπό να ... (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επιδιώκει, προσπαθεί επίμονα, είναι αποφασισμένος: Βάλθηκε να μας τρελάνει όλους/πάρει τη θέση πάση θυσία. Έχεις βαλθεί να με ξεκάνεις; Το έχει βάλει σκοπό να μας ταλαιπωρεί. Βλ. αμέτι-μουχαμέτι., έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα (προφ.): τον έχει ζημιώσει ή καταχρεώσει: Το μαγαζί που άνοιξε τον ~ ~. Βλ. είμαι/μπήκα μέσα., και βάλε (προφ.): και (πολύ) περισσότερο: Πρέπει να είναι πενήντα χρονών ~ ~., μου βάζεις δύσκολα: με φέρνεις αντιμέτωπο με δυσεπίλυτα ζητήματα., τα βάζω (με κάποιον/κάτι) 1. τον προκαλώ για διαμάχη, έρχομαι αντιμέτωπος μαζί του: Πήγαν να τα βάλουν με το μικρό παιδί. Μην τα ~εις μαζί του, γιατί είναι πιο δυνατός. 2. εκδηλώνω την οργή, την αγανάκτησή μου απέναντι σε κάποιον· του επιρρίπτω ευθύνες: Τα έχω βάλει με τον εαυτό μου που δεν κατάφερα να ..., (βάζει/μπήκε) στον γύψο/στο ψυγείο βλ. γύψος, (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο βλ. πόδι, (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο βλ. στόχαστρο, (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη βλ. σκέλια, άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος βλ. μέρος, βάζει (κάποιον) σε σκέψεις βλ. σκέψη, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του βλ. διάβολος, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, βάζει/μπαίνει λουκέτο βλ. λουκέτο, βάζει/μπαίνει πωλητήριο βλ. πωλητήριο, βάζω (κάποιον) σε κόπο βλ. κόπος, βάζω (κάποιον) σε/στα έξοδα βλ. έξοδα, βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα βλ. αίμα, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, βάζω (κάποιον/κάτι) (στο) σημάδι βλ. σημάδι, βάζω (κάποιον/κάτι) σε/στον κλήρο βλ. κλήρος, βάζω (κάποιον/κάτι) στη γωνία βλ. γωνία, βάζω (κάπου) το δάχτυλό/το δαχτυλάκι μου βλ. δάχτυλο, βάζω (κάτι) στη ζυγαριά βλ. ζυγαριά, βάζω (κάτι) στη/σε σειρά βλ. σειρά, βάζω γνώση βλ. γνώση, βάζω ένα (μικρό) πετραδάκι βλ. πετραδάκι, βάζω ιδέες (σε κάποιον)/βάζω (κάποιον) σε ιδέες βλ. ιδέα, βάζω και εγώ το χέρι/το χεράκι μου βλ. χέρι, βάζω και μένα(/σένα ...) μέσα βλ. μέσα, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες βλ. μπελάς, βάζω κατά μέρος βλ. μέρος, βάζω κάτι σε πράξη βλ. πράξη, βάζω κάτι στο στόμα μου βλ. στόμα, βάζω κάτι/κάτι μπαίνει στο ντουλάπι βλ. ντουλάπι, βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου βλ. λόγια, βάζω λόγια (σε κάποιον) βλ. λόγια, βάζω λυτούς και δεμένους βλ. λυτός, βάζω μια (άνω) τελεία βλ. τελεία, βάζω μπελά στο κεφάλι μου βλ. μπελάς, βάζω μπροστά/μπρος βλ. μπροστά, βάζω μυαλό/νιονιό βλ. μυαλό, βάζω νερό στο κρασί μου βλ. κρασί, βάζω πλώρη/ρότα βλ. πλώρη, βάζω πόδι βλ. πόδι, βάζω πόστα βλ. πόστα, βάζω στην άκρη/στην μπάντα βλ. άκρη, βάζω στην τσέπη βλ. τσέπη, βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά βλ. σακί, βάζω στο ράφι βλ. ράφι, βάζω στο χέρι βλ. χέρι, βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι βλ. νους, βάζω τα δυνατά μου βλ. δυνατός, βάζω τα πράγματα στη θέση τους βλ. θέση, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάζω τελεία βλ. τελεία, βάζω/θέτω τη σφραγίδα (μου) βλ. σφραγίδα, βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) βλ. ψυχή, βάζω το κεφάλι κάτω βλ. κεφάλι, βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός, βάζω το μυαλό μου να δουλέψει βλ. μυαλό, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά βλ. καρδιά, βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου βλ. φερμουάρ, βάζω φουρνέλο (σε κάποιον/κάτι) βλ. φουρνέλο, βάζω φτερά (στα πόδια) βλ. φτερό, βάζω φωτιά/φωτιές βλ. φωτιά, βάζω χέρι βλ. χέρι, βάζω χρέος βλ. χρέος, βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι) βλ. υπογραφή, βάζω/δίνω/θέτω (ένα) τέλος/τέρμα & μπαίνει (ένα)/λαμβάνει/παίρνει τέλος βλ. τέλος, βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι βλ. μάτι, βάζω/θέτω θέμα βλ. θέμα, βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί, βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη βλ. τάξη, βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, βάζω/παίρνω κιλά/βάρος βλ. παίρνω, βάζω/πάω στοίχημα βλ. στοίχημα, βάζω/ρίχνω κάτι πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, βάζω/ρίχνω τόγκα βλ. τόγκα, βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια βλ. ζιζάνιο, βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό βλ. λογαριασμός, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη βλ. χέρι, βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου βλ. κεφάλι, βαλ' του ρίγανη βλ. ρίγανη, βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα βλ. λύκος, για πού το 'βαλες; βλ. πού, δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) βλ. γλώσσα, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου βλ. νους, δεν το βάζω κάτω βλ. κάτω, δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι βλ. δίνω, έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο βλ. μαχαίρι, θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει βλ. κλαίω, θέτω/βάζω σε ενέργεια βλ. ενέργεια, θέτω/βάζω σε κίνηση βλ. κίνηση, θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά, βλ. θέτω, με βάζει σε/στον πειρασμό βλ. πειρασμός, μου βάζει (κάποιος)/μου ήρθε μια ιδέα βλ. ιδέα, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα βλ. νόημα, ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) βλ. νους, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι βλ. στόμα, στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου) βλ. αυτί, στρώνω/βάζω (το) τραπέζι βλ. τραπέζι, τα βάζω κάτω βλ. κάτω, το βάζω γινάτι βλ. γινάτι, το βάζω πείσμα βλ. πείσμα, το βάζω στα πόδια βλ. πόδι, το έχω/βάζω μαράζι βλ. μαράζι, τον βάζει κάτω βλ. κάτω, τον βάζω στη θέση του βλ. θέση, τον έβαλαν στη μέση βλ. μέση, τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα βλ. μέσα, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι, του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι βλ. παπούτσι, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< μεσν. βάζω, βάνω, γαλλ. mettre, αγγλ. put]

αίμα

αίμα[αἷμα] αί-μα ουσ. (ουδ.) {αίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. το κόκκινο υγρό που κυκλοφορεί στην καρδιά, τις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία του ανθρώπου και των άλλων σπονδυλωτών ζώων και κατ' επέκτ. των ασπόνδυλων, μεταφέροντας οξυγόνο και τις αναγκαίες για τον οργανισμό ουσίες και απομακρύνοντας τις άχρηστες: αναλυτής/απώλεια/δείγμα/θρόμβος/ίχνη/καλλιέργεια/κηλίδες/ορός/προσφορά/ροή/χορήγηση/φιάλη ~ατος. Οι λειτουργίες/τα λιπίδια/οξυγόνωση/πηκτικότητα/παράγωγα/το πλάσμα/σάκχαρο/συστατικά του ~ατος. Ασθένειες του ~ατος (βλ. αν-, λευχ-, σηψ-, υπερ-αιμία). Λεκές από ~. Ανιχνεύτηκαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο ~. Έκθεση σε μολυσμένο ~. Έδωσε/πρόσφερε ~ (: έγινε αιμοδότης). Χρειάζεται επειγόντως ~. Βγήκε/έτρεξε ~ από τη μύτη του/την πληγή. Του πήραν ~ (για εξέταση). Εμφάνισε ~ στα ούρα. Έχει πολύ ~ (: κατά την έμμηνο ρύση). Τα χέρια του γέμισαν ~/~ατα. (εμφατ.) Το κουνούπι τού ήπιε/ρούφηξε το ~. Βλ. αιμο-πετάλιο, -σφαίρια.|| (στον πληθ., για δήλωση μεγάλης ποσότητας) Τον είδε μες στα ~ατα.|| (μτφ.) Το καρπούζι είναι/στάζει ~ (: είναι πολύ κόκκινο, ζουμερό). 2. (μτφ.) ζωτική δύναμη, το ίδιο το άτομο, η ζωή του: Αυτό το σπίτι είναι το ~ του (: ο ιδρώτας, ο κόπος, ο μόχθος του). Σου έδωσα το ~ μου (: την ψυχή)/το ~ της καρδιάς μου! 3. (μτφ.) καταγωγή, συγγένεια και συνεκδ. ο συγγενής: Έχει/κυλάει αριστοκρατικό/βασιλικό/ελληνικό/τσιγγάνικο ~ στις φλέβες του. Είμαστε ένα/το ίδιο ~ (πβ. όμαιμος). (επίσ.) Εξ ~ατος διαδοχή/καταγωγή.|| (συνεκδ.) Ό, τι κι αν κάνει, είναι ~ μου και δεν μπορώ να του κρατήσω κακία. Τον πρόδωσε το ίδιο του το ~. 4. (μτφ.) φόνος: ταινίες με πολύ ~. Ζητά εκδίκηση για το ~ αθώων. Διψά για ~. (προτρεπτικά) ~ στο ~ (: ο φόνος πρέπει να πληρωθεί με φόνο, βλ. βεντέτα). Θυσίες/ποτάμι ~ατος (: για αιματοχυσία).|| Το πρώτο ~ (: οι πρώτοι νεκροί του αγώνα/πολέμου). Το ~ των ηρώων/μαρτύρων (= η θυσία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο αίμα: το αίμα που περιέχει ουσίες τις οποίες αποβάλλει ο οργανισμός: Από την καρδιά το ~ ~ οδηγείται στους πνεύμονες., γαλάζιο αίμα: αριστοκρατική καταγωγή: Έχει ~ ~ (: είναι γαλαζοαίματος). Στις φλέβες του κυλά/ρέει ~ ~., δεσμός αίματος {συνηθέστ. στον πληθ.}: σχέση συγγένειας και κατ' επέκτ. δυνατής φιλίας: ~ ~ μεταξύ γονέα και παιδιού. Τους ενώνουν/συνδέουν (άρρηκτοι/ακατάλυτοι) ~οί ~.|| (μτφ.) Μεταξύ των εταιρειών υπάρχει ~ ~. [< γερμ. die Bande des Blutes] , εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος: ΙΑΤΡ. εξέταση δείγματος αίματος με σκοπό τον καθορισμό της ομάδας αίματος, την ύπαρξη παθολογικού ή κληρονομικού παράγοντα: γενική/διαγνωστική/ειδική/μικροβιολογική ~ ~. Ανοσολογικές/βιοχημικές/εξειδικευμένες αναλύσεις ~. ~ ~ και ούρων. ~ ~ για την ανίχνευση ιού/μεσογειακή αναιμία. Διάγνωση της νόσου με μία απλή ~ ~. Έκανε γενική (ενν. εξέταση) αίματος. [< αγγλ. blood test, 1912] , κρύο αίμα: ψυχραιμία., κύκλος (του) αίματος: διαδοχικοί φόνοι, αιματοχυσία., λήψη αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία λαμβάνεται αίμα με σύριγγα (για εργαστηριακές εξετάσεις). ΣΥΝ. αιμοληψία, λουτρό αίματος (μτφ.): αιματοχυσία: Σύγκρουση που εξελίχθηκε/κατέληξε σε (απίστευτο/φρικιαστικό) ~ ~ αμάχων. [< γαλλ. bain de sang] , μαύρο/σκοτωμένο αίμα (εμφατ.): το σκούρο κόκκινο αίμα ή αυτό που προέρχεται από χτύπημα ή προκαλείται από ασθένεια: Άνοιξε η πληγή και βγήκε/έτρεξε ~ ~., μετάγγιση αίματος: ΙΑΤΡ. μετάγγιση. [< γαλλ. transfusion sanguine] , νέο αίμα (μτφ.): νέοι άνθρωποι με ανανεωτικές, προοδευτικές και πρωτοπόρες ιδέες σε κάποιον χώρο, τομέα: Χρειαζόμαστε ~ ~ στον αθλητισμό/στη Βουλή. Το ~ ~ (: προσωπικό) που θα στελεχώσει την εταιρεία. [< αγγλ. new blood] , ντόπινγκ αίματος: ΑΘΛ. μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων σε αθλητή, συνήθ. πριν από αγώνα, που του είχαν αφαιρεθεί παλιότερα, για να αυξηθεί η ικανότητα οξυγόνωσης του οργανισμού του: Έλεγχος ~ ~. [< αγγλ. blood doping, 1973] , ομάδα αίματος & (σπάν.) τύπος αίματος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κατηγοριοποίηση του αίματος με βάση την παρουσία ή απουσία ειδικών αντιγόνων στα ερυθρά αιμοσφαίρια: ~ ~ A, B, AB, 0. Βλ. ρέζους. [< αγγλ. blood group/type, 1916] , όρκος αίματος: όρκος που επισφραγίζεται με χύσιμο αίματος: δεμένοι με ~ο ~. Έδωσαν ~ο ~ (: για αιώνια πίστη και αφοσίωση)., πήξη του αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία το αίμα μετατρέπεται σε αδιάλυτο σύνολο (πήγμα): Τα αιμοπετάλια βοηθούν στην ~ ~. Βλ. αιμορροφιλία, αντιπηκτικό, προθρομβίνη., πίεση (του) αίματος: ΙΑΤΡ. πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων: αυξημένη/διαστολική/συστολική/υψηλή/φυσιολογική/χαμηλή (αρτηριακή) ~ ~. [< αγγλ. blood pressure] , το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού: ΕΚΚΛΗΣ. ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας: Κοινωνώ/μεταλαμβάνω (το) σώμα και (το) ~ ~., τράπεζα αίματος: χώρος συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης αίματος με σκοπό τη διάθεσή του για μεταγγίσεις και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος οργανισμός: Δίνω αίμα στην ~ ~. [< γερμ. Blutbank] , φόρος αίματος (μτφ.): μεγάλος αριθμός βίαιων θανάτων συνήθ. σε πολεμική επιχείρηση, αιματοχυσία, ατύχημα: ~ ~ στην άσφαλτο. Βαρύ ~ο ~ πλήρωσαν οι στρατιώτες στο πεδίο της μάχης., κυκλοφορία του αίματος βλ. κυκλοφορία ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος: με κοινή οκογενειακή καταγωγή: Έχουν/συνδέονται με συγγένεια ~ ~ δεύτερου/πρώτου βαθμού. Είναι συγγενείς ~ ~ σε ευθεία/πλάγια γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία, αίμα και άμμος!: (για χαρακτηρισμό έκρυθμων καταστάσεων) μεγάλη φασαρία, πολλά επεισόδια εξαιτίας οξυμμένων αντιπαραθέσεων ή έντονου φανατισμού: Έγινε ~ ~ στη διαδήλωση. Θα γίνει ~ ~ στο αυριανό ντέρμπι. Πβ. τα έκαναν γυαλιά καρφιά., ανάβουν τα αίματα: προκαλείται αντιπαράθεση, μεγάλη ένταση, θυμός: Άναψαν ~ στον αγωνιστικό χώρο/στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου., βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα: κινητοποιώ κάποιον να αναμειχθεί με κάτι ή παρασύρομαι να εμπλακώ σε αυτό: Τον έβαλε/μπήκε ~ να ασχοληθεί με την πολιτική., βουτηγμένος στο αίμα 1. για πρόσωπο που αιμορραγεί. 2. για εγκληματία: Είναι ~ ~ από τα αλλεπάλληλα φονικά.|| (σπανιότ.) Βούτηξε τα χέρια του ~ αθώων (: τους σκότωσε)., βράζει/κοχλάζει το αίμα (μτφ.): για μεγάλη ζωντάνια, ενεργητικότητα και έντονες ορμές: Νέοι είναι, ~ ~ τους., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του (μτφ.): δεν έχει αισθήματα, μένει ασυγκίνητος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο: Εσύ δεν έχεις αίμα (μέσα/πάνω) σου/δεν κυλάει αίμα στις φλέβες σου! Είσαι εντελώς αναίσθητος!, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι): δίνω τη ζωή μου, θυσιάζομαι για κάτι: Έδωσαν ~ τους για τη λευτεριά/την πατρίδα/την πίστη., είναι/το έχω στο αίμα μου: έχω την τάση να κάνω κάτι, είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα μου, το έχω εκ γενετής: Το ψέμα είναι ~ της (: στη φύση, στο είναι της, μέσα της). [< γαλλ. dans le sang] , κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση (μτφ.-εμφατ.): με εξοργίζει, με κάνει έξω φρενών: Η απραξία/ο δόλος του μου ανέβασε ~. Με τα καμώματά της ~ ~., κατουρώ/ξερνώ αίμα: αποβάλλω αίμα από τα αντίστοιχα σημεία του σώματος: (κ. μτφ. ως απειλή) Θα σε κάνω να κατουρήσεις/ξεράσεις ~., κολυμπώ/πλέω/λούζομαι στο αίμα (μτφ.): είμαι γεμάτος αίμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα μεγάλης αιμορραγίας ή πολλαπλών τραυμάτων., λερώνω τα χέρια μου με αίμα (μτφ.): διαπράττω φόνο: Λέρωσε τα χέρια του ~ αδερφικό., με αίμα (μτφ.) 1. με φόνο: Η προσβολή/ο φόνος/το αίμα θα ξεπλυθεί ~ ~. 2. με αιματοχυσία, με προσφορά, στέρηση της ζωής κάποιου (για την επίτευξη ανώτερου σκοπού): γη βαμμένη/ποτισμένη ~ ~. 3. με κόπους, με βάσανα και στερήσεις: Ό,τι απέκτησε, το απέκτησε ~ ~ (και δάκρυα/θυσίες/ιδρώτα/πόνο)., με πήραν τα αίματα (προφ.): άρχισα να χάνω αίμα, αιμορραγώ (εξαιτίας τραυματισμού)., μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος & (λόγ.) μέχρι τελευταίας ρανίδος: για αγώνα ή προσπάθεια που γίνεται μέχρι(ς) εσχάτων: Υπερασπίστηκαν την ελευθερία ~ του αίματός τους. Θα παλέψουμε μέχρι τελευταίας ρανίδος., μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή & (σπάν.) μου έσπασε τη χολή (μτφ.): με τρόμαξε πολύ: Μου ~ψες ~! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος που του ~ ~.|| Μου κόπηκε ~ από τον φόβο (= κατατρόμαξα)., πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου (μτφ.): τρόμαξα πολύ, παρέλυσα από τον φόβο: Η είδηση/ο σεισμός ~ ~ στις φλέβες μας., παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου & παίρνω το δίκιο μου πίσω (μτφ.): εκδικούμαι: Είναι αποφασισμένος να πάρει το αίμα του πίσω για την ταπείνωση που υπέστη., πνίγω στο αίμα (μτφ.): καταστέλλω κάτι με βίαιο τρόπο, προκαλώντας τον θάνατο πολλών ατόμων: Η διαδήλωση/εξέγερση/στάση ~ηκε ~.|| Ο τόπος ~ηκε ~ από τα εχθρικά στρατεύματα (= αιματοκυλίστηκε)., πότισε με το αίμα του: θυσιάστηκε για κάτι: ~σαν ~ τους το δέντρο της λευτεριάς. ~σε την πατρική γη με ~. Η σημαία ποτίστηκε με ~ των αγωνιστών. Γη ποτισμένη με αίμα ηρώων/μαρτύρων., σιγά τα αίματα! (προφ.-ειρων.): απαξιωτική απάντηση σε απειλή ή για κατάσταση που θεωρείται σοβαρή ή προκαλεί φόβο: (καλέ) ~ ~, μας τρόμαξες! ~ ~, ρε μεγάλε/παλικαράδες!, το αίμα νερό δεν γίνεται: οι συγγενικοί δεσμοί δεν καταλύονται: Αδέρφια είναι, όσο κι αν τσακώνονται, στο τέλος τα ξαναβρίσκουν. ~ ~!, τραβάει το αίμα μου (κάτι) (μτφ.): έχω την τάση, ρέπω προς κάτι συνήθ. αρνητικό: Την τραβάει ~ του την απατεωνιά. Το τραβάει ~ του να τσακώνεται με τους άλλους., φτύνω αίμα 1. (μτφ.) βασανίζομαι σκληρά, ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, για να επιτύχω κάτι: Καθημερινά ~ει ~ για το μεροκάματο. Έφτυσε ~ για να βγάλει το Πανεπιστήμιο/να μεγαλώσει τα παιδιά του. (απειλητ.) Θα τον κάνω να ~σει ~! Πβ. δεινοπαθώ, μαρτυρώ, παιδεύομαι, χτικιάζω. 2. έχω αιμόπτυση., χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα: προκαλείται αιματοχυσία, θάνατος από σκοτωμό, ατύχημα ή προσωπική θυσία: Έχει χυθεί πολύ αίμα/έχουν χυθεί ποτάμια αίματος στην άσφαλτο (: για τα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα).|| Θα χυθεί πολύ αίμα στον αυριανό αγώνα (ΣΥΝ. θα γίνει χαμός)!, βάφτηκε με/στο αίμα βλ. βάφω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, έγραψε (κάτι) με το αίμα του βλ. γράφω, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, υπογράφω με το αίμα μου βλ. υπογράφω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< αρχ. αἷμα, γαλλ. sang]

άκρη

άκρη[ἄκρη] ά-κρη ουσ. (θηλ.) 1. τελικό σημείο, όριο, αρχή ή τέλος: Η μυτερή ~ του ακοντίου (πβ. αιχμή, κόψη). Η ~ του βέλους (= μύτη). Οι δύο ~ες της γέφυρας/της ζώνης/του καλωδίου/της κλωστής. Στην ~ του γκρεμού (= χείλος)/του (δια)δρόμου (= τέρμα)/της θάλασσας/του νησιού/του πεζοδρομίου/του τραπεζιού. Από τη μια ~μέχρι την/ως την άλλη. Θα τον ακολουθήσω ως την ~ της γης. Πβ. άκρο, απόληξη.|| Στην άλλη ~ του τηλεφώνου/της (τηλεφωνικής) γραμμής βρίσκεται ο ...|| Με τις ~ες των δαχτύλων. 2. γωνιά, απόμερο σημείο: Καθόταν αμίλητος στην ~. Σε μια ~ του δρόμου.|| (προφ.) ~ (= κάνε στην ~)! ~ να περάσω! 3. (σπάν.) μικρή έκταση: μια ~ γης. ● Υποκ.: ακρούλα & ακρίτσα (η) ● ΦΡ.: (δεν) βρίσκω άκρη: (δεν) μπορώ να οδηγηθώ στη λύση ενός προβλήματος, να βρω αυτό που θέλω: Ρωτάω δεξιά κι αριστερά και/μα δεν ~ ~. Πού να βρεις ~; Τελικά βρήκαμε (την) ~., άκρη-άκρη {επιρρ. χρ.}: εντελώς στην άκρη: ~ ~ στο κύμα/στο ποτάμι. Περπατώ/πηγαίνω ~ ~., απ' άκρη σ' άκρη & (λόγ.) απ' άκρου εις άκρον: από τη μια άκρη στην άλλη, παντού: Γνωρίζει την περιοχή ~ ~. Είχε οργώσει/διασχίσει/διατρέξει τη χώρα ~ ~. Η φήμη του απλώνεται ~ ~. ~ ~ της γης/της Ελλάδας/της επικράτειας/του πλανήτη., βάζω στην άκρη/στην μπάντα 1. & έχω στην άκρη/στην μπάντα: αποταμιεύω: ~ ~ χρήματα, για να πάρω ... Έχει καλό κομπόδεμα ~. 2. & αφήνω στην άκρη/μπάντα: παραμερίζω κάτι ή κάποιον: Έβαλε ~ τον εγωισμό του και του μίλησε., δεν βγάζω/δεν βγαίνει άκρη (προφ.): σε περιπτώσεις που αδυνατεί κάποιος να καταλάβει, να αντιληφθεί τι γίνεται: Δεν βγαίνει ~ με τη συνάντηση. Ξαναδιάβασα το κείμενο, αλλά δεν έβγαλα ~. Προσπαθώ να καταλάβω και δεν βγάζω ~ (= νόημα). ΣΥΝ. (δεν) βρίσκω άκρη, έχει άκρες (μτφ.-προφ.): έχει μέσον, βύσμα: Έχει γερές άκρες και γνωριμίες. Πβ. κονέ. ΣΥΝ. έχει (γερές) πλάτες, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα 1. & κάθομαι/στέκομαι/τραβώ/μπαίνω στην άκρη/στη μπάντα: παραμερίζω ή υποχωρώ υπέρ κάποιου άλλου: ~ ~ (= κάνω χώρο/τόπο) να περάσει κάποιος. (υβριστ.) Κάνε/τράβα ~, ρε χαμένε! Κάντε ~ να κατέβω. Κάτσε/στάσου ~ και μη μιλάς (= παράμερα, μην ανακατεύεσαι)! 2. (μτφ.) παραγκωνίζω, περιθωριοποιώ κάποιον: Αν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, τον κάνουν ~. ~ στην άκρη (= αφήνω κατά μέρος) τους συναισθηματισμούς και σκέφτομαι λογικά. Πβ. κάνω κάποιον/κάτι πέρα., μέσες άκρες & άκρες-μέσες: περίπου: Μου είπε ~ ~ όλη την ιστορία. Άκουσα ~ ~ την κουβέντα τους. ΣΥΝ. σε γενικές γραμμές ΑΝΤ. ακριβώς (1), αναλυτικά, λεπτομερώς, (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων βλ. δάχτυλο, έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου βλ. γλώσσα, η άκρη του νήματος βλ. νήμα, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< μεσν. άκρη, γαλλ. bout]

αλλάζω

αλλάζω[ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]

αμέτι-μουχαμέτι

αμέτι-μουχαμέτι[ἀμέτι-μουχαμέτι] α-μέ-τι μου-χα-μέ-τι επίρρ. (προφ.): οπωσδήποτε, σώνει και καλά: Έχει βάλει ~ ~ (= στόχο) να ... Μ' έχει πρήξει, ~ ~ (= σώνει και καλά) να πάμε! [< τουρκ. amet muhabbet]

αυλάκι

αυλάκι[αὐλάκι] αυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. στενόμακρο, φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στην επιφάνεια του εδάφους, συνήθ. για διοχέτευση νερού: αρδευτικό/βαθύ/ποτιστικό/υπόγειο ~. ~ απορροής/αποστράγγισης/εκροής (: για την απομάκρυνση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων)/σποράς (= αυλακιά)/ύδρευσης/υπερχείλισης (ομβρίων). (Δι)ανοίγω/σκάβω ένα ~. Πβ. κανάλι. Βλ. ρείθρο, χαντάκι. 2. (κατ΄επέκτ.) επιμήκης κοιλότητα ή χάραξη σε επιφάνεια: ~ κεραμιδιού.|| (ΟΙΚΟΔ. εσοχή με κάλυμμα σε τοίχο οικοδομής π.χ. για σωλήνες, σύρματα:) Τα καλώδια τοποθετήθηκαν μέσα στο ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σπειροειδές ~ (: νοητή γραμμή στην επιφάνεια μαγνητικών μέσων για εγγραφή δεδομένων).|| (μτφ.-λογοτ.) Αναμνήσεις χαραγμένες στα ~ια του μυαλού. ● ΦΡ.: βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι: διευθετώ μια/διευθετήθηκε η κατάσταση, ώστε να έχει ομαλή εξέλιξη: Πέσανε οι υπογραφές και μπήκε ~ ~ για την κατασκευή του έργου., κάτω απ' τ' αυλάκι (λαϊκό, συχνά μειωτ.): στην ή από την Πελοπόννησο (νοτιότερα του Ισθμού της Κορίνθου): Η καταγωγή μου είναι ~ ~., κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι & στο(ν) μύλο: μεσολάβησαν διάφορα γεγονότα ή θα γίνουν πολλές αλλαγές, θα υπάρξουν εξελίξεις: Από τότε όμως κύλησε ~ ~ (του χρόνου). Μέχρι να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαλόπνοο έργο, θα κυλήσει ~ ~ (= θα χρειαστεί να γίνουν πολλά)., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς [< μεσν. αυλάκι(ν) < αρχ. αὖλαξ 2: αγγλ. groove]

αυτί

αυτί[αὐτί] αυ-τί ουσ. (ουδ.) {αυτ-ιού | -ιών} & αφτί 1. ΑΝΑΤ. όργανο της ακοής του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, ειδικότ. το εξωτερικό τμήμα του: αριστερό/βουλωμένο/δεξί ~. Μεγάλα/μυτερά/πεταχτά ~ιά. Το έξω/έσω (= λαβύρινθος) ~. Τα οστάρια του μέσου ~ιού (βλ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας). Η κυψελίδα (= το κερί)/ο λοβός/το τύμπανο (του) ~ιού. Ακουστικά/θερμόμετρο ~ιού. Αιμορραγία/πίεση/πόνος/φλεγμονή στο ~. Βουητό (πβ. βούισμα, εμβοή)/λοιμώξεις/παθήσεις (βλ. βαρηκοΐα, ωτίτιδα)/πλαστική (= ωτοπλαστική)/προστατευτικά (λ.χ. σε καπέλα)/τρύπημα (των) ~ιών. Ξύνει τ' ~ του. Κόλλησε το ~ του στην πόρτα, για να ακούσει ... (: αφουγκράζεται). Δεν ακούει από το ένα ~. Βουίζουν/καθάρισα/κλείνω/κοκκινίζουν/ξεβούλωσα τ' ~ιά μου. Μου μπήκε νερό στ' ~. Του είπε/(μτφ.) σφύριξε/ψιθύρισε κάτι στ' ~. Πιάνω κάποιον από το ~ (πβ. τραβώ το ~ κάποιου). Ο θόρυβος μας έσπασε/τρύπησε τ' ~ιά. Έχει ~ιά γαϊδάρου (: πολύ μεγάλα). Πβ. ους.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βιονικό/ηλεκτρονικό ~. 2. ακουστική ή μουσική αντίληψη: Έχει γερό/εξασκημένο/καλό/μουσικό ~ και σωστή φωνή. Λόγια που ακούγονται απειλητικά/ευχάριστα στ' ~ιά. Πβ. ακοή. 3. (κατ' επέκτ.) μέρος αντικειμένου που μοιάζει με το εξωτερικό πτερύγιο του οργάνου της ακοής: ντοσιέ με ~ιά (: για άκρα που γυρίζουν προς το εσωτερικό). Τα ~ιά του βιβλίου.|| (ΝΑΥΤ.) Τα ~ιά του πλοίου (= πανιά· πβ. λατίνι). ● Υποκ.: αυτάκι (το): Τα ~ια της γάτας.|| Σκουφί με ~ια.|| (προφ.) Διπλά (")/μονά (') ~ια (= εισαγωγικά). ● Μεγεθ.: αυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτί της θάλασσας: ΒΙΟΛ. οστρακοειδές θαλάσσιο μαλάκιο με σχήμα αυτιού (επιστ. ονομασ. Haliotis asinina/tuberculata). Βλ. γαστερόποδα. [< γαλλ. oreille de mer] , πτερύγιο του αυτιού βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά: υπάρχει κίνδυνος να μας ακούσουν: Μην κουτσομπολεύεις, γιατί ~ ~. [< πβ. γαλλ. les murs ont des oreilles] , άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου (εμφατ.): είμαι απόλυτα βέβαιος για όσα άκουσα, ήμουν αυτήκοος μάρτυρας: Το ~ ~, δεν μπορεί κανείς να με διαψεύσει (βλ. είδα με τα ίδια μου τα μάτια)., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί (μτφ.): είμαι σε εγρήγορση, για να ακούσω, να μάθω: Τεντώνει ~, για ν' ακούσει τι θα πούμε (= στήνει/βάζει αυτί). [< γαλλ. prêter l' oreille] , από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει: για να δηλωθεί ότι κάποιος αδιαφορεί για ό,τι του λένε: Δεν του δίνω καμία σημασία, ό,τι κι αν μου λέει ~ ~. ΣΥΝ. (ο) μπαινάκης (και) (ο) βγαινάκης [< γαλλ. cela lui entre par une oreille et lui sorte de l' autre] , είμαι όλος αυτιά & γεμάτος αυτιά: περιμένω να ακούσω με προσοχή και ενδιαφέρον: Αν έχεις καμιά καλή ιδέα, ~ ~., θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά!: ως απειλητ. έκφραση για επικείμενη τιμωρία: Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, ~ ~! Βλ. τραβάω τ' αυτί., κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου & κάτι έφτασε στ' αυτιά μου (μτφ.): (για ανεξακρίβωτη πληροφορία) έμαθα κάτι, υπέπεσε στην αντίληψή μου: ~ ~, αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Πήρε ~ ~ ότι χώρισαν., κλείνω τ' αυτιά μου & (σπανιότ.) βουλώνω/σφραγίζω: αποφεύγω, αρνούμαι να ακούσω κάτι που θα με δυσαρεστήσει ή δελεάσει. [< γαλλ. fermer l' oreille à ...] , μέχρι/ως τ' αυτιά: πάρα πολύ, υπερβολικά: Είναι μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Κοκκίνισε ~ ~ (: συνήθ. λόγω μεγάλης ντροπής).|| Μπήκε μέσα με ένα χαμόγελο ~ ~. [< αγγλ. up to the ears] , μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά: για κάποιον που επιμένει με ενοχλητικό τρόπο, με έπρηξε: ~ ~ να πάμε εκδρομή. Μας ~ ~ με τη γκρίνια του., μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά: με κουράζει, μου προκαλεί δυσφορία: Μου πήρε ~ με την πολυλογία της!, ρίχνω στ' αυτιά 1. βάζω κάποιον στη θέση του, του ασκώ σκληρή κριτική: Ήρθε για έλεγχο και τους έριξε ~. 2. είμαι, φαίνομαι ανώτερός του: Είναι αχτύπητη, σου ~ει ~! [< γαλλ. frotter les oreilles] , ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου: ταπεινώνομαι, ντροπιάζομαι: Έριξε ~ του κι έφυγε σιωπηλός. Μόλις άκουσα τα λόγια του, μου 'πεσαν τ' ~ιά. Γύρισαν/ήρθαν με κατεβασμένα ~ιά. Πβ. μου πέφτουν τα μούτρα, ρίχνω τα μούτρα μου. [< γαλλ. avoir l' oreille basse] , στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου): ακούω κρυφά ή/και προσεκτικά: Έστησα/έβαλα ~ να ακούσω τι λένε (= κρυφάκουσα).|| Στήσε αυτί και άκου! (= αφουγκράσου)., τραβάω τ' αυτί κάποιου: τον επιπλήττω ή τον τιμωρώ· κυρ. παλαιότ. η αντίστοιχη κίνηση με το χέρι., χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου: του λέω ό,τι θα του άρεσε να ακούσει, τον επαινώ, τον κολακεύω: Θέλουν να ακούσουν μόνο ό,τι ~ει ~ τους. Βλ. χρυσώνω το χάπι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου βλ. άλλος, από τ' αυτί και στο δάσκαλο βλ. δάσκαλος, δασκάλα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του βλ. γελώ, δεν ιδρώνει το αυτί (του) βλ. ιδρώνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, περήφανος στ' αυτιά βλ. περήφανος [< μεσν. αυτί(ν), αφτί, αρχ. ὠτίον, γαλλ. oreille, αγγλ. ear]

γινάτι

γινάτιγι-νά-τι ουσ. (ουδ.) & ινάτι (λαϊκό): πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη· συνεκδ. ανυποχώρητη συμπεριφορά: Τον έπιασε το ~ του (= πείσμωσε). Δεν θα περάσει έτσι εύκολα το ~ του. Πβ. εγωισμός, επιμονή, πίκα.|| Άσε τα ~ια (= καμώματα)! Πβ. καπρίτσιο, τσαλίμι. ● ΦΡ.: κρατάω (κάτι) γινάτι (μτφ.): περιμένω να εκδικηθώ κάποιον που με πρόσβαλε ή με έβλαψε: Δεν τη συγχώρεσε ποτέ, της το κρατάει ακόμα ~. Πβ. μνησικακώ. ΣΥΝ. το βαστάω (σε κάποιον), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), το βάζω γινάτι: το βάζω πείσμα: Το ΄βαλε ~ (: θέλει σώνει και καλά) να πετύχει!, το γινάτι βγάζει μάτι (παροιμ.): το τυφλό πείσμα βλάπτει τελικά το ίδιο το πρόσωπο που εκδηλώνει τέτοια συμπεριφορά. [< τουρκ. inat]

γλώσσα

γλώσσα[γλῶσσα] γλώσ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ης | -ες, -ών} 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικο-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων μιας κοινότητας ανθρώπων για τη διατύπωση ή ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών, καθώς και για την παγίωση και μετάδοση από γενιά σε γενιά εμπειρίας και γνώσης, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες, καθορίζεται κοινωνικά και υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη: αγγλική/αρχαία/βοηθητική/δημοτική/διεθνής/εθνική/ελληνική/μεσαιωνική/περιφερειακή/τοπική ~. Διάλεκτοι/ιδιωματισμοί/λέξεις (βλ. λεξιλόγιο)/μονάδες (βλ. φώνημα, μόρφημα)/μορφολογία (βλ. γραμματική) της ~ας. Ιστορία/προέλευση/σύνταξη μιας ~ας. Ανάλυση/γνώση/διδακτική/κακοποίηση/κωδικοποίηση/περιγραφή/προστασία/τυποποίηση (βλ. νόρμα)/χρήση της ~ας. Αδελφές/άκλιτες/ανάμικτες (βλ. κρεολή, λίνγκουα φράνκα, πίτζιν)/ασθενείς/ειδικές/ισχυρές/κλασικές/κλιτές/μειονοτικές/ξένες/συγγενικές/τονικές (βλ. κινέζικα) ~ες. Εργαστήριο/τυπολογία ~ών. Επαφή των ~ών. Διδάσκω μια ~. Λεξικό της ...~ας. Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης ~ας. Μεταγραφή σε μια ~ (βλ. γκρίκλις). Μεταφράζω από μια ~ προς/σε μια άλλη. Μιλώ δύο/πολλές ~ες (βλ. δί-, πολύ-γλωσσος, γλωσσομάθεια). Βλ. λόγος, μεταγλώσσα, (συν)ομιλία, πρωτόγλωσσα.|| (με κεφαλ. Γ, το αντίστοιχο μάθημα) Η ~ της Γ' τάξης. 2. (ειδικότ.) ο προφορικός ή γραπτός λόγος, ο τρόπος έκφρασης ενός ατόμου, μιας ηλικιακής, κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, μιας επιστήμης ή εποχής: ανεπίσημη/απλή/αρχαΐζουσα/δημώδης/δόκιμη/ειδική (βλ. ζαργκόν)/επίσημη/επιστημονική/ιδιωματική/καθημερινή/καλλιεργημένη/κοινή/λαϊκή/λόγια/ομιλούμενη/παιδική/ποιητική/πρότυπη/σύγχρονη/τεχνική ~. ~ διδασκαλίας/επικοινωνίας/εργασίας. Η ~ του διαδικτύου/της διαφήμισης/του Δικαίου/των ειδήσεων/της λογοτεχνίας/της μετάφρασης/των ΜΜΕ/των νέων (βλ. κοινωνιόλεκτος)/της πιάτσας (βλ. αργκό)/ενός ποιητή (βλ. ιδιόλεκτος, στιλ, ύφος)/των πολιτικών/της τεχνολογίας. Ανεπαρκές/ικανοποιητικό επίπεδο ~ας. Η μουσικότητα της ~ας. Γράφω/διαβάζω/εκφράζομαι/επικοινωνώ/λέω κάτι σε μια ~. ~ και γραμματεία/ιδεολογία/κοινωνία/πολιτισμός/φύλο.|| Αγοραία/ανεπιτήδευτη/αυστηρή/αφηρημένη/βρόμικη/γλαφυρή/κατανοητή/κομψή/κυνική/κυριολεκτική/μεταφορική/περίτεχνη/πικρή/πλούσια/πρόστυχη/ρέουσα/σεξιστική/στρυφνή/στρωτή/συμβολική (: αλληγορική)/σύνθετη/χυδαία (βλ. λέξη ταμπού)/ωμή ~. Χρησιμοποίησε σκληρή ~. Έχει φαρμακερή ~ (: είναι φαρμακόγλωσσος). Βλ. βρομόγλωσσα.|| (μτφ.) Τρέχει η ~ του νεράκι (: μιλά με ευχέρεια). Βλ. διατύπωση. 3. ευκίνητο μακρόστενο μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα και συνεκδ. οτιδήποτε έχει το συγκεκριμένο σχήμα: η διχαλωτή ~ του φιδιού. Η τραχιά ~ της γάτας. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσια/βοδινή ~.|| Άσπρη/ροδαλή ~. Ο βλεννογόνος/οι θηλές/η κορυφή/η ρίζα/ο χαλινός της ~ας. Η ~ ως όργανο της γεύσης/της ομιλίας (βλ. αρθρωτής). Ξεράθηκε/στέγνωσε η ~ μου. Δάγκωσα/έκαψα τη ~μου. Πλαταγίζω τη ~ μου. Γλείφω με τη ~.|| Η ~ της καμπάνας/της κλειδαριάς (βλ. γλωσσίδι)/του κουδουνιού/του παπουτσιού. ~ες γης/στεριάς (βλ. λωρίδα, μύτη)/φωτιάς (βλ. φλόγα). 4. (μτφ.) μη λεκτικός τρόπος έκφρασης ή/και επικοινωνίας: η ~ της αγάπης/της αλήθειας/των αριθμών/της βίας/της εξουσίας/της ζωγραφικής/της καρδιάς/του κινηματογράφου/της λογικής/των λουλουδιών/των ματιών/της μουσικής/του χορού/του χρήματος/των χρωμάτων. Η ~ των ζώων/των μελισσών/των πουλιών.|| Η ~ του σώματος. Βλ. παρα~.|| ~ (των) σφυριγμάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες υπολογιστή. ~ HTML. Βλ. ψευδο~. 5. ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (οικογ. Soleidae) με ωοειδές πλατύ σώμα, λευκή εύγευστη σάρκα και μικρά, σκληρά λέπια: ~ καπνιστή. Φιλέτα ~ας. Βλ. ιππόγλωσσα. 6. ΦΙΛΟΛ. (σπανιότ.) απαρχαιωμένη ή άγνωστη λέξη ή έκφραση που χρειάζεται ερμηνεία (γλῶττα). ● Υποκ.: γλωσσίτσα (η) & γλωσσούλα (η) & γλωσσάκι (το): Βγάζει τη ~ του.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει κοφτερή ~! (: είναι ετοιμόλογος, καυστικός). ● Μεγεθ.: γλωσσάρα (η): (προφ.) Ο σκύλος τους έχει μία ~ να!|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει μια ~ ίσαμε το μπόι του! (: είναι πολύ αναιδής). ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα μηχανής: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα δυαδικών εντολών που είναι άμεσα εκτελέσιμες από τον επεξεργαστή: μετάφραση προγράμματος σε ~ ~. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολική γλώσσα. [< αγγλ. machine language, 1947] , γλώσσα προγραμματισμού: ΠΛΗΡΟΦ. τυπικό σύστημα συμβόλων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: συναρτησιακές ~ες ~. ~ες ~ υψηλού/χαμηλού επιπέδου. [< αγγλ. programming language, 1959] , δεύτερη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή που μαθαίνεται και χρησιμοποιείται από μη μητρικούς ομιλητές: η Ελληνική ως ~ ~. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα., Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών: η 26η Σεπτεμβρίου που καθιερώθηκε με αφορμή το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών (2001), προκειμένου να αντιληφθεί ο κόσμος τη σημασία της διά βίου εκμάθησης γλωσσών και να συνειδητοποιήσει τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης. [< αγγλ. European Day of Languages] , ζωντανή γλώσσα 1. που έχει φυσικούς ομιλητές, που ομιλείται σε συγχρονικό επίπεδο: ~ές και νεκρές γλώσσες.|| Η ~ ~ του λαού (: η δημοτική σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα). 2. έντονο, ζωηρό ύφος. [< γαλλ. langue vivante] , η γλώσσα της σιωπής (μτφ.): μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας με τον οποίο μπορεί να δηλωθεί συγκατάβαση, συγκατάθεση, θαυμασμός, σεβασμός ή περιφρόνηση: Απάντησε με τη ~ ~ (πβ. η σιωπή μου προς απάντησή σου). [< αγγλ. the language of silence] , κανονική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα παραγόμενη από μια κανονική γραμματική: ~ ~ προγραμματισμού. [< αγγλ. regular language] , μητρική/πρώτη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. ο πρώτος γλωσσικός κώδικας που κατακτά το παιδί. Βλ. δεύτερη γλώσσα. [< γαλλ. langue maternelle/première] , νεκρή γλώσσα: που δεν μιλιέται πια. Βλ. γλωσσικός θάνατος. ΑΝΤ. ζωντανή γλώσσα (1) [< γαλλ. langue morte] , ξύλινη γλώσσα: άκαμπτη, τυποποιημένη, δογματική γλώσσα, συνήθ. της πολιτικής προπαγάνδας: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/των κομμάτων/των πολιτικών. Βλ. κλισέ. [< γαλλ. langue de bois] , πύρινη γλώσσα 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} φλόγα: ~ες ~ες έκαψαν χιλιάδες στρέμματα δάσους.|| (ειδικότ. ΘΕΟΛ., συμβολισμός του χαρίσματος που δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, πβ. γλωσσολαλιά). 2. (μτφ.) ύφος, λόγος γεμάτος ένταση και πάθος: ρήτορες με ~ ~. Χρησιμοποίησε ~ ~ (: εξαπέλυσε μύδρους) κατά ..., τυπική γλώσσα 1. (στη μαθηματική Λογική και στην Πληροφ.) σύνολο από σειρές χαρακτήρων που ανήκουν σε ένα πεπερασμένο σύστημα στοιχείων (αλφάβητο): ~ ~ αναπαράστασης. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι μία ~ ~. Βλ. αυτόματο, τυπική γραμματική. 2. συμβατικός, επιτηδευμένος τρόπος έκφρασης: η ~ ~ των δημοσίων εγγράφων/του σχολείου. [< αγγλ. formal language] , αναλυτικές γλώσσες βλ. αναλυτικός, απομονωμένη γλώσσα βλ. απομονωμένος, απομονωτικές γλώσσες βλ. απομονωτικός, γερμανικές γλώσσες βλ. γερμανικός, γλώσσα σήμανσης βλ. σήμανση, επίσημη γλώσσα βλ. επίσημος, Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο, ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλ. ινδοευρωπαϊκός, μητέρα γλώσσα βλ. μητέρα, νοηματική γλώσσα βλ. νοηματικός, νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια, πολυσυνθετική γλώσσα βλ. πολυσυνθετικός, ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός, συγκολλητικές γλώσσες βλ. συγκολλητικός, συμβολική γλώσσα βλ. συμβολικός, συμπεριληπτική γλώσσα βλ. συμπεριληπτικός, συνθετικές γλώσσες βλ. συνθετικός, συνθηματική γλώσσα βλ. συνθηματικός, τεχνητή γλώσσα βλ. τεχνητός, τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός, φυσική γλώσσα βλ. φυσικός ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): προσέχω ή μετριάζω τα λόγια μου., βγάζει γλώσσα (μτφ.-προφ.): μιλά προσβλητικά, με αναίδεια, αυθαδιάζει: Τολμάει και ~ ~; Για δες το μικρό, έβγαλε ~! Πβ. αντιμιλώ., βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι): δείχνω τη γλώσσα μου σε κάποιον και κατ' επέκτ. κοροϊδεύω, περιφρονώ: Μου έβγαλε ~ ~ και χαμογέλασε αυτάρεσκα., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος & γλώσσα αφετηρίας/γλώσσα αφίξεως: αυτή που μεταφράζεται και αυτή στην οποία καταλήγει η μετάφραση: Mεταφορά κειμένου από τη ~-πηγή στη ~-στόχο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Διδασκαλία στη ~-στόχο. [< αγγλ. source language/target language, 1953] , δεν (το) πάει η γλώσσα μου (προφ.): διστάζω να μιλήσω από σεβασμό, ντροπή ή φόβο μήπως γίνω δυσάρεστος: ~ ~ να την κατηγορήσω. Έχω πολλά να πω, αλλά ~ ~., δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) (προφ.): μιλάει αδιάκοπα, φλυαρεί: Δεν έβαζε ~ ~, λες κι είχε φάει γλιστρίδα., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) (μτφ.): δυσκολεύομαι να μιλήσω: Μου δέθηκε η ~ από την αγωνία. Ξαφνιάστηκε τόσο, που του δέθηκε η ~ του κόμπος και δεν είπε λέξη., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι (μτφ.-προφ.): στέγνωσε (συνήθ. από τη δίψα)., έχει μεγάλη γλώσσα (προφ.-μτφ.) 1. & έχει μακριά/μια γλώσσα: αυθαδιάζει: ~ ~, πρόσεχε μη σε πιάσει στο στόμα της! 2. κολακεύει, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον του. ΣΥΝ. γλείφω (2), έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου (μτφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Μια στιγμή, στην ~ ~ το 'χω (: για λέξη ή έκφραση). [< γαλλ. avoir (un mot) sur le bout de la langue] , η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει (παροιμ.): τα λόγια, συνήθ. τα κακοπροαίρετα σχόλια, μπορεί να πληγώσουν ανεπανόρθωτα: Σκέψου τι θα ξεστομίσεις, ~ ~., κακές γλώσσες & κακά στόματα: (μετωνυμ.) όσοι σχολιάζουν κακοπροαίρετα τους άλλους: ~ ~ διαδίδουν/επιμένουν/υποστηρίζουν ότι ... Οι ~ ~ δεν την έχουν πιάσει στο στόμα τους. Όπως λένε οι ~ ~... Βλ. καλοθελητής.|| Τον έφαγαν οι ~ ~ (= τον γλωσσόφαγαν)! [< γαλλ. (les) mauvaises langues] , μάζεψε τη γλώσσα σου (απειλητ.): πρόσεξε τα λόγια σου, μην αυθαδιάζεις, μη βρίζεις: Για ~ ~, σε παρακαλώ! ~ ~ λιγάκι και μην προσβάλλεις τους άλλους!, μάλλιασε η γλώσσα μου/(σπάν.) το στόμα μου (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) γάνιασε η γλώσσα μου: ως έκφραση αγανάκτησης για τη μάταιη επανάληψη του ίδιου πράγματος: ~ ~ να το λέω/το εξηγώ, μα πού ν' ακούσουν!, με τρώει η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): θέλω πολύ να πω κάτι που είναι αρνητικό, δυσάρεστο ή μυστικό: Μέρες τώρα ~ ~, αλλά κρατιέμαι., μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μιλάμε ~ ~., μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχω τις ίδιες αντιλήψεις, κοινό κώδικα επικοινωνίας: Είναι νωρίς να λες ότι ~άτε την ίδια ~, αφού μόλις γνωριστήκατε., μου βγήκε η γλώσσα (μτφ.-προφ.): λαχανιάζω και κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι: ~ ~ (έξω) ν' ανεβώ τις σκάλες.|| Του βγαίνει ~ ~ απ' την κούραση (= ξεθεώνεται). Πβ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι., φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! & που να φας τη γλώσσα σου!: (προφ., ως απάντηση) για αποτροπή αρνητικών προβλέψεων: ~ ~ (: πάψε, μη γρουσουζεύεις, μην κακομελετάς) όλα θα πάνε καλά! ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αλέθει η γλώσσα του/της βλ. αλέθω, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων, η γλώσσα του/της πάει ροδάνι βλ. ροδάνι, θα σου κόψω τη γλώσσα βλ. κόβω, κατάπιε τη γλώσσα του βλ. καταπίνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου βλ. βουτώ, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα [< αρχ. γλῶσσα, γαλλ. langue, αγγλ. language, γερμ. Sprache]

γνώση

γνώσηγνώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία της μάθησης, της απόκτησης αντίληψης του κόσμου· συνεκδ. οτιδήποτε γνωρίζει κανείς· (ειδικότ., στον πληθ.) το σύνολο των πληροφοριών που κατέχει: βιωματική/δηλωτική/διαδικαστική/παθητική/συστηματική ~. Δικαίωμα/πρόσβαση στη ~. Δίψα για ~. Τα όρια της ~ης. Κοινωνία της ~ης. Θεωρία της ~ης (βλ. γνωσιο-, επιστημο-λογία). Βλ. μετα~.|| Άριστη/βαθιά/ελλιπής/επαρκής/επιστημονική/επιφανειακή/ιστορική/κοινή/ρηχή/στείρα ~. Σε βάθος ~. ~ ξένων γλωσσών/χειρισμού Η/Υ. ~ (πάνω) σε έναν τομέα. Η διαχείριση/η κατάκτηση της ~ης. Έχω άμεση/απόλυτη/πλήρη (πβ. επίγνωση)/σαφή/συνολική/σφαιρική ~ (συνήθ. +γεν., πβ. συναίσθηση). Ενεργώ με/χωρίς ~ των συνεπειών.|| Άρτιες/γενικές/εγκυκλοπαιδικές/ειδικές/εξειδικευμένες/επαγγελματικές/θεωρητικές/νέες/πρακτικές/προαπαιτούμενες/σχολικές/τεχνικές/τυπικές ~εις. Επίπεδο ~εων. Τεχνολογία ~εων. Οι αποκτηθείσες ~εις και δεξιότητες. Έχει/διαθέτει πολλές ικανότητες και ~εις. Aξιολογώ/αξιοποιώ/βελτιώνω/ελέγχω/εμπλουτίζω/εφαρμόζω/προσφέρω τις ~εις μου. Αποδεικτικό/αφομοίωση/εύρος/θησαυρός/μετάδοση/παιχνίδι/πιστοποίηση/πληθώρα/συσσώρευση/τεστ ~εων. Ανταλλαγή εμπειριών και ~εων. Βλ. διά-, επί-, πρό-γνωση. ΑΝΤ. άγνοια (1), αδαημοσύνη 2. ΦΙΛΟΣ. η θεμελιωμένη πεποίθηση για την ύπαρξη, τη φύση, την ουσία ή την κατάσταση ενός πράγματος: διαισθητική/εμπειρική/ενορατική/νοητική/ορθολογική ~. 3. (προφ.) σύνεση: Έχει ~. Πβ. φρόνηση, φρονιμάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση γνώση βλ. άμεσος, γραμματικές γνώσεις βλ. γραμματικός, εξόρυξη γνώσης βλ. εξόρυξη, επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση, σιωπηλή/σιωπηρή γνώση βλ. σιωπηλός, Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων βλ. τεστ, το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) βλ. δέντρο ● ΦΡ.: βάζω γνώση {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): συνετίζομαι, λογικεύομαι: Την έχεις πατήσει τόσες φορές κι ακόμη ~ δεν έβαλες. Πβ. βάζω μυαλό/νιονιό., εν γνώσει (λόγ.): (+γεν.) γνωρίζοντας συνειδητά: ~ ~ του γεγονότος/των συνεπειών του νόµου. Ενεργώ/μιλώ ~ ~ μου (ότι ...). Τελεί ~ ~ του γεγονότος ότι … || εν πλήρει γνώσει. ΑΝΤ. εν αγνοία (κάποιου), έχουν γνώση οι φύλακες: για να δηλωθεί ότι είναι ενημερωμένοι οι αρμόδιοι και γενικότ. ότι κάποιος βρίσκεται σε εγρήγορση: Μην ανησυχείς, ~ ~!, λαμβάνω γνώση (επίσ.): ενημερώνομαι σχετικά με κάτι: ~ ~ των ανακοινώσεων/αποφάσεων/εγγράφων/προβλημάτων. Παρακαλούμε να λάβουν ~ οι ενδιαφερόμενοι ενυπογράφως. Είχε λάβει ~ για την υπόθεση από τους συνεργάτες του. [< γαλλ. prendre connaissance] , περιέρχεται σε γνώση & εις γνώσιν κάποιου (λόγ.) {κυρ. σε ενεστ. και αόρ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. γίνεται αντιληπτό, υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου: ~ ~ της αρμόδιας Αρχής/του ενδιαφερομένου/της ηγεσίας/της κυβέρνησης. Έγγραφα/καταγγελίες/πληροφορίες/στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της επιτροπής., προς γνώση και συμμόρφωση & (λόγ.) προς γνώσιν και συμμόρφωσιν: για αποτροπή ανεπιθύμητης συμπεριφοράς και παραδειγματισμό: Θα επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο ~ ~. , φέρω σε γνώση/εις γνώσιν κάποιου {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): ενημερώνω κάποιον σχετικά με ένα θέμα, πληροφορώ: ~ ~ της δικαστικής Αρχής/του ενδιαφερομένου/του κοινού. Θα ήθελα να ~ ~ σας ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Πβ. γνωστοποιώ., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση βλ. νους, μετά λόγου γνώσεως βλ. λόγος, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση βλ. κόκορας, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός [< αρχ. γνῶσις 3: μεσν. γνώση]

γύψος

γύψοςγύ-ψος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΥΚΤ. λευκό, μαλακό, εύθρυπτο ορυκτό που χαράσσεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρ. στη γλυπτική (για την κατασκευή εκμαγείων και αναγλύφων), στην ιατρική (νάρθηκες), στην οικοδομική (κορνίζες) και στην οδοντιατρική (καλούπια δοντιών)· ένυδρο θειικό ασβέστιο: ~ καλλιτεχνίας.|| Γάζες/επίδεσμος ~ου.|| Άνυδρος/πλαστικός ~. Πβ. αλάβαστρο. 2. ΙΑΤΡ. (συνεκδ.) γυψονάρθηκας: Έχει το πόδι/χέρι του στον ~ο. ● ΦΡ.: (βάζει/μπήκε) στον γύψο/στο ψυγείο & στον νάρθηκα: (μτφ.) για κάθε περίπτωση καταστολής των δημοκρατικών ελευθεριών (κυρ. για τη δικτατορία της περιόδου 1967-1974 στην Ελλάδα): Η δημοκρατία/η χώρα μπήκε ~ ~. [< αρχ. γύψος (ἡ), μεσν. γύψος (ο)]

γωνία

γωνίαγω-νί-α ουσ. (θηλ.) {γωνι-ών} 1. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής μεταξύ δύο ευθειών ή επιπέδων και το αντίστοιχο γεωμετρικό σχήμα: δίεδρη/εξωτερική/επίπεδη/κεντρική/λοξή/πολύεδρη/στερεά/σφαιρική ~. Προσκείμενες ~ες. ~ βάσης/κατεύθυνσης (: μεταξύ δεδομένης ευθείας και άξονα αναφοράς). Διχοτόμηση ~ας. Βλ. ακμή.|| (ΦΥΣ.) Μεταβαλλόμενη/σταθερή ~. ~ ανάκλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της ανακλώμενης ακτίνας και μιας κάθετης γραμμής)/διάθλασης (: που σχηματίζεται μεταξύ της διαθλώμενης ακτίνας και της κανονικής)/πρόσπτωσης. ~ ανύψωσης (: μεταξύ των γραμμών του βλέμματος και του ορίζοντα, για αντικείμενα που βρίσκονται πάνω από αυτόν)/βύθισης (: για αντικείμενα κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα). ~ απόκλισης (: που σχηματίζουν οι ευθείες που συνδέουν το κέντρο αναφοράς με το κέντρο του δέκτη και με αυτό της πηγής φωτισμού)/έγκλισης. ~ ακτινοβολίας/αναφοράς/ανόδου (αεροσκάφους)/εκπομπής/εκτόξευσης/εκτροπής/θέασης/καθόδου/τριβής. 2. εσοχή ή εξοχή που διαμορφώνουν δύο τεμνόμενες ευθείες, επιφάνειες (ιδ. οδοί, τοίχοι, πλευρές αντικειμένου): Θα σε περιμένω/ραντεβού στη ~. Εμφανίστηκε/φάνηκε από τη ~. Στρίψε στη ~ (πβ. στροφή). Το κατάστημα είναι (στη) ~ (των οδών) ... και ... (πβ. συμβολή). Mένω δύο ~ες πιο κάτω (βλ. οικοδομικό τετράγωνο). Βλ. οπισθο~.|| Βάλε το κομοδίνο στη ~ (του δωματίου). Βλ. άκρη.|| (ΑΘΛ.) ~ του γηπέδου (= κόρνερ)/του τέρματος.|| Στρογγυλή ~ επίπλου. Η αριστερή/δεξιά/κάτω/πάνω ~ της οθόνης. Οι καναπέδες σχηματίζουν ~. Χτύπησα στη ~ του τραπεζιού. Προστατευτικά ~ών.|| ~ γλυκού/πίτας/ψωμιού (: το ακριανό κομμάτι).|| Πρόσωπο με ~ες (= γωνιώδες).|| (σημείο από το οποίο παρατηρεί κάποιος κάτι:) Από ποια ~ τράβηξες το πλάνο; (ΚΙΝΗΜ.-ΦΩΤΟΓΡ.) ~ λήψης (βλ. οπτικό πεδίο). 3. όργανο χάραξης ορθών γωνιών· κατ' επέκτ. κάθε γωνιώδες εξάρτημα, αξεσουάρ ή τούβλο για το αντίστοιχο σημείο του τοίχου: μεταβλητή ~. Πβ. ταυ.|| ~ στερέωσης/στήριξης/σύνδεσης (βλ. τακάκια, τάκος). Προστατευτικές ~ες (π.χ. από τσόχα). Βλ. σιδηρο~.|| ~ες βιβλίων. Πβ. βιβλιοστάτης. ΣΥΝ. τρίγωνο (5) ● ΣΥΜΠΛ.: εκτός/εντός εναλλάξ γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται, όταν δύο ευθείες α, β τέμνονται από τρίτη γ και βρίσκονται εκτός των α, β (εκτός) ή μεταξύ τους (εντός), σε διαφορετικό όμως ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους., εντός, εκτός και επί τα αυτά (γωνίες) 1. ΓΕΩΜ. δύο γωνίες που σχηματίζονται όταν δύο ευθείες α και β τέμνονται από τρίτη γ και η μία βρίσκεται μεταξύ των α και β (εντός), η άλλη εκτός αυτών και οι δύο στο ίδιο ημιεπίπεδο ως προς τη γ· είναι ίσες, μόνο αν οι α και β είναι παράλληλες μεταξύ τους. 2. (μτφ.) μέσα και έξω, στο εσωτερικό και το εξωτερικό: ~ ~ της χώρας., κατά κορυφήν γωνίες: ΓΕΩΜ. που έχουν κοινή κορυφή και οι πλευρές της μίας αποτελούν προεκτάσεις των πλευρών της άλλης., οπτική γωνία: τρόπος θεώρησης ενός ζητήματος: Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ ~. Αποκλίνουσες/διαφορετικές ~ές (~ες). Αλλαγή ~ής ~ας. Υπό ορισμένη/συγκεκριμένη ~ ~. Kοιτάζω/παρουσιάζω/προσεγγίζω το θέμα (κάτω/μέσα) από άλλη/νέα ~ ~. Εξαρτάται από την ~ ~ που βλέπεις τα πράγματα. Όλα είναι ζήτημα ~ής ~ας. Πβ. πλευρά, πρίσμα, σκοπιά. [< γαλλ. point de vue] , αμβλεία γωνία βλ. αμβλύς, διαδοχικές γωνίες βλ. διαδοχικός, ευθεία γωνία βλ. ευθύς, εφεξής γωνίες βλ. εφεξής, ημίτονο γωνίας βλ. ημίτονο, κλειστή γωνία βλ. κλειστός, κορυφή γωνίας βλ. κορυφή, νεκρή γωνία βλ. νεκρός, οξεία γωνία βλ. οξύς, ορθή γωνία βλ. ορθός, παραλλακτική γωνία βλ. παραλλακτικός, παραπληρωματικές γωνίες βλ. παραπληρωματικός, συμπληρωματικές γωνίες βλ. συμπληρωματικός, ωριαία γωνία βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον/κάτι) στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον παραμερίζω, τον περιθωριοποιώ. Πβ. παραγκωνίζω., περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή (μτφ.-προφ.): περιμένω την ευκαιρία να τον ξεμπροστιάσω, να εξηγηθώ μαζί του ή να τον βλάψω. Πβ. του την έχω στήσει/στημένη. [< γαλλ. attendre quelqu'un au tournant] , πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι (ειρων.): έκφραση που απευθύνεται σε κάποιον που κάνει τον έξυπνο., στριμώχνω κάποιον στη γωνία (μτφ.-προφ.): τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον στρίμωξε ~ ~ και δεν μπόρεσε να πει κουβέντα., υπό γωνία: από/σε σημείο που να σχηματίζει γωνία: εξέταση/θέαση/λήψη/προβολή ~ ~ (πβ. λοξά). [< αρχ. γωνία, γαλλ.-αγγλ. angle]

δάχτυλο

δάχτυλο

δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} & δάκτυλο 1. καθεμία από τις αρθρωτές οστέινες απολήξεις των άνω και κάτω άκρων του ανθρώπου και των ζώων: λεπτά/μακριά/χοντρά ~α. Τα πέντε ~α του χεριού (βλ. αντίχειρας, δείκτης, μέσος, παράμεσος, μικρός). Η μητέρα κούνησε απειλητικά το ~, γιατί κάναμε αταξία. Μετράει με τα ~α. Αγγίζω κάτι με τις άκρες των ~ων (ΣΥΝ. ακρο~).|| (συνεκδ.) Γάντια με κομμένα/χωρίς ~α (: που δεν καλύπτουν τα δάχτυλα). 2. (συνεκδ.) μέτρο ύψους ή ποσότητας ίσης με το πάχος ενός δαχτύλου: ένα ~ λικέρ/ουίσκι. Τα βιβλία είχαν ένα ~ σκόνη (: πάρα πολύ). Το παντελόνι θέλει ένα ~ κόντεμα (: λιγάκι). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων: χωρίς να κάνω θόρυβο, προσεκτικά. Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., βάζω (κάπου) το δάχτυλό/το δαχτυλάκι μου (μτφ.): παρεμβαίνω, αναμειγνύομαι, έχω συμμετοχή σε κάτι, συνήθ. κρυφά ή ύπουλα: Κάποιος φαίνεται ότι έβαλε ~ του και ακυρώθηκε η συμφωνία. Βλ. ξένος δάκτυλος., δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι (μτφ.): δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια: Θέλει να του έρθουν όλα βολικά, χωρίς να κουνήσει ~., δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο (εμφατ.): (για πρόσ.) δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί του, γιατί είναι πολύ καλύτερος από σένα., κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσπαθώ να κρύψω κάτι φανερό και γνωστό, υπεκφεύγω: Δεν μασάω τα λόγια μου ούτε ~ ~. Πβ. εθελοτυφλώ., με το δάχτυλο στη σκανδάλη (μτφ.): είμαι έτοιμος να πυροβολήσω και (ιδ. κατ' επέκτ.) να αμυνθώ, να αντιδράσω σε πιθανή απειλή: Βρίσκονται ~ ~., μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού): πολύ λίγοι, ελάχιστοι: Οι πραγματικοί φίλοι ~ ~. [< γαλλ. on peut les compter sur les doigts (d'une main)] , όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα (μτφ.): για δήλωση διαφοράς ή ανισότητας, κυρ. για ανθρώπους., όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει (παροιμ.): οι γονείς στενοχωριούνται εξίσου, όταν συμβεί κάτι κακό σε οποιοδήποτε από τα παιδιά τους., παίζω στα δάχτυλα (μτφ.-προφ.) 1. γνωρίζω πολύ καλά, έχω ευχέρεια σε κάτι: Παίζει τους νόμους/όλα τα είδη μουσικής ~. Βλ. αυθεντία, εξπέρ. 2. μεταχειρίζομαι κάποιον με επιδεξιότητα, ώστε να κάνει ό,τι θέλω: Πώς του επιτρέπετε να σας παίζει ~; Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου. Βλ. χειραγωγώ., τον δείχνουν με το δάχτυλο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): είναι δακτυλοδεικτούμενος., βάζω το δάχτυλο στο μέλι βλ. μέλι, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω, να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου! βλ. γλείφω, σταυρώνω τα δάχτυλά μου βλ. σταυρώνω [< μεσν. δάχτυλο(ν), γαλλ. doigt, αγγλ. finger]

διάβολος

διάβολοςδιά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {διαβόλ-ου} & (λαϊκό) διάολος 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. Δ) προσωποποίηση του πνεύματος του κακού, συνήθ. με κέρατα και ουρά, ο αντίπαλος του Θεού που έχει βασίλειό του την κόλαση, σατανάς: η μάχη με τον ~ο. Όργανο/παγίδες του ~ου. Αποφεύγω/φοβάμαι (κάποιον/κάτι) σαν τον ~ο. ΣΥΝ. Βεελζεβούλ, Εωσφόρος (1), Σατανάς. 2. (μτφ.) άνθρωπος μοχθηρός και σκληρός: αληθινός/σκέτος/σωστός ~.|| (για οδηγό αυτοκινήτου) Έτρεχε σαν ~. Βλ. φτωχο~. 3. (λαϊκό-υβριστ.) σε ερωτήσεις και αναφωνήσεις, ως έκφραση εκνευρισμού, δυσαρέσκειας ή απογοήτευσης: Τι ~ο θέλεις;|| (ως επιφών.) (Που/φτου) να πάρει ο ~! ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα βλ. κάλτσα, διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία, δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος ● ΦΡ.: άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! & να πας/πήγαινε στο διά(β)ολο/διάλο! (υβριστ.): ως έκφραση αγανάκτησης, οργής, όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον ή για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη: άι ~ ~ όλοι τους.|| Α ~ ~, δεν το πιστεύω!, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του: για αρνητική εξέλιξη που οφείλεται σε εξωγενή παράγοντα: Έβαλε ~ και τσακωθήκαμε! , βρήκα τον διάολό μου (μτφ.) 1. έμπλεξα, βρήκα τον μπελά μου: Προσπάθησα να τον βοηθήσω και ~ ~. 2. βρήκα τον δάσκαλό μου: Ήθελε να έχει το πάνω χέρι, αλλά μαζί της έχει βρει ~ ~ του., διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι: όταν υπάρχουν πολλοί πειρασμοί και ενοχλητικοί άνθρωποι τριγύρω., έσπασε/σπάει ο διά(β)ολος το ποδάρι του (προφ.): για κάτι αναπάντεχο, αρνητικό ή (ειρων.) θετικό: Έσπασε ~ ~ και τρέχαμε στο νοσοκομείο!, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του & έχει τον δαίμονα μέσα του: για πονηρό, δόλιο ή πολύ ευφυή, δαιμόνιο άνθρωπο., μπήκε ο διάολος μέσα του: δαιμονίστηκε ή συμπεριφέρεται σαν δαιμονισμένος, τον κυρίευσε ο σατανάς: Ούρλιαζε και χτυπιόταν σαν να ~ ~., ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια (λαϊκό): για να εκφραστεί ότι είναι πιθανόν να συμβεί αναπάντεχα κάτι αρνητικό, παρά τις όποιες προφυλάξεις: Καλό είναι να έχεις ένα δεύτερο κλειδί μαζί σου· ποτέ δεν ξέρεις, ~ ~ ... , όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι & σαν τον διάολο το λιβάνι (λαϊκό-εμφατ.): λέγεται σε περιπτώσεις που κάποιος αποστρέφεται ή φοβάται κάτι σε πολύ μεγάλο βαθμό: Αποφεύγει, ~ ~, τις κοσμικές συναθροίσεις., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει (παροιμ.): λέγεται για κάποιον που εγκαταλείπει παλιές κακές συνήθειες., πάει κατά δια(β)όλου (προφ.-εμφατ.): για πολύ αρνητική εξέλιξη: Η επιχείρηση/η κοινωνία/ο κόσμος/η ομάδα ~ ~ (: από το κακό στο χειρότερο)., πάει στον διά(β)ολο/διάλο (λαϊκό): για δήλωση συγκατάβασης, ας είναι: Δεν μου αρέσει το φαγητό, αλλά, ~ ~, θα το δοκιμάσω., στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε (προφ.-υβριστ.): διαολοστέλνω: Αγανάκτησε και τον έστειλε ~., στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο (μτφ.-προφ., για δήλωση δυσαρέσκειας ή αγανάκτησης): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Με έστειλαν ~ ~. Πού να τραβιέμαι τώρα ~ ~; Βλ. στην άκρη/στα πέρατα του κόσμου/της γης., τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου (λαϊκό-εμφατ.): αντιμετωπίζω μεγάλη δυσκολία, ταλαιπωρούμαι: Τραβήξαμε ~ μας, για να τον ξεφορτωθούμε. ΣΥΝ. τραβώ τον αδόξαστο, δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... βλ. δουλειά, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ [< αρχ. διάβολος ‘συκοφάντης’, μτγν. ~ ‘σατανάς’, γαλλ. diable]

δίνω

δίνωδί-νω ρ. (μτβ.) {έδω-σα, δώ-σει, δίν-εται (λόγ.) δίδ-εται, δό-θηκα, δο-θεί (λόγ. μτχ. δοθ-είς, -είσα, -έν), δίν-οντας, δοσμένος, δεδομένος} & (λόγ.) δίδω 1. παίρνω κάτι στο χέρι μου και, μεταφέροντάς το, το αποθέτω στα χέρια κάποιου ή κοντά του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει: Μου ~εις (λιγάκι/σε παρακαλώ) το μολύβι σου; Του έδωσε φαγητό (= του έβαλε να φάει)/το φάρμακο. Δώσε μου ένα ποτήρι νερό (= φέρε μου). Πβ. πασάρω. Βλ. ξανα~.|| (κατ' επέκτ.-επίσ., επιδίδω, αποστέλλω, παραδίδω:) Του δόθηκε επιστολή διαμαρτυρίας. 2. μεταβιβάζω αγαθό ή δικαίωμα στη δικαιοδοσία κάποιου, συνήθ. οικειοθελώς· προσφέρω, παρέχω: ~ αίμα (βλ. αιμοδοσία)/λεφτά (για τους φτωχούς, βλ. φιλανθρωπία).|| Του έδωσε θάρρος (με τα λόγια του)/οδηγίες. Δώσε μου λίγο χρόνο να το σκεφτώ. Του δόθηκε η άδεια (/το πράσινο φως) (= του επιτράπηκε)/η δυνατότητα/η ευκαιρία να ...|| Μπορείς να μου δώσεις το αυτοκίνητό σου για λίγες μέρες (= να μου το δανείσεις);|| Μας έδωσαν γλυκά (= μας έβγαλαν, κέρασαν, σερβίρισαν, τράταραν, φίλεψαν). Της έχει δώσει όλα του τα βιβλία (= χαρίσει)/ό,τι έχει και δεν έχει.|| Ελπίζω να μας δώσουν προσωπικό (= να μας διαθέσουν). Δόθηκε συνέντευξη Τύπου (= παραχωρήθηκε).|| Έδωσε τα στοιχεία του στον αστυνομικό. 3. (κατ’ επέκτ.) ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ τον αγώνα/τη μάχη μου (= αγωνίζομαι, μάχομαι)/την υπόσχεσή μου (= υπόσχομαι)/την ψήφο μου (= ψηφίζω). Θα δώσει εξετάσεις (= θα εξεταστεί)/εξηγήσεις (= θα εξηγήσει)/σκληρή απάντηση (= θα απαντήσει σκληρά). Του έδωσε γροθιά (= τον γρονθοκόπησε)/κλοτσιά (= τον κλότσησε)/ξύλο (= τον έδειρε)/χαστούκι (= τον χαστούκισε)/ένα φιλί (= τον φίλησε). Να σου δώσω μια πληροφορία (= να σε πληροφορήσω)/μια συμβουλή (= να σε συμβουλέψω); Δεν βρέθηκε κανένας να του δώσει βοήθεια (= να τον βοηθήσει)/στήριξη (= να τον στηρίξει). Δώσε λίγη προσοχή (= πρόσεξε). Δόθηκε διαταγή/εντολή να ... (= διατάχθηκε). Πρέπει να δοθεί λύση στο πρόβλημα (= να λυθεί). 4. απονέμω: Του δόθηκε βραβείο/έπαινος/μετάλλιο/τίτλος. 5. διοργανώνω με πρωτοβουλία μου δημόσιο ή κοσμικό γεγονός: ~ γεύμα/δείπνο (= παραθέτω, προσφέρω). Έδωσε διάλεξη/παράσταση/συναυλία. 6. πληρώνω, καταβάλλω: Για τρία βιβλία έδωσα μόνο είκοσι ευρώ. Πόσα έδωσες (ενν. λεφτά); Πήγες κι έδωσες τόσα χρήματα γι' αυτό το πράγμα;|| Τι μισθό σου ~ουν; 7. (προφ.) πουλώ: Πόσο μου το ~εις (= μου το αφήνεις); Το ~ει κοψοχρονιά/όσο όσο/σε καλή τιμή/τζάμπα. ΑΝΤ. αγοράζω (1) 8. εμπιστεύομαι κάποιον ή κάτι σε κάποιον: Έδωσε την κόρη της για υιοθεσία/το παιδί στους γονείς της να το προσέχουν (= άφησε).|| Θα δώσω τα ρούχα στο καθαριστήριο/το μηχάνημα για επισκευή.|| Τι δουλειά σου έδωσαν να κάνεις (= σου ανέθεσαν, σε έβαλαν); 9. {συνήθ. γ' πρόσ.} προκαλώ, προξενώ: Όλο πίκρες και στενοχώριες του ~ει η ζωή (= τον κερνάει, τον ποτίζει). Μου 'δωσε αισιοδοξία/τη χαριστική βολή (= με αποτελείωσε). 10. διαβιβάζω, μεταβιβάζω: Δώσ' του την αγάπη/τα φιλιά/τα χαιρετίσματά μου!δίνει 1. αποφέρει, αποδίδει: Πόσο τόκο ~ το κεφάλαιο;|| Οι έρευνες δεν έδωσαν (= δεν είχαν) τα αναμενόμενα αποτελέσματα/καρπούς (= ήταν άκαρπες). 2. παράγει, βγάζει: Οι ελιές έδωσαν πολύ λάδι. 3. προσδίδει: Τα χαρούμενα χρώματα ~ουν μια νότα αισιοδοξίας (= δημιουργούν, χαρίζουν).|| {μεσοπαθ.} ~εται νέα διάσταση στο θέμα. ● Παθ.: δίνομαι 1. αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε κάποιον/κάτι: Έχει δοθεί με όλες της τις δυνάμεις/ολόψυχα στην επιστήμη/στον Θεό/στην οικογένεια. 2. (κυρ. για γυναίκα) συνάπτω ερωτική σχέση, κάνω έρωτα: Του δόθηκε με πάθος. ● ΦΡ.: δεν δίνω δεκάρα/δυάρα/μία/πεντάρα (τσακιστή)/φράγκο (προφ.) 1. αδιαφορώ πλήρως, δεν δίνω σημασία: Προσωπικά ~ ~ τι λέει ο κόσμος/για τα σχόλια του κόσμου (= δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει, δεν μου καίγεται καρφί). ΣΥΝ. δεν δίνω (έναν) παρά 2. δεν διατίθεμαι να πληρώσω., δίνει και παίρνει (προφ.): για κάτι που γίνεται σε μεγάλη έκταση ή σε έντονο, υπερβολικό βαθμό: Τα πειράγματα/οι φήμες ~ουν ~ουν (= πάνε κι έρχονται)., δίνω δικαίωμα/δικαιώματα (να): δίνω αφορμή να με σχολιάσουν αρνητικά: Είναι ευγενικός και διακριτικός και ποτέ δεν έδωσε ~ατα., δίνω πίσω (κάτι) (προφ.): το επιστρέφω: Σου δάνεισα τόσα βιβλία, κι ακόμα να μου τα δώσεις ~., δίνω την εντύπωση/την εικόνα: φαίνομαι, μοιάζω: ~ει ~ του ήρεμου και καλού παιδιού. Πβ. δείχνω, παρουσιάζομαι. [< γαλλ. donner l' impression] , δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου: υπόσχομαι. Πβ. ορκίζομαι., δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) 1. ΣΤΡΑΤ. μεταθέτω. 2. (αργκό) διώχνω. Πβ. δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον, ξαποστέλνω., δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι (προφ.): βοηθώ: Μπορείς να δώσεις ~ να καθαρίσουμε το σπίτι; Βάλε κι εσύ ένα χεράκι! Πβ. συντρέχω., δίνω/τρώω φύσημα (αργκό): απολύω ή μεταθέτω κάποιον ή πετώ κάτι: Του έδωσαν/έφαγε ~ από τη δουλειά (= τον έδιωξαν). Φτιάχνεται η συσκευή ή να της δώσω ~; Πβ. δίνω/παίρνω/τρώω πόδι., δώσ΄ του (προφ.) 1. δηλωτικό επανάληψης, έμφασης, επιμονής: Και ~ κλάμα και αναφιλητά! 2. για παρακίνηση ή ενθάρρυνση: Μη σταματάς, ~!, δώσε (προφ.): βάλε (όλη σου τη) δύναμη., είναι όλο δώσε και δώσε (προφ.): για πρόσωπο που ζητά συνέχεια κάτι, συνήθ. χρήματα., και τι δε θα 'δινα …: για ιδιαίτερα έντονη επιθυμία: ~ ~ για λίγες ημέρες ξεκούρασης/τώρα για ένα γλυκό. ~ ~ να ήμουν ..., μου τη δίνει/μου τη σπάει & μου (τη) δίνει στα νεύρα & μου σπάει τα νεύρα & με/μου χτυπάει στα νεύρα (νεαν. αργκό): με εκνευρίζει, με εξοργίζει: ~ ~ (= με τσαντίζει) αυτή η κατάσταση/αυτός ο άνθρωπος! Δεν ξέρω τι του την έδωσε ξαφνικά και σηκώθηκε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου τη βαράει, μου τη βιδώνει (2), τον έδωσε (αργκό): τον κατέδωσε: ~ στην Αστυνομία (πβ. κάρφωσε, μαρτύρησε, πρόδωσε). Με ~ στεγνά., του δίνω (αργκό): φεύγω αμέσως, γρήγορα: Eίναι αργά, ώρα να του ~ουμε.|| (απειλητ.) Δίνε του (αμέσως)! ΣΥΝ. την κάνω, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει βλ. καταλαβαίνω, αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία βλ. πρωτοβουλία, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι) βλ. υπογραφή, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, δίνει/πουλάει και το βρακί του βλ. βρακί, δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι) βλ. ψυχή, δίνω (κάποιον) στο τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, δίνω (σε κάποιον) αναφορά βλ. αναφορά, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, δίνω αξία βλ. αξία, δίνω βαρύτητα (σε κάτι) βλ. βαρύτητα, δίνω βάση σε (κάτι) βλ. βάση, δίνω λαβή βλ. λαβή, δίνω λόγο βλ. λόγος, δίνω μάθημα βλ. μάθημα, δίνω ρέστα βλ. ρέστα, δίνω σάρκα και οστά βλ. οστό, δίνω σε κάποιον αέρα βλ. αέρας, δίνω σημασία βλ. σημασία, δίνω στόχο βλ. στόχος, δίνω συνέχεια (σε κάτι) βλ. συνέχεια, δίνω τα χέρια βλ. χέρι, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, δίνω το παρών/δηλώνω παρών βλ. παρών, δίνω το στίγμα μου βλ. στίγμα, δίνω το χέρι βλ. χέρι, δίνω τον τόνο βλ. τόνος1, δίνω τόπο στην οργή βλ. οργή, δίνω φτερά (σε κάποιον) βλ. φτερό, δίνω φωνή σε κάποιον/κάτι βλ. φωνή, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παραδίδω μαθήματα βλ. μάθημα, δίνω/ρίχνω (ιδιαίτερο/μεγάλο/όλο μου το/πολύ) βάρος (σε κάτι) βλ. βάρος, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι) βλ. αίμα, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, δώσε κι εμένα/και σε μένα μπάρμπα βλ. μπάρμπας, έδωσα δρόμο σε κάποιον/κάτι βλ. δρόμος, έδωσε ο Θεός βλ. θεός, έδωσε πήρε βλ. παίρνω, έδωσε τη ζωή του βλ. ζωή, έδωσε τη θέση (του) σε κάτι βλ. θέση, μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις βλ. μάχαιρα, μου δίνει την εντύπωση βλ. εντύπωση, ο Θεός να δώσει/να δώσει ο Θεός βλ. θεός, τα δίνω όλα (για όλα) βλ. όλος, του δίνω και καταλαβαίνει βλ. καταλαβαίνω, του έδωσε/του 'δωσε τα παπούτσια στο χέρι βλ. παπούτσι ● βλ. δοθείς, δοσμένος [< μεσν. δίνω, μτγν. δίδω, γαλλ. donner, αγγλ. give]

δυνατός

δυνατός, ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός]

ενέργεια

ενέργεια[ἐνέργεια] ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας | -ών} 1. συγκεκριμένη δράση υποκειμένου ή φορέα για την επίτευξη ορισμένου σκοπού· κίνηση, πράξη: αυθαίρετη (= αυθαιρεσία)/επιθετική (= επίθεση)/εχθρική (: εισβολή)/πραξικοπηματική (= πραξικόπημα)/πολιτική/προκλητική/πρωτοφανής/τρομοκρατική ~. Υλοποίηση μιας ~ας. Αποσπασματικές/αποτελεσματικές/αποφασιστικές/άστοχες/διπλωματικές/καινοτόμες/κοινές/μεμονωμένες/λανθασμένες/νομικές/προπαρασκευαστικές/σπασμωδικές/συντονισμένες ~ες. ~ες ανάδειξης και προβολής/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (βλ. μέτρο, σχέδιο). Έγιναν όλες οι αναγκαίες/δυνατές/κατάλληλες ~ες. Κατόπιν ~ών μου. Έχουν προβεί/προχωρήσει στις απαραίτητες ~ες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Βλ. αντ~, αυτ~, δι~. 2. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει το ποσό του έργου που απαιτείται για να μεταβεί ένα φυσικό σύστημα από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση: ύλη και ~. ~ και ισχύς. Κατανάλωση ~ας. Αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια ~ας. Αρχή διατήρησης της ~ας. Οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση απαιτεί ή απελευθερώνει ~. Βλ. βιο~, ραδι~, τηλ~, υδρο~. Βλ. τζάουλ.|| (με αναφορά στην ηλεκτρική ~) Αγορά/διαχείριση/εξοικονόμηση/κατανάλωση/παροχή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ., για τις ανανεώσιμες ή τις συμβατικές μορφές ~ας) Βιώσιμη/πράσινη/φτηνή ~. Ήπιες/καθαρές πηγές ~ας.|| Η ~ των τροφών υπολογίζεται σε θερμίδες. 3. ενεργητικότητα, ζωντάνια: Είναι γεμάτη ~. Η ~ά της είναι ανεξάντλητη. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ~ας. Πβ. δυναμισμός, ζωτικότητα, σφρίγος.|| Ανάλωσε πολλή ~ μέχρι να την πείσει (= έκανε πολύ κόπο). Το μέλι μάς χαρίζει ~. 4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα: ανεπιθύμητη ~ φαρμάκου (= παρ~). Θεραπευτική ~ των ιαματικών νερών. Βλ. μετ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/θετική ενέργεια: αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, προκαλώντας στους άλλους κακή ή καλή διάθεση: Βγάζει/εκπέμπει ~ ~. Πβ. αύρα.|| (νεαν. αργκό) Σας στέλνουμε (όλη) τη θετική μας ~ (: θερμές και ειλικρινείς ευχές)! [< γαλλ. énergie négative/positive] , ελεύθερη ενέργεια (συστήματος): ΦΥΣ. που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή ωφέλιμου έργου (μέσω ορισμένων διεργασιών). Βλ. εντροπία. [< αγγλ. free energy] , αιολική ενέργεια βλ. αιολικός2, ανάκτηση ενέργειας βλ. ανάκτηση, ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, ατομική ενέργεια βλ. ατομικός, γεωθερμική ενέργεια βλ. γεωθερμικός, δυναμική ενέργεια βλ. δυναμικός, δυναμικό ενέργειας βλ. δυναμικό, εγκληματική ενέργεια βλ. εγκληματικός, ενέργεια ιονισμού βλ. ιονισμός, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηλεκτρική ενέργεια βλ. ηλεκτρικός, ηλιακή ενέργεια βλ. ηλιακός, θερμική ενέργεια βλ. θερμικός, ισοκατανομή της ενέργειας βλ. ισοκατανομή, κινητική ενέργεια βλ. κινητικός, μηχανική ενέργεια βλ. μηχανικός, ποιόν ενεργείας βλ. ποιόν, πυρηνική ενέργεια βλ. πυρηνικός, σκοτεινή ενέργεια βλ. σκοτεινός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός, υδραυλική ενέργεια βλ. υδραυλικός, υδροηλεκτρική ενέργεια βλ. υδροηλεκτρικός, φωτεινή ενέργεια βλ. φωτεινός, χημική ενέργεια βλ. χημικός ● ΦΡ.: εν ενεργεία [ἐν ἐνεργείᾳ] (λόγ.) 1. σε ενεργό δράση: αξιωματικός/βουλευτής/εκπαιδευτικός ~ ~. ΑΝΤ. εν αποστρατεία, συνταξιούχος.|| ~ ~ ηφαίστειο. 2. ΦΙΛΟΣ. που έχει πραγματοποιηθεί: ~ ~ ικανότητες. Βλ. εντελέχεια. ΑΝΤ. εν δυνάμει [< γαλλ. en activité] , θέτω/βάζω σε ενέργεια: εφαρμόζω: Έβαλαν σε ~ το σχέδιό τους. Πρόγραμμα δράσης που τέθηκε σε ~. Πβ. βάζω μπροστά/μπρος, ενεργοποιώ. [< γαλλ. mettre en action] , προς ενέργεια & (λόγ.) προς ενέργειαν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. για τη διεκπεραίωση, υλοποίηση (μιας εντολής, υποχρέωσης): αποδέκτες/προθεσμίες ~ ~. [< 1: αρχ. ἐνέργεια 2,3: γαλλ. énergie, αγγλ. energy 4: κατά τη σημ. 3 του ενεργώ]

έξοδα

έξοδα[ἔξοδα] έ-ξο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {εξόδ-ων | σπάν. στον εν. έξοδο}: χρήματα που δαπανώνται για κάποιον σκοπό: αλόγιστα/γενικά/δικαστικά/ειδικά/ετήσια/κρατικά/λειτουργικά/μεταφορικά/οδοιπορικά/οικογενειακά/πάγια/περιττά/προσωπικά/ταχυδρομικά/υπέρογκα ~. ~ ασφάλισης/διαμονής/διασκέδασης/διατροφής/ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης/μετακίνησης/νοσηλείας/ταξιδιού. ~ αποστολής και παραλαβής/συσκευασίας. Αμοιβές και ~ προσωπικού. Βιβλίο εσόδων-~ων. Με ~ του Δημοσίου/του κράτους. Υποτροφίες που καλύπτουν τα ~ των σπουδών. Βγάζω (= κερδίζω, εξοικονομώ)/μειώνω/περιορίζω/πληρώνω τα ~ά μου. Κάνω ~ (: ξοδεύω πολλά) και έχω χρεωθεί. Το μεγαλύτερο ~ο είναι ... Βλ. μικρο~. ΣΥΝ. δαπάνη (1) ΑΝΤ. έσοδα ● ΣΥΜΠΛ.: έξοδα παραστάσεως/παράστασης βλ. παράσταση ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε/στα έξοδα (προφ.): αναγκάζω κάποιον να ξοδέψει λεφτά., μπαίνω στα/σε έξοδα (προφ.): υποχρεώνομαι να δαπανήσω πολλά χρήματα. Πβ. ξηλών-, ξοδεύ-ομαι. [< μεσν. έξοδον]

ευαγγέλιο

ευαγγέλιο[εὐαγγέλιο] ευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ευαγγελί-ου | -ων} & (λαϊκό) βαγγέλιο 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) καθένα από τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης που διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής, του θανάτου, της Ανάστασης και της Ανάληψης του Χριστού, παρουσιάζουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά στοιχεία του Χριστιανισμού· συνεκδ. ιερό λειτουργικό βιβλίο με περικοπές από τα τέσσερα Ευαγγέλια· ειδικότ. εδάφιο, απόσπασμα που διαβάζεται από τον ιερέα σε εκκλησιαστική ακολουθία· κατ' επέκτ. η Καινή Διαθήκη και το αντίστοιχο βιβλίο: το κατά Ματθαίον/Μάρκον/Λουκάν/Ιωάννην ~ (αλλιώς κανονικά ~α, γιατί αποτελούν μέρος του Κανόνα της Αγίας Γραφής). Η μετάφραση των ~ων στη Δημοτική (βλ. Ευαγγελικά).|| Ενεπίγραφο/χειρόγραφο ~.|| Ανάγνωση του ~ου (από τον ιερέα). Το ~ της Κυριακής/της Μεγάλης Παρασκευής.|| Προσκυνώ/φιλώ το ~. Ο μάρτυρας ορκίστηκε στο ~. Βλ. πρωτ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) η διδασκαλία του Χριστού, οι χριστιανικές αρχές, ο χριστιανισμός: η αλήθεια/η διάδοση/η διακονία/η ερμηνεία/το κήρυγμα/τα μηνύματα/το πνεύμα του ~ου. 3. (μτφ.) συνήθ. για βιβλίο που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές ιδεολογικού, πολιτικού, φιλοσοφικού συστήματος ή οι ίδιες οι αρχές, που συχνά υπόσχονται σωτηρία, ευτυχία: το ~ ενός κόμματος/της μεταπολεμικής διανόησης. Πβ. βίβλος.|| Κοινωνικό ~. 4. (μτφ.) καθετί που θεωρείται αυθεντία και ακολουθείται πιστά: Έχω τα έργα του για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία & (σπάν.) ψευδεπίγραφα ευαγγέλια: θρησκευτικά κείμενα που περιέχουν λάθη και φανταστικά στοιχεία, φέρουν ψευδώς το όνομα κάποιου γνωστού εκκλησιαστικού προσώπου, δεν θεωρούνται θεόπνευστα και δεν έχουν περιληφθεί στον Κανόνα της Αγίας Γραφής: Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Τα απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης., Δώδεκα Ευαγγέλια: οι δώδεκα ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται τη Μεγάλη Πέμπτη και κατ' επέκτ. ο εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης., χαράς ευαγγέλια: για δήλωση πολύ μεγάλης χαράς, συνήθ. κατόπιν χαρμόσυνης είδησης ή γεγονότος., Γνωστικά Ευαγγέλια βλ. γνωστικός2, συνοπτικά Ευαγγέλια βλ. συνοπτικός ● ΦΡ.: άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο (προφ.): δεν ανήκει στις αρμοδιότητές μου: Αυτό που ζητάτε είναι ~ ~! Ποιος έχει δίκιο; ~ ~!, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο 1. (μτφ.) είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Έτσι άκουσα να λένε, αλλά δεν βάζω και το ~ ~. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, παίρνω όρκο 2. (κυριολ.) για να ορκιστώ στο δικαστήριο. [< μτγν. εὐαγγέλιον 'ευχάριστα νέα', γαλλ. évangile, αγγλ. evangel, evangile]

ζιζάνιο

ζιζάνιοζι-ζά-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΕΩΠ. κάθε φυτό που φυτρώνει ανάμεσα σε άλλα καλλιεργούμενα, εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους: Ψέκασε το χωράφι, για να απαλλαγεί από τα ~α. Πβ. αγριόχορτα, παράσιτο. Βλ. αγριάδα, μουχρίτσα, τρίβολος. 2. (μτφ.) πρόσωπο, συνήθ. παιδί, που κάνει σκανδαλιές, αταξίες: Είναι μεγάλο ~, δεν αφήνει κανέναν στην ησυχία του! ΣΥΝ. διαβολόπαιδο, πειραχτήρι, τριβόλι (2) 3. (μτφ.) καθετί που δημιουργεί προβλήματα ή παρεμποδίζει τη θετική εξέλιξη μιας κατάστασης: το ~ του ανταγωνισμού. 4. (μτφ.) παθολογική εμμονή σε κάτι: Έχει μέσα του το ~ της αναζήτησης. ΣΥΝ. μανία (3), μικρόβιο (2), πάθος (1), τρέλα (3) ● ΦΡ.: βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια (ΚΔ, μτφ.): προκαλώ διχόνοιες, διαμάχες, προστριβές. Πβ. βάζω λόγια (σε κάποιον). Βλ. φιτιλιά. [< μτγν. ζιζάνιον ‘ήρα’, γαλλ. zizanie]

ζυγαριά

ζυγαριάζυ-γα-ριά ουσ. (θηλ.): όργανο για τη μέτρηση της μάζας ή κυρ. του βάρους ενός σώματος· κατ' επέκτ. το σύμβολο της δικαιοσύνης: επαγγελματική/εργαστηριακή/ηλεκτρονική ~. Φορητή ~ (πβ. παλάντζα). ~ κουζίνας/μπάνιου. Η ένδειξη της ~ιάς. Η ~ με δείχνει εξήντα κιλά. Ανέβηκε στη ~ (: για να ζυγιστεί). Βλ. καντάρι, σταθμά.|| (προφ.) Η βελόνα της ~ιάς έχει κολλήσει (: δεν χάνω κιλά).|| Στη ~ της Δικαιοσύνης/της Θέμιδος. ● ΣΥΜΠΛ.: ζυγαριά ακριβείας: ΤΕΧΝΟΛ. που υπολογίζει έως και μικρογραμμάρια: ψηφιακή ~ ~. ● ΦΡ.: βάζω (κάτι) στη ζυγαριά 1. το ζυγίζω. 2. (μτφ.) εξετάζω προσεκτικά μια κατάσταση, συγκρίνοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της· σταθμίζω: Έβαλε ~ ~ (= ζύγιασε, υπολόγισε) τα υπέρ και τα κατά και αποφάσισε., η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω [< μεσν. ζυγαριά]

ζωή

ζωήζω-ή ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που διακρίνει τα έμβια από τα μη έμβια όντα, όπως εκδηλώνεται στις λειτουργίες του μεταβολισμού, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής και κατ' επέκτ. η ύπαρξη: το φαινόμενο της ~ής. Το νερό ως πηγή ~ής.|| Η ανθρώπινη ~ είναι πολύτιμη. Δικαίωμα στη ~. Σκοπός της ~ής. Διακινδύνευσε τη ~ του, για να με σώσει. Μας φυγάδευσε με κίνδυνο της ~ής του. Έχασαν/θυσίασαν τη ~ τους για την ελευθερία. Νίκησαν, αλλά με τίμημα τη ~ χιλιάδων μαχητών. Μία σφαίρα του αφαίρεσε/πήρε τη ~ (= τον σκότωσε). Έφυγε από τη ~ (= δεν ζει πια). Δεν έχει ~ (= θα πεθάνει σύντομα). Δεν βρίσκεται πια στη ~ (= έχει πεθάνει). Διατηρείται στη ~ με τεχνητά μέσα. Χρωστάω τη ~ μου στον γιατρό μου. (απειλητ.) Τα λεφτά σου ή τη ~ σου! Ο ερχομός του έδωσε νόημα στη ~ μου. Είσαι η ~ μου!|| Προηγούμενη ~ (βλ. μετεμψύχωση).|| (μτφ.) Ο σχεδιαστής έδωσε ~ σε χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων. ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (συνεκδ.) τα έμβια όντα ως σύνολο: θαλάσσια ~. (Α)κυτταρική μορφή ~ής. Υπάρχει ~ σε άλλους πλανήτες; 3. η περίοδος από τη γέννηση (ή από άλλο χρονικό σημείο) ως τον θάνατο (ή ως μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής) και ειδικότ. τα γεγονότα που έχει ζήσει κάποιος, ο βίος του: διάρκεια/μέσος όρος ~ής. Σχέση ~ής (: μακροχρόνια και ουσιαστική). Στα πρώτα βήματα της ~ής (= στα παιδικά χρόνια). Τι κάνεις στη ~ σου (= πώς περνάς, με τι ασχολείσαι); Δεν έκανε τίποτα (ενν. σπουδαίο ή δημιουργικό) στη ~ του. Ευκαιρίες που τυχαίνουν μία φορά στη ~. Τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί στη ~ μου. Όλη μου τη ~ δουλεύω. Παρέμεινε στο εξωτερικό για το υπόλοιπο της ~ής της. Τα λόγια του θα τα θυμάμαι για/σε όλη μου τη ~.|| ~ γεμάτη αγώνες/βάσανα (πβ. σκυλο~)/προκλήσεις/χαρές. Η ~ και το έργο του ποιητή. Σημαντικοί σταθμοί στη ~ της. Ταινία θα γίνει η ~ της δημοφιλούς ηθοποιού. Γράφει βιβλίο για τη ~ του (βλ. αυτοβιογραφία). 4. ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος, διαβίωση και ειδικότ. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο ή σε συγκεκριμένο τομέα: αληθινή/ανέμελη/άνετη (βλ. ευζωία)/γλυκιά (πβ. ντόλτσε βίτα)/δύσκολη/εικονική/εύκολη/ήσυχη/λιτή/μαύρη/παραμυθένια/πραγματική/σκληρή/σκυλίσια ~. Έκανε άστατη ~. Έχει πλούσια ερωτική ~. Αρχίζω μια καινούργια ~. Ο χορός είναι η ~ μου. Αφιέρωσε τη ~ του στην επιστήμη. Η ~ στην πρωτεύουσα έχει ακριβύνει πολύ. Την έβγαλε από τη ~ του (= τα χάλασε μαζί της). Μου αναστάτωσε τη ~. Με τη γέννηση του παιδιού, η ~ μας άλλαξε. Το πλυντήριο έκανε τη ~ μας ευκολότερη. Βελτιώσεις που έφερε στη ~ των ανθρώπων η τεχνολογία. Δεν είναι ~ αυτή (: ως εκδήλωση δυσφορίας)! Βλ. παλιο~.|| Οικογενειακή/στρατιωτική/φοιτητική ~. Η κοινωνική/πνευματική ~ της χώρας. Η καλλιτεχνική/νυχτερινή/πολιτική ~ του τόπου. Η ~ στην πόλη/στην ύπαιθρο/τον προηγούμενο αιώνα. 5. η πραγματικότητα του βίου ως εμπειρία: πείρα βγαλμένη από τη ~. Τι ξέρεις από τη ~ εσύ; Για να μάθεις τη ~, πρέπει να τη ζήσεις. Τέλειωσε το γυμνάσιο και βγήκε στη ~ (= στη βιοπάλη). Σπούδασε στο σχολείο της ~ής (: κατ' αντιδιαστολή προς την εγκύκλια εκπαίδευση). Η ~ με δίδαξε να δίνω αξία στους ανθρώπους. Αυτά έχει/έτσι είναι η ~! Πάρε τη ~ στα χέρια σου (: ανάλαβε πρωτοβουλίες). Θέλει να έχει τη δική της ~ (: να είναι ανεξάρτητη). 6. (μτφ.) (για πρόσ.) ενεργητικότητα, ζωντάνια· (για περιοχές) έντονη δραστηριότητα: Άνθρωπος που ξεχειλίζει από ~. Είναι γεμάτος ~ (= ζωτικότητα) και αισιοδοξία. Δεν έχει ~ (= ψυχή) μέσα του.|| Το νησί δεν έχει καθόλου ~ τον χειμώνα. Η πόλη σφύζει από ~. Πβ. κίνηση, κυκλοφορία. ΑΝΤ. νέκρα. 7. (μτφ.) (κυρ. για μηχανές, επιχειρήσεις) διάρκεια λειτουργίας ή αντοχής: η ~ της μπαταρίας. Η εταιρεία στη σύντομη ~ της κατάφερε να κυριαρχήσει στην αγορά. (ΟΙΚΟΝ.) Η ωφέλιμη ~ των παγίων.ζωές (οι): άνθρωποι: Απειλούνται ανθρώπινες ~. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο χάθηκαν εκατομμύρια ~ (= ψυχές). Φάρμακο που σώζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή & (λόγ.) η αιώνιος ζωή: ΘΕΟΛ. η μεταθανάτια. Βλ. επίγεια/ουράνια ~., καλή ζωή: υψηλό βιοτικό επίπεδο: ~ ~ και μακροζωία/υγεία., μεγάλη ζωή: πολυτελής και κοσμικός τρόπος διαβίωσης: χλιδή και ~ ~., ποιότητα ζωής: το επίπεδο διαβίωσης που καθορίζεται κυρ. από τη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος, από τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και από τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: χαμηλή/υψηλή ~ ~. Βελτίωση/εξασθένιση/υποβάθμιση της ~ας ~ (των κατοίκων της πόλης).|| Η ~ ~ των ασθενών. [< αγγλ. quality of life, 1943] , υποστήριξη της ζωής: οτιδήποτε συμβάλλει στη διατήρησή της: (ΙΑΤΡ.) βασική (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη)/εξειδικευμένη/μηχανική ~ ~. (ΟΙΚΟΛ.) Συστήματα ~ης ~ του πλανήτη (βλ. βιοποικιλότητα, βιόσφαιρα). [< αγγλ. life-support, 1959] , άγρια ζωή βλ. άγριος, ασφάλεια ζωής βλ. ασφάλεια, βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός, διπλή ζωή βλ. διπλός, έντονη ζωή βλ. έντονος, επιστήμες της ζωής βλ. επιστήμη, η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος βλ. δημόσιος, ημιπερίοδος ζωής βλ. ημιπερίοδος2, ημίσεια ζωή βλ. ήμισυς, ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος βλ. ιδιωτικός, καθιστική ζωή βλ. καθιστικός, κόστος ζωής βλ. κόστος, κύκλος ζωής βλ. κύκλος, σημεία ζωής βλ. σημείο, στάση ζωής βλ. στάση, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του: αυτοκτονεί: Αποφάσισε/προσπάθησε να βάλει τέλος ~., έδωσε τη ζωή του: για κάποιον που πέθανε για ένα ιδανικό ή κατ' επέκτ. αφιερώθηκε σε αυτό: Τιμάμε τους πολεμιστές που έδωσαν ~ τους για την πατρίδα.|| Έδωσε ~ της (= θυσιάστηκε) για τη σωτηρία της ανθρωπότητας., έδωσε/χάρισε ζωή σε ... 1. έγινε δωρητής οργάνων: ~ ~ σε συνανθρώπους μας, προσφέροντας τα όργανά του για μεταμόσχευση.|| (παλαιότ. για κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο) Ο βασιλιάς του χάρισε τη ~ (: του έδωσε χάρη). 2. (μτφ.) αναζωογόνησε: Έδωσε ~ (= πνοή) στη ναυτιλία/στην πόλη., εν ζωή (λόγ.): για κάποιον που είναι ακόμη ζωντανός, στη ζωή: Ο σημαντικότερος ~ ~ συγγραφέας. Δωρεά ~ ~. ΑΝΤ. μετά θάνατο(ν), έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι (προφ.): έχω μεγάλη πείρα της ζωής., ζωή μου!: ως προσφώνηση σε αγαπημένο πρόσωπο., ζωή σε (λόγου) σας (προφ.): ως έκφραση συλλυπητηρίων σε συγγενείς ή/και οικείους νεκρού: Θεός σχωρέσ' τον, ~ ~ μας., ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα (προφ.): ευτυχισμένη, ανέμελη, γεμάτη απολαύσεις και καλοπέραση, χωρίς προβλήματα και βάσανα: Περνούν ~ ~., κάνω/ζω τη ζωή μου: ζω όπως επιθυμώ, συνήθ. ανέμελα, χωρίς υποχρεώσεις: Θέλει να ταξιδέψει, να κάνει ~ της. Χαλάρωσε και ζήσε ~ σου! [< γαλλ. vivre ma vie] , μεταξύ ζωής και θανάτου: για ετοιμοθάνατο και γενικότ. για κάθε οριακή κατάσταση: Βρίσκεται ~ ~.|| Μάχη (μεταξύ) ~ ~., μια ζωή (για δήλωση δυσφορίας): από παλιά, πάντα, συνεχώς: ~ ~ τα ίδια λάθη!, μια ζωή την έχουμε (προφ.): η ζωή είναι σύντομη και για αυτό πρέπει να την απολαμβάνουμε., μια ολόκληρη ζωή (προφ.): για πάντα· (επιτατ.) για δήλωση ενός συγκεκριμένου, μικρού ή μεγάλου, χρονικού διαστήματος: φίλοι ~ ~. Αυτοκίνητο/έπιπλα/σπίτι για ~ ~/μια ζωή. Είναι νέος κι έχει ~ ~ (= το μέλλον) μπροστά του.|| Απαιτείται/δεν του φτάνει ~ ~ για να ... Τίναξε στον αέρα ό,τι έχτιζε ~ ~., ξανάφτιαξε τη ζωή του/της: ξαναπαντρεύτηκε. [< γαλλ. refaire sa vie] , ποτέ στη ζωή μου (εμφατ.): ποτέ: Δεν θα το ξεχάσω ~ ~ (: μέχρι να πεθάνω). Ποτέ, μα ~ ~ (= ως τώρα) δεν επιδίωξα να ..., στη ζωή και στο(ν) θάνατο: για πάντα, σε καλές και κακές περιστάσεις: Ορκίστηκαν να είναι μαζί ~ ~., στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου (προφ.): ως όρκος προς επικύρωση των λεγομένων: ~ ~ μου, δεν το έκανα εγώ! Πβ. μα την πίστη μου!, σε ό,τι έχω ιερό., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο (προφ.): του δημιουργώ συνεχώς προβλήματα, δεν τον αφήνω να ηρεμήσει, κυρ. ψυχολογικά ή συναισθηματικά: Μου κάνει ~ ~ (= με ζορίζει, ταλαιπωρεί). ΣΥΝ. μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο, φιλί (της) ζωής: τεχνητή αναπνοή με εκπνοή στο στόμα και κατ' επέκτ. διάσωση την τελευταία στιγμή: Ο ναυαγοσώστης τού έδωσε το ~ της ~.|| (συχνότ. μτφ.) ~ ~ στην οικονομία. Οι βροχές έδωσαν το ~ ~ στα σιτηρά. Πβ. ενίσχυση, τόνωση. [< αγγλ. kiss of life, 1961] , αγώνας (μεταξύ) ζωής και θανάτου βλ. αγώνας, αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, δίνω (μια) ανάσα (ζωής) βλ. ανάσα, είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου) βλ. νήμα, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, εφ' όρου ζωής βλ. όρος, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, έχασε τη μάχη για/με τη ζωή/με το(ν) θάνατο βλ. μάχη, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, η ιστορία της ζωής μου βλ. ιστορία, κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή βλ. κρατώ, μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου βλ. μπαίνω, ο θάνατός σου, η ζωή μου! βλ. θάνατος, στοίχισε τη ζωή (σε κάποιον) βλ. στοιχίζει, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω ● βλ. ζωούλα [< αρχ. ζωή, γαλλ. vie, αγγλ. life, γερμ. Leben]

θέμα

θέμαθέ-μα ουσ. (ουδ.) {θέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οτιδήποτε τίθεται υπό εξέταση, πραγμάτευση ή προβληματισμό· αντικείμενο διαλόγου ή μελέτης, ζήτημα ή πρόβλημα: ~ ομιλίας. Συνέδριο με ~ ... Βασικό/κύριο/πρώτο ~ στην ημερήσια διάταξη. ~ για/προς συζήτηση. Ταξινόμηση κατά ~. ~ατα υγείας. Ειδικός σε ~ατα φορολογίας. Αναλύω/αναπτύσσω/ασχολούμαι με/διερευνώ/εκθέτω/εξαντλώ/ερευνώ/θίγω/καταπιάνομαι με/μελετώ/παρουσιάζω/πραγματεύομαι ένα ~. Έχω ~ με Δεν είναι/συνιστά ~ της αρμοδιότητάς μου. Το όλο ~ έχει ως εξής ... Δεν έχω άποψη για το ~. Ας επιστρέψουμε στο/ξεφύγαμε απ’ το ~ μας. Έπιασε το ~ σε όλη του την έκταση.|| Περνώ/πηδώ από το ένα ~ στο άλλο. Μην αλλάζεις ~! Έλα/μπες στο ~ (πβ. προκείμενο, ψητό). Το ~ είναι πιασάρικο/πουλάει. Ας μείνει εκεί το ~ (: ας μην το συζητήσουμε άλλο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Προβολή ~ατος (: ομάδας συζήτησης). Πλοήγηση ανά ~.|| Αμφιλεγόμενο/ανεξάντλητο/επείγον/επίκαιρο/επίμαχο/καυτό/κρίσιμο/λεπτό/προσωπικό/φλέγον ~. ~ ουσίας/ταμπού. Εθνικά/εκκρεμή/τρέχοντα ~ατα. Ανέκυψε σημαντικό/σοβαρό ~. Ανοίγει το ~ της ... Δεν προκύπτει ~ ευθυνών. Παραμένει ανοιχτό το/δεν βρέθηκε λύση στο ~ των ... Έκλεισε/ξεκαθάρισε/ρυθμίστηκε το ~. Θάβω/καίω/κουκουλώνω/συγκαλύπτω ένα ~. Πβ. υπόθεση. 2. περιεχόμενο καλλιτεχνικού ή λογοτεχνικού έργου, μοτίβο: ενδιαφέρον/κοινότοπο/πρωτότυπο/συναρπαστικό/συνηθισμένο ~. Το ~ ενός βιβλίου/μιας ταινίας (πβ. στόρι, υπόθεση). Έκθεση φωτογραφίας με ελεύθερο ~. Συγγραφέας που αντλεί τα ~ατά του από προσωπικά βιώματα. Βλ. παράθεμα.|| Το ~ του έρωτα/του πολέμου στην τέχνη. Το ~ της Γέννησης/της Σταύρωσης στη βυζαντινή ζωγραφική. 3. ερώτημα, άσκηση ή αδίδακτο κείμενο σε εξετάσεις: αναμενόμενα/απαιτητικά/ασαφή/βατά/δύσκολα/δυσνόητα/εύκολα/ΣΟΣ ~ατα. Τα ~ατα των μαθηματικών/των πανελλαδικών. Διαρροή/εκφώνηση ~άτων. ~ εκτός ύλης. Από τα τρία ~ατα να απαντήσετε (σ)τα δύο. Το τρίτο ~ είχε/ήταν παγίδα. Πβ. ερώτηση, ζήτημα, παρατήρηση.|| Το άγνωστο ~ των Αρχαίων. 4. ΜΟΥΣ. βασική μελωδία μουσικής σύνθεσης, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι το τέλος της: το ~ της σονάτας. Παραλλαγές (πάνω) στο ίδιο ~. Πβ. μοτίβο. 5. ΓΛΩΣΣ. σταθερό τμήμα λέξης, αποτελούμενο από τη ρίζα και τα προσφύματα, χωρίς τη γραμματική κατάληξη: ονοματικό/παραγωγικό/ρηματικό ~. Βλ. πρόθεμα. ● Υποκ.: θεματάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω θέμα: προτείνω ένα αντικείμενο για συζήτηση, εξέταση: ~ ~ αξιολόγησης/ασφάλειας. ~ ~ σε συμβούλιο/σύσκεψη για .../να ... Η κυβέρνηση σκοπεύει να θέσει ~ αλλαγής του εκλογικού νόμου., βγάζω θέμα 1. (συνήθ. για δημοσιογράφο ή τηλεπαρουσιαστή) καταφέρνω, στη διάρκεια συζήτησης ή μετά από έρευνα, να αποσπάσω ενδιαφέρουσες ή αποκαλυπτικές πληροφορίες που μπορεί να αποτελέσουν είδηση: Το κανάλι/ο ρεπόρτερ έβγαλε ~ (= λαβράκι, λαγό). Δεν βγήκε ~ από τη συνέντευξη. 2. {συνήθ. στον πληθ.} συντάσσω ερωτήματα εξετάσεων: Ο δάσκαλος/η εξεταστική επιτροπή/ο καθηγητής ~ει ~ατα., δεν είναι δικό σου θέμα (προφ.): δεν σε αφορά, δεν σου πέφτει λόγος: Σε παρακαλώ μην ανακατεύεσαι, ~ ~., δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα: δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι, ούτε καν συζητιέται· δεν πρόκειται για κάτι σημαντικό: Δεν τίθεται/υφίσταται ~ απομάκρυνσής του από το κόμμα/αύξησης των τιμών. Δεν γεννάται ~ για αλλαγή της συμφωνίας. Δεν είναι ούτε ~ αριθμών ούτε ~ πρακτικών.|| Από τη δική μου την πλευρά δεν υπάρχει ~ (: όλα είναι εντάξει). Για ένα και δύο ευρώ δεν είναι τώρα ~ (: δεν υπάρχει πρόβλημα)!, δεν έχω θέμα (νεαν. αργκό): δεν με πειράζει., είναι θέμα/ζήτημα (+ γεν.): έχει σχέση με ή εξαρτάται από: ~ ~ αξιοπιστίας/αρχής/γοήτρου/ηθικής/προτεραιότητας/συνήθειας/τιμής/χρημάτων. Είναι καθαρά ~ γούστου., επί του θέματος (λόγ.): σχετικά με την υπόθεση που μας απασχολεί: σχόλια ~ ~. Διαμορφώνω άποψη/τοποθετούμαι ~ ~. Έχετε να δηλώσετε/να κάνετε κάποιο σχόλιο/να πείτε κάτι ~ ~; Πβ. επί του προκειμένου., κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα (προφ.): δίνω σε κάτι περισσότερη σημασία από ό,τι χρειάζεται ή προκαλώ πρόβλημα, κάνω φασαρία για κάτι: Από το τίποτα δημιούργησε ολόκληρο ~! Αν δεν πληρώσει, δημιουργείται ~. Μικρό το κακό, μην το κάνεις ~!, το θέμα της ημέρας/των ημερών/της εβδομάδας/του μήνα: αυτό που θεωρείται ως το σημαντικότερο, σύμφωνα με την κοινή γνώμη και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Το ~ της ημέρας είναι τα νέα μέτρα., το θέμα/ζήτημα είναι (να ...): για να δοθεί έμφαση σε κάτι σημαντικό: Το ~ ~ να περιορίσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Το ~ δεν είναι ποιος φταίει και ποιος όχι, αλλά ..., είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα βλ. ζήτημα, εκτός θέματος βλ. εκτός, ζήτημα/θέμα ζωής ή/και θανάτου βλ. ζήτημα, θέμα/ζήτημα χρόνου βλ. χρόνος, μη υπάρχοντος άλλου θέματος ... βλ. υπάρχω, το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα βλ. αλλάζω [< μτγν. θέμα, γαλλ. thème, γερμ. Thema, αγγλ. theme 4: ιταλ. tema]

θέση

θέσηθέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το σημείο του χώρου στο οποίο βρίσκεται κάποιος ή κάτι: Μετακίνησε τους φακέλους από τη ~ τους. Τα βιβλία δεν είναι στη ~ τους. Βάλτο στη ~ του!|| ~ σφραγίδας (: σε επίσημο έγγραφο). Θέσεις στάθμευσης (: για παρκάρισμα). Διακόπτης/πολύμπριζο τεσσάρων θέσεων (= υποδοχών).|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ~ του τόνου. Η ~ των λέξεων σε μια πρόταση (βλ. σειρά).|| Δεν υπάρχει ~ για γραφείο. Κάνε ~ να κάτσω κι εγώ. Πβ. χώρος.|| Πιάνω ~ στην ουρά.|| Καθορισμός της θέσης και της έκτασης ενός οικοπέδου. Σπίτι σε καλή/προνομιακή ~. Πβ. μέρος, περιοχή, τοποθεσία, τόπος.|| Εντοπισμός της θέσης του καλούντος/ενός οχήματος. Προσδιορίζω τη ~ ενός πλοίου (πβ. στίγμα).|| (ΣΤΡΑΤ.) Aμυντική/οχυρή/στρατηγική ~. Πόλεμος θέσεων και κινήσεων. Βομβαρδισμός/κατάληψη εχθρικών θέσεων. Τα στρατεύματα αποχώρησαν από τις/εγκατέλειψαν τις θέσεις τους.|| (ΜΑΘ.-ΑΣΤΡΟΝ.) Γωνία/διάνυσμα θέσης/θέσεως. Θέσεις αστέρων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης. Βλ. ιστο~. 2. καθένα από τα καθίσματα αίθουσας ή μέσου μεταφοράς: αναπαυτική ~. ~ (συν)οδηγού. ~ για (μη) καπνίζοντες. Κράτηση θέσης (= τραπεζιού) σε εστιατόριο/κινηματογράφο/συναυλία. Αριθμημένες/μπροστινές/πίσω θέσεις. Πληρότητα θέσεων. Αυτοκίνητο πέντε (= πενταθέσιο)/καναπές τριών (= τριθέσιος) θέσεων. Είναι άδεια/ελεύθερη/πιασμένη η ~. Βρίσκω ~. Δίνω/παραχωρώ/προσφέρω τη ~ μου (π.χ. σε ηλικιωμένο ή σε έγκυο). Παίρνω τη ~ (κάποιου). Γύρνα/έλα/κάθισε/πήγαινε (πίσω) στη ~ σου. Άλλαξαν θέσεις. Κράτα μου μια ~ κι έρχομαι. Μείνετε (ήσυχοι) στις θέσεις σας! Υπάρχουν κενές θέσεις στη γαλαρία (του λεωφορείου)/στην πλατεία (του θεάτρου).|| Κλείνω ~ για την εκδρομή/την παράσταση/το συνέδριο (: εξασφαλίζω την παρουσία, τη συμμετοχή μου). 3. ο τρόπος με τον οποίο στέκεται κάποιος ή είναι τοποθετημένο κάτι: καθιστή/όρθια ~ εργασίας. (Βολική) ~ οδήγησης/ύπνου. Διορθώνω τη ~ της σπονδυλικής μου στήλης. Δεν κάθεσαι στη σωστή ~. Κοιμάται σε ύπτια ~. ~ ανάνηψης. Πβ. στάση. Βλ. παράθεση.|| Η ~ των ποδιών/των χεριών κατά την άσκηση. Τοποθετήστε τη συσκευή σε επικλινή/επίπεδη/κάθετη/κατακόρυφη/οριζόντια ~. 4. (μτφ.) σειρά σε κατάταξη ή αξιολογική κλίμακα: βαθμολογική ~. Ισοβαθμία τριών υποψηφίων στην τελευταία ~ εισακτέων.|| (κυρ. σε αγώνες) Tερμάτισε στην τέταρτη ~. Διατήρησε/κατέλαβε/κυνήγησε τη δεύτερη ~. Πάλεψαν/έδωσαν μάχη για την τρίτη ~. Εξασφάλισαν μια ~ στην εξάδα. Μάχονται για μια ~ στον τελικό.|| (κατ' επέκτ.) Επιχείρηση που κατέχει κυρίαρχη ~ στη διεθνή αγορά. Η εταιρεία διεκδικεί μία ~ μεταξύ των πενήντα μεγαλύτερων του κόσμου. Στην υψηλότερη ~ των προτιμήσεων των τηλεθεατών η εκπομπή …|| (μτφ.) Απέκτησε/κατέκτησε/κέρδισε επάξια μια ~ δίπλα στους κορυφαίους μουσικούς. Δικαιούται/έχει μια ~ στην ιστορία. Πήρε τελικά τη ~ που του άξιζε. 5. (μτφ.) αξίωμα στην ιεραρχία υπηρεσίας ή σώματος, δουλειά: καλοπληρωμένη/νευραλγική/χηρεύουσα ~. ~-κλειδί/κύρους/(συνήθ. ειρων.) περιωπής. Κάλυψη θέσης. Επίδομα θέσης ευθύνης. Απόσπαση σε μια ~ (βλ. μετάθεση). Εκδήλωση ενδιαφέροντος/υποψηφιότητα για τη ~ του Προέδρου. Ανοιχτές/διαθέσιμες/διοικητικές/εργασιακές/νέες θέσεις. Θέσεις απασχόλησης πτυχιούχων/ορισμένου και αορίστου χρόνου. Απελευθέρωση/δημιουργία/προκήρυξη/στελέχωση θέσεων. Καθήκοντα/υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ~/(λόγ.) εκ της θέσεώς του. (Ανα)ζητώ/εξασφαλίζω μια ~ στο Δημόσιο. Απολύθηκε από/διατήρησε τη ~ του. Διορίζομαι/εκλέγομαι/προάγομαι/προσλαμβάνομαι/υπηρετώ στη ~ του ... Παραιτούμαι από τη ~ του Διευθυντή. Παίρνω τη ~ (κάποιου). Δεν θέλω να χάσω τη ~ μου. Βρήκε ~ ως... Έχει/κατέχει ανώτερη/επιτελική/ηγετική/καλή/µόνιµη/τιμητική/υπεύθυνη/υψηλή ~. Ανέλαβε νευραλγική ~ στο Υπουργείο. Η επιχείρηση τού πρόσφερε/πρότεινε μια αρκετά προσοδοφόρα ~. Προκηρύσσεται μία ~ ερευνητή/καθηγητή. Πβ. πόστο. 6. ΑΘΛ. ρόλος που έχει κάποιος παίκτης στην ομάδα του: Παίζει στη ~ του τερματοφύλακα. Του έδωσαν/πήρε ~ βασικού. Αγωνίζεται στη ~ του πλέι μέικερ. 7. προβλεπόμενος αριθμός υποψηφίων ή συμμετεχόντων: θέσεις ειδικότητας/πρακτικής άσκησης/υποτροφίας. Προσφερόμενες θέσεις για εθελοντές/σπουδές. Μείωση των θέσεων εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Δεν έχει/υπάρχει (κενή) ~ στον παιδικό σταθμό. 8. (μτφ.) η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι: αξιοζήλευτη/μειονεκτική/πλεονεκτική ~. Σε ~ αναμονής. Με φέρνεις σε δύσκολη ~. Βελτιώνω/δυσχεραίνω τη ~ μου. Βρίσκομαι στη δυσάρεστη/στην ευχάριστη ~ να σας ανακοινώσω ότι ... Είμαι σε καλύτερη ~ (= μοίρα) από/σε σχέση με τον ... Μην επιβαρύνεις τη ~ σου! Τι θα έκανες στη ~ μου;|| (λόγ.) ~ σε κίνηση/λειτουργία. Απαγόρευση της θέσεως σε κυκλοφορία χημικών προϊόντων. Ημερομηνία θέσεως της σύμβασης σε ισχύ.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ακάλυπτη ~. Καθαρή ~ ενεργητικού/εταιρείας (= στάτους).|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ του υπαλλήλου σε αργία/διαθεσιμότητα. 9. (μτφ.) το σύνολο των ιδεών που υποστηρίζει κάποιος: ακραίες/αντικρουόμενες/απόλυτες/επιστημονικές/πολιτικές/προγραμματικές/ριζοσπαστικές/σαφείς/φιλοσοφικές θέσεις. Αξιολόγηση/γνωστοποίηση/διατύπωση/παρουσίαση/ταύτιση θέσεων. Οι θέσεις της Εκκλησίας/του κόμματος/της παράταξης. Θέσεις και αντιθέσεις/αρχές/προθέσεις/προτάσεις. Κριτική πάνω στις θέσεις/(λόγ.) επί των θέσεων (κάποιου). Οι ελληνικές θέσεις στο θέμα του ... Αυτή είναι η ~ μου (= άποψη). Η επίσημη ~ της κυβέρνησης για/(πάνω) σε ένα ζήτημα. Απάντηση στην ανατρεπτική/προκλητική/πρωτοποριακή ~ του … Προς απόδειξη της θέσεως ότι ... Παίρνω ανοιχτά/δημόσια ~ υπέρ/κατά ... Διαχωρίζω τη ~ μου (= αποστασιοποιούμαι). Αλλάζω θέσεις. Εκφράζω/ξεκαθαρίζω/υπερασπίζομαι/υποστηρίζω τη ~/τις θέσεις μου. Εμμένω/μένω ακλόνητος στις θέσεις μου. Δεν παρεκκλίνω από τις θέσεις μου. Υπεραμύνεται της θέσεώς/των θέσεών του σχετικά με ... Αποδοκιμάστηκαν/επιδοκιμάστηκαν οι θέσεις του.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~, αντίθεση, σύνθεση. ~ ή αποδεικτέα πρόταση. Πβ. πεποίθηση. Βλ. υπόθεση. 10. (μτφ.) ρόλος, σπουδαιότητα: η ~ της τεχνολογίας στην κοινωνία. Η ~ της γυναίκας στις αναπτυσσόμενες χώρες.|| Έχει μια (σημαντική) ~ στη ζωή μου. Έχει ξεχωριστή ~ στην καρδιά μου. 11. ΦΙΛΟΛ. -ΜΟΥΣ. η τονισμένη συλλαβή του μετρικού ποδός· το τονισμένο τμήμα κατά τη ρυθμική ανάγνωση μουσικού κομματιού. ΑΝΤ. άρση (3) ● Υποκ.: θεσούλα (η) 1. θέση εργασίας: (ειρων.) Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να βολευτεί/να χωθεί σε καμιά ~ στο Δημόσιο. 2. κάθισμα, μικρός χώρος: Βρήκε μια ~ και κάθισε.|| Έβαλε τα βιβλία σε μια ~ πάνω στο γραφείο. Πβ. γωνίτσα. ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτης θέσης: στον οποίο υποδεικνύεται η θέση ενός σημείου: (ηλεκτρονικός) ~ ~ του κτιρίου/της πόλης/του σταθμού. ~ες ~ και ευρύτερης περιοχής., ανάρροπη θέση βλ. ανάρροπος, αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, γεωγραφική θέση βλ. γεωγραφικός, δεύτερη θέση βλ. δεύτερος, διακεκριμένη θέση βλ. διακεκριμένος, εδραία θέση βλ. εδραίος, εκλόγιμη θέση βλ. εκλόγιμος, θέση ισχύος βλ. ισχύς, κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. κένωση, κοινωνική θέση βλ. κοινωνικός, οικονομική θέση βλ. οικονομικός, οργανική θέση βλ. οργανικός, πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων βλ. πλήρωση, πρώτη θέση βλ. πρώτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο, τουριστική θέση βλ. τουριστικός, τρίτη θέση βλ. τρίτος, φώτα θέσης βλ. φως, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: βάζω τα πράγματα στη θέση τους (μτφ.): δίνω τη σωστή διάσταση ενός θέματος, αποκαθιστώ την αλήθεια: Για να βάλουμε ~ ~, πρέπει να πούμε ότι ... Νέα στοιχεία ήρθαν να βάλουν ~ ~., δεν έχω θέση κάπου (μτφ.): δεν μπορώ να συμμετέχω, επειδή είμαι μη αποδεκτός ή ακατάλληλος, ή επειδή θεωρώ ότι δεν μου αρμόζει: Με τέτοιες απόψεις δεν έχει (καμία) ~ ανάμεσά μας. Ο φόβος δεν ~ει ~ σε ένα τέτοιο εγχείρημα (: δεν ταιριάζει). Εγώ φεύγω, ~ ~ εδώ. Πβ. δεν χωράω κάπου., έδωσε τη θέση (του) σε κάτι (μτφ.): αντικαταστάθηκε από: Η απαισιοδοξία ~ ~ της στην ελπίδα., είμαι σε θέση να ... & (λόγ.) εις θέσιν να ...: έχω τη δυνατότητα, μπορώ: ~ ~ να σου πω ότι ... Δεν ~ ~ σε βοηθήσω αυτή τη στιγμή. Πβ. σε κατάσταση να ..., έρχομαι/μπαίνω στη θέση του: βιώνω νοερά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος: Έλα/μπες ~ ~ του και προσπάθησε να τον καταλάβεις. Βλ. ενσυναίσθηση.|| (για ηθοποιό) Μπαίνω ~ ~ του ήρωα/του προσώπου που υποδύομαι (πβ. μπαίνω στο πετσί)., παίρνω θέση για/σε κάτι (μτφ.): εκφράζω την άποψή μου, τοποθετούμαι: Πήρε ~ για την κρίση/τις μεταμοσχεύσεις. Δεν πήρε ~ στην κόντρα μεταξύ ... Έχει πάρει ~ κατά/υπέρ του ..., στη θέση (προσώπου ή πράγματος): προς δήλωση αντικατάστασης: Εκκλησία χτισμένη ~ ~ αρχαίου ναού. (ειρων.) Θέλει να γίνει υπουργός ~ ~ του υπουργού (πβ. χαλίφης στη θέση του χαλίφη). Πβ. αντί.|| (μτφ.) ~ ~ σου θα έφευγα (: αν ήμουν εσύ)., τον βάζω στη θέση του (μτφ.-προφ.): του κάνω παρατήρηση για την ανάρμοστη ή προσβλητική συμπεριφορά του, ώστε να μην την επαναλάβει: Κάποιος πρέπει να τον βάλει ~ ~. Δεν βρέθηκε ένας να αντιδράσει/διαμαρτυρηθεί και να τον βάλει ~ ~. Πβ. ανακαλώ/επαναφέρω στην τάξη, του τη λέω., βρίσκει θέση (κάπου) βλ. βρίσκω, ελαφρύνω τη θέση κάποιου βλ. ελαφρύνω, επέχει θέση βλ. επέχω, κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση βλ. κατέχω, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, κρατά(ει) τη θέση του βλ. κρατώ, λάβετε θέσεις βλ. λαμβάνω, μια θέση στον ήλιο βλ. ήλιος, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση βλ. κατάλληλος, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, σε απόσταση/θέση βολής βλ. απόσταση, σε θέση μάχης βλ. μάχη [< αρχ. θέσις, γαλλ. place, position]

θέτω

θέτωθέ-τω ρ. (μτβ.) {έθε-σα, θέσω, τέθηκε, τεθεί, θέτ-οντας} (λόγ.): βάζω, τοποθετώ ή υποβάλλω: ~ ένα αίτημα/τις βάσεις για …/ένα ερώτημα/τα θεμέλια για …/κανόνες/τις κατευθύνσεις/κριτήρια/ένα πρόβλημα/προθεσμία σε κάποιον (πβ. καθορίζω, ορίζω)/μια πρόταση (για/προς ψηφοφορία)/τις προϋποθέσεις για …/(ένα) τέλος σε … ~ (κάποιον) σε αργία/διαθεσιμότητα/δοκιμασία/επαγρύπνηση/επιφυλακή/κίνδυνο/ομηρία. ~ κάτι υπό αμφισβήτηση/(δικαστική, νόμιμη) απαγόρευση. ~ κάποιον υπό επιτήρηση/κηδεμονία/την κυριαρχία μου/περιορισμό/προστασία. ~ ένα μέτρο σε εφαρμογή/σε ισχύ. ~ μια υπόθεση στο αρχείο. ~ περιορισμούς/πλαφόν σε κάτι. ~σε βέτο/όρους/τον εαυτό του στη διάθεση της Δικαιοσύνης. ~ κάτι σε αχρηστία (= το αχρηστεύω). Ένας τραυματισμός τον ~σε εκτός μάχης/παιχνιδιού. ~σαν το κίνημα εκτός νόμου. Οι πυροσβέστες κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο τη φωτιά. ~σαν το φάρμακο εκτός κυκλοφορίας (= το απέσυραν). Έχουν θέσει σε λειτουργία τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Έχει θέσει σκοπό/(ως) στόχο της ζωής της να ... Τον έχουν θέσει/τέθηκε εκτός ... (= τον έχουν απομακρύνει, περιθωριοποιήσει). Μας έχουν θέσει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Για να το θέσω (πιο) απλά, ... Πρέπει να θέσεις προτεραιότητες στη ζωή σου (= να βάλεις). Σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου. Βλ. αντι~, δια~, εκ~, μετα~, παρα~. ● ΦΡ.: θέτω (κάτι) υπόψη (κάποιου) (λόγ.): του το γνωστοποιώ: Έθεσαν ~ του υπουργού τα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο τους. Πβ. επισημαίνω., θέτω επί ποδός (λόγ.): κινητοποιώ., θέτω θέμα/ζήτημα: το κοινοποιώ, το εκθέτω, για να συζητηθεί ή/και να επιλυθεί: ~ουν θέμα ηγεσίας (πβ. εγείρω, προβάλλω). Οι μαθητές ~σαν πολλά θέματα στον δήμαρχο. Έχουμε θέσει το ζήτημα στο τραπέζι των συζητήσεων., θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) (λόγ.): τον καλώ να αναλάβει τις ευθύνες του: Η αντιπολίτευση έθεσε την κυβέρνηση ~ ~ της., θέτω/βάζω κατά μέρος: αφήνω στην άκρη αντιρρήσεις ή διαφωνίες: Έθεσαν/έβαλαν ~ ~ τις διαφορές τους (= τις παραμέρισαν) και ένωσαν τις δυνάμεις τους., θέτω/βάζω/τοποθετώ τον πήχη (πολύ) ψηλά: ορίζω υψηλούς στόχους. [πβ. γαλλ. placer la barre trop haut] , βάζω/θέτω τη σφραγίδα μου, βλ. σφραγίδα, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, θέτω εν αμφιβόλω βλ. αμφίβολος, θέτω επί τάπητος βλ. τάπητας, θέτω σε κυκλοφορία βλ. κυκλοφορία, θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, θέτω/βάζω σε ενέργεια βλ. ενέργεια, θέτω/βάζω σε κίνηση βλ. κίνηση ● βλ. τίθεμαι [< μεσν. θέτω]

ιδέα

ιδέα[ἰδέα] ι-δέ-α ουσ. (θηλ.) {ιδε-ών} 1. κάτι που υπάρχει μόνο στον νου, αφηρημένη έννοια· ιδανικό, ιδεώδες: αόριστη/ασαφής/γενική ~. Εγκαταλείπω/εφαρμόζω/καλλιεργώ/υλοποιώ μια ~. Εμπνευστής/πρωτεργάτης/υπέρμαχος μιας ~ας. Διαμόρφωση/επεξεργασία/σύλληψη ~ών. Από παλιά μού είχε καρφωθεί η ~ να γίνω δημοσιογράφος. Μου πέρασε από το μυαλό η ~ να τον καλέσω. Με τρομάζει η ~ (= σκέψη) να ταξιδεύω μόνη. Τρέμει στην ~ και μόνο ότι θα μείνει άνεργος. Όλα είναι μια ~.|| Η ~ της δημοκρατίας/της δικαιοσύνης/του έθνους/της ελευθερίας/του Θεού/των Ολυμπιακών Αγώνων/της πατρίδας. 2. σκέψη που εκφράζεται ως πρόταση, πρόθεση για κάτι: ανατρεπτική/ανόητη/αντισυμβατική/απλή/αρχική/βασική (πβ. κόνσεπτ)/δημιουργική/εναλλακτική/έξυπνη/επαναστατική/ευφυής/εφικτή/ξαφνική/πρωτότυπη/ριζοσπαστική/τολμηρή ~. Έχει καινοτόμες/λαμπρές/φρέσκες ~ες. Θαυμάσια ~ για δώρο. Διατυπώνω/προωθώ/στηρίζω μια ~. Ανταλλαγή/αξιολόγηση/διάδοση/έκθεση/έκφραση/πλούτος/σύνθεση ~ών. Μια ~ γεννιέται/ωριμάζει. Το μυαλό του όλο κατεβάζει ~ες (= έχει φαντασία, επινοητικότητα). Δεν έχω καθόλου ~ες (πβ. έμπνευση). Η ~ (= το σχέδιο, ο σκοπός) ήταν να ... Είχε την ~ να ... Σε ποιον ανήκει η ~ για ...; Καμιά ~ για βόλτα; Ωραία ~! (προφ.) Όλο ~ες είσαι, αλλά στην πράξη τίποτα. Πβ. επινόηση, σύλληψη. 3. γενική εικόνα, εντύπωση: Να σου δώσω/πάρε μια ~ για το θέμα.|| Έχω την ~ ότι είσαι προκατειλημμένος (πβ. αίσθηση, υποψία).|| ~ μου ήταν ή όντως φάνηκε κάπως αμήχανος; Δεν αργήσαμε, (η) ~ σας είναι. 4. άποψη, αντίληψη: αντικειμενική/υποκειμενική ~. Αναχρονιστική/κοινωνική/ξεπερασμένη/οικονομική/πολιτική/προοδευτική/σύγχρονη/συντηρητική ~. Εξτρεμιστικές/μοντέρνες ~ες. Υπερασπίζομαι τις ~ες μου. Οι ~ες ενός συγγραφέα (πβ. ιδεολογία, κοσμοθεωρία, φιλοσοφία). Δεν έχει καλή ~ για τον φίλο μου. 5. ΦΙΛΟΣ. (στην πλατωνική φιλοσοφία) υπερβατική οντότητα της οποίας τα αντικείμενα του αισθητού κόσμου είναι ατελείς αναπαραστάσεις: ο κόσμος των ~ών. Βλ. αρχέ-, πρό-τυπο. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Ιδέα 1. ΙΣΤ. πολιτικό και εθνικό ιδεώδες, καθώς και το σύνολο των ενεργειών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αι. για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών και τη δημιουργία μεγαλύτερου σε έκταση ελληνικού κράτους. Βλ. αλυτρωτισμός. ΣΥΝ. μεγαλοϊδεατισμός 2. (μτφ.) μεγαλεπήβολο, φιλόδοξο σχέδιο ή πρόταση., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, έμμονη ιδέα βλ. έμμονος, ευρωπαϊκή ιδέα βλ. ευρωπαϊκός, φαεινή ιδέα βλ. φαεινός ● ΦΡ.: βάζω ιδέες (σε κάποιον)/βάζω (κάποιον) σε ιδέες (προφ.): του προκαλώ σκέψεις, επιθυμίες: Η πρότασή σου μου έβαλε ιδέες. Ένας φίλος αγόρασε μηχανή και με έβαλε σε ιδέες (ενν. να αγοράσω και εγώ)., δεν έχω ιδέα: δεν έχω ούτε τη στοιχειώδη γνώση για κάτι: ~ ~ για το θέμα/πώς τη λένε. Δεν έχει ~ (= δεν σκαμπάζει) από μαθηματικά.|| Έχει κανείς ~ περί τίνος πρόκειται;, δεν έχω την παραμικρή ιδέα (εμφατ.): δεν γνωρίζω καθόλου: Δεν έχουν ~ τι συνέβη. Ξεκινήσαμε, χωρίς να έχουμε ~ πού πάμε.|| Έχεις ~ (= ξέρεις) πόσο γελοίο είναι αυτό που κάνεις; [< γαλλ. je n' ai pas (le moindre) idée] , έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του: νομίζει ότι είναι πολύ σπουδαίος, είναι αλαζόνας. Πβ. καβάλησε το καλάμι. [< γαλλ. avoir une haute idée de soi] , μια ιδέα: πάρα πολύ λίγο, ελάχιστα: Το χρώμα έπρεπε να ήταν ~ ~ πιο σκούρο. (σε συνταγή) ~ ~ αλάτι/ζάχαρη. ~ ~ από γαρίφαλο. [< γερμ. eine Idee] , μου βάζει (κάποιος)/μου ήρθε μια ιδέα: κάποιος μου δίνει μια ιδέα ή συλλαμβάνω μια σκέψη: Ένας φίλος μού έβαλε την ιδέα να εκδώσω το έργο μου.|| Μου ήρθε μια ~. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., μου μπήκε μια ιδέα/μου μπαίνουν ιδέες (προφ.): σκέφτομαι, επιθυμώ ή υποψιάζομαι κάτι: Μου έχει μπει η ~ να κάνω ένα ταξίδι. Δεν πρόκειται να έρθω, μη σου μπαίνουν ~. Πβ. μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι., συμφιλιώνομαι με την ιδέα (μτφ.): αποδέχομαι κάτι, κυρ. δυσάρεστο: ~ ~ του χωρισμού. Έχει συμφιλιωθεί ~ ότι θα ζήσει μακριά από τους δικούς του., χάνω πάσα ιδέα: νιώθω έντονη απογοήτευση, εκπλήσσομαι συνήθ. αρνητικά για κάποιον ή κάτι: Έχω χάσει ~ ~ με αυτά που συμβαίνουν. Έχασα ~ ~ για σένα/για το άτομό σου., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, παίρνω ιδέες βλ. παίρνω, ρίχνω την ιδέα/την πρόταση βλ. ρίχνω [< 1,2,3,4: γαλλ. idée, γερμ. Idee, αγγλ. idea 5: αρχ. ἰδέα]

κακό

κακόκα-κό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. καλό 1. (προφ.) συμφορά, δυστυχία: κοινωνικά ~ά (= δεινά). Ο πόλεμος είναι μεγάλο/τρομερό ~. Τι ~ κι αυτό! Μια λάθος κίνηση και το ~ δεν αργεί να συμβεί! Το ένα ~ φέρνει το άλλο. (για ατύχημα:) Πώς έγινε το ~; Θέλησε να προλάβει το ~. Μην εύχεσαι το ~ του! Πολλά ~ά τον χτύπησαν τελευταία.|| Έγινε μεγάλο ~ (πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία). 2. (προφ.) αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα: Έχει ένα ~· με διακόπτει συνέχεια, όταν μιλάω. Κάθε εποχή έχει και τα ~ά της.|| Πού είναι/το βλέπεις το ~; Μια χαρά μου φαίνεται το ντύσιμό του! Τι το ~ βρίσκεις, δηλαδή; 3. οτιδήποτε αντιτίθεται στον κώδικα ηθικής και στους θρησκευτικούς κανόνες· το βλαβερό και επιζήμιο για τον άνθρωπο: (ΦΙΛΟΣ.) η ύπαρξη του ~ού.|| (ΘΕΟΛ.) Οι δυνάμεις/το πνεύμα του ~ού (βλ. διάβολος). Λύτρωση από το ~. Βλ. το δέντρο της γνώσης.|| Παντού βλέπει το ~ (: είναι καχύποπτος). Είναι ~ να βασανίζεις τα ζώα.|| Είπε κάτι ~ για μένα. Πβ. κακία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά (λόγ.): παθήματα του παρελθόντος: Μη μας θυμίζεις ~ ~!, αναγκαίο κακό βλ. αναγκαίος ● ΦΡ.: ... και κακό! (προφ.-επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί αναστάτωση: Γέλια/κόσμος/φωνές ~ ~! Τι φασαρία ~ ~ είν' αυτή;, απ' το κακό στο χειρότερο: για συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης: Τα πράγματα βαίνουν/εξελίσσονται/οδηγούνται/πάνε ~ ~., βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου (προφ.): έχω κακό προαίσθημα, φοβάμαι ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί: Μη ~εις ~ ~ σου!|| Μην βάζεις στο μυαλό σου συνέχεια το κακό!, η αρχή του κακού: το πρώτο από μία σειρά δυσάρεστων συμβάντων: ~ ~ έγινε με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων. Οι πλημμύρες δεν ήταν παρά ~ ~., η πηγή/η ρίζα του κακού: η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: Προσπαθεί να εντοπίσει την ~ ~. ~ ~ πρέπει ν' αναζητηθεί αλλού. Αυτός έχει την ευθύνη, είναι ~ ~/η πηγή όλων των κακών. Βλ. σημείο μηδέν., κακό να σου 'ρθει/να σ' εύρει!: ως κατάρα., κακό που με βρήκε/έπαθα! (προφ.): ως αναφώνηση για κάτι πολύ άσχημο που έτυχε σε κάποιον: Τι ~ είν' αυτό που μας βρήκε/που πάθαμε! Βρε, ~ ~ (τώρα)!, κακό του κεφαλιού μου/σου/του (προφ.): επικριτικό σχόλιο ή προειδοποίηση για απερίσκεπτη πράξη που είχε ή θα έχει αρνητικά αποτελέσματα: Επιμένεις; Ε, τότε ~ ~ σου! ~ ~ του που πήγε και ..., κάνω κακό: βλάπτω: Ξεχνάς το ~ που σου 'κανε;|| Άσ' τον! Κακό στον εαυτό του κάνει!|| Το στρες ~ει ~ στην καρδιά. Δεν θα σου ~ει ~ μια ασπιρίνη!|| (ειρων.) Δεν σου έκανε ~ που ζορίστηκες λίγο!|| Το χαλάζι έκανε μεγάλο ~ (: προκάλεσε πολλές καταστροφές) στις σοδειές., κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του & έγινε κίτρινος/πράσινος απ' το κακό/τη ζήλια του (προφ.): ζήλεψε πάρα πολύ., με το κακό/με το άγριο (προφ.): με απότομο τρόπο: Μην τον πάρεις ~ ~ και φοβηθεί! ΑΝΤ. με το καλό/μαλακό, μικρό/λίγο το κακό! (προφ.): για να δηλωθεί ότι η ζημιά είναι αμελητέα· δεν πειράζει: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~!, μου βγήκε σε κακό (προφ.): για κάτι που είχε (ή έχει) δυσάρεστες συνέπειες: Καλύτερα να μην πήγαινα· ~ ~! Θα σου βγει σε ~ που δεν προσέχεις!|| (ως κατάρα) Σε κακό να σου βγει! ΑΝΤ. μου βγήκε σε καλό, παράγινε/έχει παραγίνει το κακό & (σπάν.) απόγινε το κακό (προφ.): η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~ με σένα/με την κίνηση!, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό: ανησυχώ, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί: Μην πάει ο νους σου ~!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου (προφ.): ζηλεύω πάρα πολύ: Έσκασε/άφρισε/λύσσαξε ~ της, όταν το έμαθε., το κακό έγινε: για ανεπανόρθωτο γεγονός: Δεν έχει νόημα να το συζητάμε, τώρα ~ ~, δυστυχώς! Πβ. ό,τι έγινε έγινε., το κακό είναι ... (προφ.): για να επισημάνουμε κάτι αρνητικό: ~ ~ πως δεν ξέρω τον δρόμο. Το ~ (μαζί) του είναι πως είναι εγωιστής. Το ~ με τους ανθρώπους είναι ότι … ΑΝΤ. το καλό είναι ότι ..., άνθη/άνθος του κακού βλ. άνθος, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, για καλό και για κακό βλ. καλό, για καλό/για κακό βλ. καλό, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω, τρίτωσε το κακό βλ. τριτώνει [< αρχ. τὸ κακὸν]

καρδιά

καρδιάκαρ-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες κεντρικό όργανο του κυκλοφορικού συστήματος· (ειδικότ. στον άνθρωπο) βρίσκεται ανάμεσα στους πνεύμονες προς το αριστερό μέρος του θώρακα και τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα: οι βαλβίδες/οι κοιλότητες (: κόλποι και κοιλίες)/ο μυς (= μυοκάρδιο)/τα τοιχώματα (: ενδο-, περι-κάρδιο) της ~ιάς. Συστολή και διαστολή της ~ιάς (: παλμός, σφυγμός). Η ~ δέχεται το αίμα που προέρχεται από τις φλέβες και το ωθεί προς τις αρτηρίες. Βλ. αορτή, διάφραγμα, μεσοθωράκιο, προκάρδιο, τριχοειδή αγγεία.|| Τεχνητή ~. Εξέταση (= καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/μεταμόσχευση ~ιάς. Ανακοπή/συγκοπή ~ιάς. Επέμβαση στην ~ (βλ. βηματοδότης, μπαϊπάς, μπαλονάκι, στεντ, χόλτερ). Βλ. καρδιοπάθεια, στηθοσκόπιο.|| Αδύναμη/γερή ~. Έχει/υποφέρει από την ~ του. Σταμάτησε η ~ του (= πέθανε). Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην ~. Βλ. καρδιο-. 2. (κατ' επέκτ.) σύμβολο έρωτα ή αγάπης, κατά το σχήμα του συγκεκριμένου οργάνου: κόσμημα/μαξιλαράκι/τούρτα ~. Ζωγραφίζω μια ~ με βέλος. Χάραξαν μια ~ με τα ονόματά τους στο δέντρο. Βλ. καρδιόσχημος. 3. (μτφ.) ψυχή· χαρακτήρας: τα μυστικά της ~ιάς. Από τα μύχια της ~ιάς μου. Άνθρωπος χωρίς ~ (= άκαρδος). Η ~ μου πάει να σπάσει/χοροπηδάει (: από την αγωνία, τον φόβο ή την ταραχή). Έχει αγνή/ανοιχτή/άπονη/άστατη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/καλή/πονετική/σκληρή/τρυφερή/χρυσή ~ (βλ. -καρδος). (για αγαπημένο πρόσ.) Θα του έδινα/πρόσφερα/χάριζα (και) την ~ μου!|| (για μεγάλη στενοχώρια) Αγκάθι/μαχαίρι/μαχαιριά/πόνος/χτύπημα στην ~. Καίγεται/κλαίει/σκίζεται/σπάει/σπαράζει/σφίγγεται η ~ μου (= στενοχωριέμαι πολύ) να/όταν τον βλέπω να υποφέρει! Μου πίκρανες την ~ (= με πλήγωσες πολύ).|| Τα λόγια της άγγιξαν την (ή τις χορδές της ~ιάς)/μίλησαν στην ~ μου (= με συγκίνησαν).|| Άκου την ~ σου! ΣΥΝ. συναίσθημα. ΑΝΤ. λογική.|| (για νεκρό) Θα ζει για πάντα στις ~ιές μας (= θα τον θυμόμαστε). Βλ. μυαλό. ΣΥΝ. στήθος (3) 4. (ειδικότ.-μτφ.) διάθεση, όρεξη, προθυμία· κουράγιο, υπομονή: Πάρε ό,τι θέλει/λαχταράει/ποθεί η ~ σου!|| Χρειάζεται ~ (= θάρρος, τόλμη) για να τα βγάλει πέρα. Το κάνω με την ~ μου! Με τι ~ (: ψυχική δύναμη) να ...; 5. (μτφ.) κέντρο, μέσο: Στην ~ των γεγονότων/των εξελίξεων (= στο επίκεντρο)/του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/της νύχτας/της πόλης (πβ. πυρήνας, ομφαλός). Μείνε στην ~ (= ουσία) του ζητήματος/του θέματος/του προβλήματος.|| Η ~ του καρπουζιού/του μαρουλιού (= εντεριώνη).|| Η ~ του αντιδραστήρα (: το μέρος όπου βρίσκονται τα καύσιμα και γίνονται οι αντιδράσεις σχάσης). ● Υποκ.: καρδούλα (η) [< μεσν. καρδούλα] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά βλ. αθλητικός, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, μεγάλη καρδιά βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: από καρδιάς & (λόγ.) από/εκ καρδίας: ειλικρινά, ολόψυχα: Συγχαρητήρια ~ ~! (Σας) ευχαριστώ (θερμά) ~ ~! Εύχομαι/θα ήθελα ~ ~ να ...|| Εξομολόγηση/συνέντευξη ~ ~ (= ειλικρινής). ΣΥΝ. από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με όλη μου την ψυχή/την καρδιά, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει: εκφράζομαι με βάση τα πραγματικά μου αισθήματα., βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά: για να δηλωθεί απόλυτη ειλικρίνεια ή τιμιότητα., βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου: ανησυχώ, αγωνιώ ή φοβάμαι πολύ: Όποτε ακούω θόρυβο τη νύχτα, τρέμει η ~ (= ψυχή) μου. Μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα έχει βγει η ~ μου!, δεν μου κάνει καρδιά να ... (προφ.): δεν θέλω με τίποτα: ~ ~ την αφήσω μόνη της/φύγω. Τέτοιες μέρες δεν σου ~ ~ μείνεις σπίτι!, ελαφρά τη καρδία (λόγ.) & με ελαφριά (την) καρδιά: με επιπολαιότητα, απερισκεψία. Βλ. με βαριά καρδιά., έξω καρδιά (προφ.): (για πρόσ.) ανοιχτόκαρδος, απλόχερος, καλοσυνάτος, πρόσχαρος: Είναι (άνθρωπος/χαρακτήρας) ~ ~!, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου (προφ.): του έχω ιδιαίτερη αγάπη ή συμπάθεια., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο (προφ.): χτυπάει πολύ δυνατά και γρήγορα, συνήθ. από ξάφνιασμα, φόβο, αγωνία ή έντονη συγκίνηση., καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου {συνήθ. στον αόρ.}: τον γοητεύω ερωτικά, τον κάνω να με ερωτευτεί., καλή καρδιά! (προφ.): προτροπή για αισιόδοξη, καλοπροαίρετη, φιλική διάθεση: ~ ~ (να υπάρχει) κι όλα θα φτιάξουν! Υγεία και ~ ~!, καρδιά/καρδούλα μου: ως οικεία προσφώνηση: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~, όλα θα πάνε καλά! Τι έχεις, ~ ~, και κλαις; ~ ~ μου εσύ! ΣΥΝ. ψυχή/ψυχούλα μου!, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά (προφ.): απρόθυμα: Ήρθε/το έκανε ~ ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία., μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) (προφ.): μου δημιουργεί αίσθημα ευθύνης, στενοχώρια ή τύψεις., πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της (προφ.): ηρέμησα ύστερα από μεγάλη αγωνία, αναστάτωση: Μου τηλεφώνησε πως είναι καλά και ~ ~. ΑΝΤ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της: πέθανε από καρδιά., (έχει) καρδιά αγκινάρα βλ. αγκινάρα, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές, καίει καρδιές βλ. καίω, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) βλ. κλείνω, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του βλ. εκλεκτός, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου βλ. ραγίζω, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το χέρι της καρδιάς βλ. χέρι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια [< μεσν. καρδιά, γαλλ. cœur, αγγλ. heart]

κάτω

κάτωκά-τω επίρρ. & (λαϊκό) κάτου 1. στο έδαφος ή σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς: Με έριξε ~. Κοιμήθηκαν ~ (στο πάτωμα). Πβ. καταγής, κατάχαμα, χάμω.|| Καθίστε ~ (: στις θέσεις σας)! Κατέβα ~ (απ' την καρέκλα)! Σκύψε ~ (= χαμηλά)! Πήγε ~ δεξιά/προς τα ~. Τι γίνεται εδώ/εκεί ~; Λίγο πιο ~/παρα~ βρίσκεται ... (πβ. μακριά, παραπέρα). Φεύγει για ~ (: περιοχή στον νότο).|| ~ απ' το κρεβάτι/τη σκάλα. ~ στο υπόγειο. Από τη μέση και ~. Πόνος ~ απ' το γόνατο. Πέρασα ~ από το σπίτι σου.|| (μτφ.) ~ από τη βάση/το μηδέν/το όριο της φτώχειας. ~ από αυτές τις συνθήκες. ~ από την επίδραση/την επιρροή ... ΣΥΝ. υπό.|| (λιγότερο:) ~ από ... λεπτά το λίτρο. Πενήντα τοις εκατό ~ οι τιμές! (+ γεν.) Ακατάλληλο ~ των δεκαεπτά. Οικισμός ~ των πεντακοσίων κατοίκων. Αγορές ~ των ... ευρώ.|| (ως επίθ.) Η ~ γειτονιά. Στο ~ μέρος/τμήμα της σελίδας. Εξαιρούνται οι πιο ~ (= εξής, κάτωθι) περιπτώσεις. (ΑΝΑΤ.) Η ~ γνάθος. Τα ~ άκρα/μέλη (= πόδια). (σε τοπωνύμια) ~ Μηλιά/Παναγιά/Πατήσια. ΑΝΤ. άνω.|| (ως ουσ., προφ.) Οι από ~ (: αυτοί που μένουν στον ~ όροφο). ΑΝΤ. πάνω & επάνω (1) 2. {επιφών.} ως έκφραση αποδοκιμασίας ή απειλής: ~ οι κλέφτες/ο φασισμός! ΑΝΤ. ζήτω.|| ~ τα ξερά σου! Πβ. μακριά τα χέρια σου. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, Κάτω Βουλή βλ. βουλή, οι Κάτω Χώρες βλ. χώρα ● ΦΡ.: δεν το βάζω κάτω (προφ.): δεν σταματώ να αγωνίζομαι, να προσπαθώ: ~ ~ (= δεν απογοητεύομαι) εύκολα/με τίποτα/στις δυσκολίες. Κουράστηκα, αλλά δεν θα το βάλω ~ (= δεν θα υποκύψω). Μην το ~εις ~ (= μην κάνεις πίσω, μην υποχωρείς)!, είμαι στα κάτω μου (προφ.): έχω κακή διάθεση, είμαι πεσμένος ψυχολογικά. Πβ. νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως. ΣΥΝ. είμαι (στα) ντάουν (μου) ΑΝΤ. είμαι στα πάνω μου, είμαι/βρίσκομαι από κάτω (προφ.): σε μειονεκτική θέση: Κουράστηκα να ~ ~/να με έχουν συνέχεια από κάτω!, κάτω κάτω (επιτατ.): στο πιο χαμηλό σημείο: Τι διακρίνεις ~ ~;, με παίρνει από κάτω/αποκάτω (προφ.): πέφτω ψυχολογικά, απελπίζομαι, απογοητεύομαι: Χάσαμε, αλλά δεν θα μας πάρει ~ (= δεν θα χάσουμε το κουράγιο μας)! ΣΥΝ. τα βάφω μαύρα, μια και κάτω (προφ.): με μια κίνηση: Άδειασε το ποτήρι ~ ~ (= μια/μία κι έξω, μονορούφι)., ο κάτω κόσμος (λαϊκό-λογοτ.): ο κόσμος των νεκρών. ΣΥΝ. Άδης (1) ΑΝΤ. ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος, πέφτω κάτω 1. σωριάζομαι: Έπεσε ~ και χτύπησε. Πέστε ~.|| (μτφ.-εμφατ.) ~ ~ από τα γέλια (= ξεκαρδίζομαι). 2. (μτφ.-προφ.) αρρωσταίνω, καταρρέω: Έπεσα ~ με σαράντα πυρετό., στο κάτω κάτω (της γραφής) (προφ.): άλλωστε, εξάλλου: ~ ~ δεν χάθηκε κι ο κόσμος! Πβ. εν τέλει, έπειτα, και στην τελική, σε τελική/σε τελευταία ανάλυση, στο φινάλε., τα βάζω κάτω (προφ.): σκέφτομαι προσεκτικά, υπολογίζω την κατάσταση: Τα έβαλα ~ και τα λογάριασα. Βάλτα ~, σκέψου τα ήρεμα κι έπειτα αποφάσισε., τον βάζει κάτω (προφ.) 1. τον φέρνει σε τέτοια θέση, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει: Με ~ (= καθίζει) ~, που λες, και αρχίζει να μου τα ψέλνει.|| (κυριολ.) Τον έβαλε (= έριξε) ~ κι άρχισε να τον χτυπά. 2. υπερτερεί έναντι κάποιου: ~ ~ στην πονηριά., ως/μέχρι/ίσαμε κάτω: ως την άκρη, το τέλος: Το μονοπάτι κατεβαίνει ~ ~., άνω-κάτω βλ. άνω, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, βάζω το κεφάλι κάτω βλ. κεφάλι, κάτω απ' τ' αυλάκι βλ. αυλάκι, κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου βλ. μύτη, κάτω από τη/υπό (τη) σημαία βλ. σημαία, κάτω από το τραπέζι βλ. τραπέζι, κάτω τα χέρια από ... βλ. χέρι, κάτω του μετρίου βλ. μέτριος, μια πάνω (και) μια κάτω βλ. πάνω & επάνω, μπαμ και κάτω βλ. μπαμ, πάει κάτω βλ. πηγαίνω & πάω, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, πίσω από τις λέξεις βλ. λέξη, που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω βλ. κώλος, το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει) βλ. μήλο, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. κάτω]

κεφάλι

κεφάλικε-φά-λι ουσ. (ουδ.) {κεφαλ-ιού | -ιών} 1. το ανώτερο τμήμα του σώματος του ανθρώπου, που συνδέεται με τον κορμό μέσω του λαιμού και στο οποίο βρίσκεται ο εγκέφαλος, το στόμα και αισθητήρια όργανα, όπως τα μάτια, τα αυτιά και η μύτη: η κίνηση/η κλίση/η κορυφή/το νεύμα/το σκύψιμο/το σχήμα/το τίναγμα του ~ιού. Το πίσω μέρος του ~ιού (βλ. ινίο). Το ~ μου πονάει/πάει να σπάσει (: έχω πονοκέφαλο, ημικρανία). Κούνησε το ~ του καταφατικά (βλ. συγκατανεύω). Μου κάνει νόημα με το ~ (: μου γνέφει). Βουτιά με το ~. Ξύνει το ~ του (: το τριχωτό μέρος, κυρ. από αμηχανία ή άγνοια). Νέοι με κοντοκουρεμένα/ξυρισμένα ~ια.|| (μτφ.) Βάζω/πάω στοίχημα το ~ μου (= τη ζωή μου). Παίζει το ~ του (κορόνα γράμματα) (= διακινδυνεύει, ρισκάρει). Βλ. προσκέφαλο. ΣΥΝ. κεφαλή (1) 2. το αντίστοιχο εμπρόσθιο ή ανώτερο τμήμα του σώματος ζώων: ~ αλόγου/εντόμου/ψαριού.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστό ~ κατσικιού. Καθαρίζουμε τις γαρίδες από τα ~ια και το κέλυφος. 3. νους, μυαλό, πνεύμα· άνθρωπος με μεγάλες ή/και ειδικές διανοητικές ικανότητες: Ποιος σου έβαλε αυτή την ιδέα στο ~;|| Μαθηματικό ~. Πβ. αυθεντία, διάνοια, εγκέφαλος, ιδιοφυΐα.|| (ειδικότ.) Τα κορυφαία ~ια (: ηγετικά στελέχη) της κυβέρνησης. Πβ. επιτελής. 4. καλλιτεχνική αναπαράσταση αυτού του τμήματος του σώματος ανθρώπου ή ζώου: ανάγλυφο/αρχαϊκό/μαρμάρινο ~. Ξύλινο ~ θεάς. Σκαλιστό ~ λιονταριού. Το ~ της Μέδουσας (: με μαλλιά από φίδια). Πβ. κεφαλή, προτομή. 5. στρογγυλό ή στρογγυλεμένο αντικείμενο ή άκρο αντικειμένου: ένα ~ τυρί/τυριού. Μισό ~ σκόρδο/σκόρδου.|| ~ βελόνας/καρφιού/καρφίτσας. 6. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζώο ή σπανιότ. πρόσωπο θεωρούμενο ως μονάδα μέτρησης ευρύτερου συνόλου: Εκατό ~ια γίδια/πρόβατα. Μετράει ~ια. ● Υποκ.: κεφαλάκι (το) ● Μεγεθ.: κεφάλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι (μτφ.): πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος: Δεν παίρνει από λόγια και συμβουλές, είναι ~ ~!, άδειο/κούφιο κεφάλι (μειωτ.): για άνθρωπο άμυαλο, ανόητο., βαρύ κεφάλι (προφ.): ο πονοκέφαλος: Το πρωί σηκώνομαι με ~ ~. , μεγάλο κεφάλι (μτφ.) 1. ο ιθύνων νους: Ποιος είναι το ~ ~ της εταιρείας/της ομάδας; Πβ. εγκέφαλος. 2. ευφυής, πανέξυπνος. ΑΝΤ. βλάκας, χαζός (1), κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: (το) έφαγε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): υφίσταται αρνητικές ή/και καταστροφικές συνέπειες λόγω δικών του κακών επιλογών: Πάει γυρεύοντας να (το) φάει ~ (: καταστραφεί). Πβ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου., ανοιγμένα κεφάλια & άνοιξαν κεφάλια (μτφ.-προφ.): για βίαια επεισόδια και τραυματισμούς: συμπλοκές και ~ ~. Βλ. δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι., βάζω το κεφάλι κάτω 1. σκύβω το κεφάλι προς τα κάτω: Έβαλε ~ και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. 2. (μτφ.) σκέφτομαι προσεκτικά, συγκεντρώνομαι: ~ ~ και δουλεύω. Να βάλεις ~ να ξεκαθαρίσεις πρώτα τι θες. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω την προσπάθεια: Μη βάλεις ~, αλλά να παλέψεις ως το τέλος., βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου (προφ.): σκέψου προσεκτικά, πάρ' το απόφαση: Ένα θα σου πω και ~ ~. ~ ~ (= συνειδητοποίησέ το), δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει., βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) & (σπάν.) κουτουλάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) (μτφ.-προφ.): μετανιώνω πικρά για κάτι: Όταν σκέφτομαι τι έχω κάνει, ~ ~. ~ ~ που ήμουν τόσο αφελής., βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου (μτφ.-προφ.): αναφέρω κάτι που αποτελεί προϊόν δικής μου επινόησης· κατ' επέκτ. μιλάω αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα., γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): ξέφυγε από θανάσιμο ή άλλο κίνδυνο (κυρ. καθαίρεσης, απόλυσης): Εγκατέλειψε την πόλη και ~ ~. Φόρτωσε το φταίξιμο στον συνάδελφό του, για να σώσει ~ ~., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι και κατ' επέκτ. βρίσκομαι σε σύγχυση: ~ ~ από το ξενύχτι. Πβ. βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια. Βλ. ίλιγγος., έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου (προφ.) 1. (κυριολ.) πέφτει (κάτι) στο κεφάλι μου: Μια μπάλα μού ήρθε στο κεφάλι. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ., για ξαφνική σκέψη) μου έρχεται στον νου: Ο καθένας λέει ό,τι του έρθει στο κεφάλι. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., έφυγε από το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): απαλλάχτηκα, λυτρώθηκα από κάτι που με βασάνιζε: Ένα βάρος ~ ~.|| Φύγε ~ (: άσε με ήσυχο)!, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου (προφ.): έχω πολλές σκέψεις, έγνοιες, προβλήματα που με απασχολούν: ~ ~, για να συγχύζομαι και με τα ειρωνικά σου σχόλια., έχω το κεφάλι μου ήσυχο (προφ.): είμαι ήρεμος, δεν με απασχολεί κάτι: Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο κι όχι μεταχειρισμένο για να ~ ~., κάνω του κεφαλιού μου (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κάνω ενέργειες, συχνά άστοχες ή απερίσκεπτες, χωρίς να υπολογίζω τη γνώμη ή την υπόδειξη κανενός., κάνω/φτιάχνω κεφάλι (αργκό) 1. ζαλίζομαι, μεθώ. 2. μαστουρώνω. Πβ. φτιάχνομαι., μας πήρε το κεφάλι (προφ.): μας ζάλισε, έγινε ανυπόφορος: ~ ~ με τη γκρίνια/το κλάμα/τη φλυαρία του., με περνά ένα κεφάλι & μου ρίχνει ένα κεφάλι (προφ.): με ξεπερνά στο ύψος κατά ένα κεφάλι., με το κεφάλι ψηλά & ψηλά το κεφάλι (μτφ.): για να δηλωθεί τόλμη, αξιοπρέπεια ή περηφάνια: Περπατώ με το κεφάλι ψηλά. Αποχώρησε/έφυγε/στάθηκε με ~ ~. Αποκλεισμός/ήττα με ~ ~.|| (ως προτροπή) Κράτα ψηλά ~. Ψηλά ~, ο αγώνας συνεχίζεται., παίρνω κεφάλι (μτφ.-προφ.): παίρνω προβάδισμα: Οι αντίπαλοι μας πήραν ~ στο σκορ (= προηγούνται)., παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια & κόβω κεφάλια (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ αυστηρά· απολύω: Ένα λάθος έκανε ο άνθρωπος, γιατί να του πάρουμε το ~; Κόβουν/παίρνουν ~ια στελεχών. 2. αποκεφαλίζω., πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας (προφ.): από πάνω μου ή σε χαμηλό ύψος: Αεροπλάνα που πετούν/καλώδια που βρίσκονται ~ ~ μας. Μη στέκεσαι ~ ~ μου (: για να δηλωθεί ενόχληση)!|| (μτφ.) Γράφω αυτά που θέλω, χωρίς να έχω κανέναν ~ ~ μου (: δεν με ελέγχει, περιορίζει κανείς)., πέφτουν (πολλά) κεφάλια (προφ.): γίνονται αποπομπές ή καθαιρέσεις (από θέσεις και αξιώματα), επιβάλλονται αυστηρές τιμωρίες. Βλ. καρατόμηση., πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι: για ακραίες ενέργειες που, αντί να θεραπεύσουν ένα πρόβλημα, έχουν καταστροφικές συνέπειες: Η λογική/η συνταγή (του) "~ ~". Ό,τι δεν λειτουργεί καλά, το καταργούμε: ~ ~., σκύβω το κεφάλι 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω, συνήθ. λόγω ντροπής, απογοήτευσης: Περπατά/στέκεται με σκυμμένο ~. 2. (μτφ.) υποτάσσομαι, φέρομαι δουλικά, υποχωρώ: Μη ~εις ~ (: μην υποκύπτεις)! ΣΥΝ. κύπτω τον αυχένα ΑΝΤ. σηκώνω κεφάλι (1), τα κεφάλια μέσα! (οικ.-χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι έληξε η περίοδος της ανάπαυλας και αρχίζουν πάλι οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, τα καθήκοντα: Το διάλειμμα τελείωσε, ~ ~. Πβ. κάθε κατεργάρης στον πάγκο του., το κάτω κεφάλι (προφ.): το αντρικό μόριο και κατ' επέκτ. η σεξουαλική επιθυμία: Σκέφτονται με το ~ ~., το πάνω κεφάλι (προφ.): η λογική., χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι & κατακέφαλα (προφ.): προκαλεί ζαλάδα: Με χτύπησε ο ήλιος/το κρασί στο κεφάλι., (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου βλ. κορόνα, (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. κεραμίδι, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... βλ. γεμίζω, γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι βλ. κουδούνι, δεν σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι βλ. καζάνι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. μυαλό, κακό του κεφαλιού μου/σου/του βλ. κακό, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) βλ. κατεβαίνω, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι βλ. κασίδης, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) βλ. φέρνω, χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. κεφάλιν]

κίνηση

κίνησηκί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή της θέσης ενός σώματος σε σχέση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ανοδική/επαναλαμβανόμενη/καθοδική/κυκλική/παλινδρομική/παλμική/σταθερή/ταχεία/φαινομενική ~. Η (αυτόνομη) ~ του ανθρώπου/των ζώων (βλ. βάδιση, κολύμβηση, πτήση). Η ~ του αεροπλάνου/της μπάλας/του πλοίου. Η (περιοδική) ~ του εκκρεμούς. Η (περιστροφική) ~ των ηλεκτρονίων γύρω από τον πυρήνα/των πλανητών. Σε αδιάκοπη/αέναη/αιώνια/συνεχή ~ (ΑΝΤ. ηρεμία). (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανίχνευση/ανιχνευτής ~ης. Βλ. ανα~, ατμο~, αυτο~, ηλεκτρο~, μηχανο~, πετρελαιο~, τηλε~, υδρο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ρήματα (δηλωτικά) ~ης/~ήσεως.|| (ΦΥΣ.) Αντίρροπη/αντίστροφη/επιβραδυνόμενη/επιταχυνόμενη/(ευθύγραμμη) ομαλή/μεταβαλλόμενη/μεταδιδόμενη/σχετική ~. Η διεύθυνση/οι νόμοι/η φορά της ~ης. Ελικοειδείς/σπειροειδείς ~ήσεις.|| (ΓΕΩΛ.) Εδαφικές/σεισμικές/τεκτονικές ~ήσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σε πραγματικό χρόνο. Προσθήκη (εφέ) ~ης. Προσομοίωση ~ης. ΑΝΤ. ακινησία (1) 2. (ειδικότ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μετατόπιση, αλλαγή θέσης μέλους ή μελών του σώματος: αέρινες/εκφραστικές/προκλητικές/ρυθμικές/χορευτικές (πβ. φιγούρα) ~ήσεις. Άνεση/συγχρονισμός ~ήσεων. Με αθόρυβες/απαλές/αργές/άτσαλες/ελαφρές/επιδέξιες/ζωηρές/ήρεμες/μαλακές/νευρικές/συγκρατημένες/συντονισμένες/φοβισμένες/χαριτωμένες ~ήσεις (ενν. των χεριών/ποδιών). Ετοιμάστηκε με απλές/αυτόματες/μηχανικές ~ήσεις. Συμφωνία με μια ~ του κεφαλιού (πβ. νεύμα). Άτομα με δυσκολία στην ~ (: που δυσκολεύονται να περπατήσουν). Έκανε μια αδέξια/απότομη/βίαιη/ξαφνική ~. Αισθάνθηκε μια ~ πίσω του (: κάποιον να κινείται). Πβ. κούνημα, σάλεμα.|| (για ακούσιες/αντανακλαστικές ~ήσεις) ~ήσεις του οφθαλμού. Καρδιακές/μυικές ~ήσεις (: συσπάσεις, τόνος). 3. μετακίνηση οχημάτων σε αστικούς κυρ. δρόμους ή εθνικές οδούς· ειδικότ. κυκλοφοριακή συμφόρηση: έλεγχος της ~ης. Ενημέρωση για την ~ στο κέντρο της πόλης. Αραιή/αυξημένη/μειωμένη/πυκνή η ~ (των αυτοκινήτων). Η ~ διεξάγεται ομαλά/χωρίς προβλήματα.|| Έχει απερίγραπτη/αφάνταστη/αφόρητη/τρομερή ~. Πού πας με τέτοια ~; Έμπλεξε στην ~ και άργησε. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα, υγραεριο~. 4. μαζική μετακίνηση ανθρώπων· διακίνηση αγαθών: μεταναστευτική ~. Αύξηση/μείωση της τουριστικής ~ης. Αναμενόμενη/ενισχυμένη/περιορισμένη η (επιβατική) ~ στα αεροδρόμια/λιμάνια (πβ. κινητικότητα). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Έξοδα (παραστάσεως και) ~ήσεως. (ΣΤΡΑΤ.) ~ήσεις στρατευμάτων. Επιθέσεις με κυκλωτικές ~ήσεις.|| Αγοραστική/εμπορική ~. ~ των ειδών/εμπορευμάτων/προϊόντων. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ενέργεια, πράξη για επίτευξη συγεκριμένου στόχου: απεγνωσμένη/αποφασιστική/έξυπνη/περίεργη/σημαντική ~ (προσέγγισης). Αναπτυξιακές/βελτιωτικές/διορθωτικές/επιθετικές/κερδοσκοπικές/μεθοδικές/μεταγραφικές/προμελετημένες/προσεκτικές/σπασμωδικές/ύποπτες ~ήσεις. ~ήσεις εκτόνωσης/εμπιστοσύνης/εντυπωσιασμού/εξομάλυνσης των σχέσεων. Με αποτελεσματικές/μετρημένες ~ήσεις ... Έξοχη επιχειρηματική ~. ~ αγάπης για τους σεισμοπαθείς. ~ προς τη σωστή κατεύθυνση. Με μια ~ αιφνιδιασμού ... Η ~ή σου δεν ήταν σωστή. Έκανες λάθος ~! Έκανε την πρώτη ~ (= βήμα). Εξετάζει/προετοιμάζει την επόμενή του ~. Καταγράφουν/παρακολουθούν τις ~ήσεις μας. Μελέτη των ~ήσεων του αντιπάλου. Πβ. χειρισμός. Βλ. παρα~.|| (στο σκάκι) Ματ σε τέσσερις/τρεις ~εις.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγής. Αίτηση/απόφαση ~ήσεως (= έναρξης) της διαδικασίας. 6. κίνημα: ανανεωτική/αντιεθνικιστική/αντιεξουσιαστική/δημοκρατική/ενιαία/ενωτική/οικολογική/προοδευτική/ριζοσπαστική ~. Αγωνιστική/ανεξάρτητη/αυτόνομη ~ εκπαιδευτικών/φοιτητών. ~ (και πρωτοβουλία) πολιτών κατά του ρατσισμού/για την προστασία των μεταναστών. Συνεργαζόμενες πολιτικές ~ήσεις. Εθελοντικές ~ήσεις/~ήσεις εθελοντών. ~ήσεις και συσπειρώσεις. Ιδρύθηκε/λειτουργεί/συγκροτήθηκε διεθνής ~ για ... Ενισχύω/συμμετέχω σε/υποστηρίζω αντιπολεμική ~. Πβ. ρεύμα. 7. κυκλοφορία πελατών, επισκεπτών, θεατών σε εμπορικούς ή πολιτιστικούς συνήθ. χώρους· συνεκδ. το σύνολό τους και οι οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται: κατάστημα με μεγάλη/μικρή (ετήσια/καθημερινή/μηνιαία) ~. Η ~ στα μουσεία/στην αγορά. Η ~ στα μαγαζιά ήταν/παρουσιάστηκε ανεβασμένη/αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη. Ενισχύθηκε η οικονομική ~ της πόλης. Άνοδος/πτώση της αγοραστικής/εμπορικής ~ης. Καταγραφή/στατιστικά ~ης δικτύου/ιστοσελίδας/υπηρεσίας (πβ. επισκεψιμότητα). (σε νοσοκομείο) Βιβλίο ~ης ασθενών. 8. {συνήθ. στον εν.} (περιληπτ.) δραστηριότητες, εκδηλώσεις, πρωτοβουλίες, γεγονότα σε ορισμένο τομέα ή χώρο δράσης: επιστημονική/καλλιτεχνική/πνευματική ~. ~ ιδεών. Παρακολούθηση της πολιτιστικής ~ης. Η αθλητική ~ του σαββατοκύριακου. Ρεπορτάζ για την αγωνιστική ~ στο μπάσκετ. Τηλεπικοινωνιακή ~ της εορταστικής περιόδου. 9. διακύμανση ποσοτικού μεγέθους, όπως αυτή καταγράφεται επισήμως: (ΟΙΚΟΝ.) ~ κεφαλαίων (και συνάλλαγμα)/λογαριασμού/μετοχών/πιστωτικής κάρτας/ταμείου/τιμών. Η ~ στο χρηματιστήριο.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Δείκτης/στοιχεία ~ης του πληθυσμού (: γεννητικότητας, θνησιμότητας, μετανάστευσης). 10. ΤΕΧΝΟΛ. για μηχανική διάταξη που έχει τη δυνατότητα να θέσει κάτι (όχημα, συσκευή) σε λειτουργία, μεταδίδοντας συνήθ. κινητήρια ροπή: αυτοκίνητο με μπροστινή/οπίσθια ~/με ~ στους τέσσερις τροχούς. Βιομηχανικά/υβριδικά/υδραυλικά συστήματα ~ης. Αλυσίδες (μετάδοσης) ~ης. Βλ. τετρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο κίνησης & (λόγ.) κινήσεως 1. τμήμα ιδρύματος, υπηρεσίας, αρμόδιο για την οργάνωση της μετακίνησης των μελών του και της εκτέλεσης των δρομολογίων, καθώς και για τον έλεγχο της στάθμευσης και συντήρησης των οχημάτων του: (ΣΤΡΑΤ.) αξιωματικός του ~ου ~ήσεως. 2. τμήμα νοσοκομείου αρμόδιο για την καταγραφή των ασθενών που εισέρχονται προς νοσηλεία ή φεύγουν με εξιτήριο και κατ' επέκτ. για την έκδοση εισιτηρίων, εξιτηρίων., παθητική κίνηση: μέθοδος φυσικοθεραπείας-αποκατάστασης κατά την οποία εξασφαλίζεται κίνηση των κάτω άκρων με τη χρήση ειδικών μηχανημάτων: ~ ~ σε παράλυτους/παραπληγικούς. ~ ~ μετά από αρθροπλαστική γόνατος., ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, αναπνευστικές κινήσεις βλ. αναπνευστικός, ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως βλ. ελευθερία, κεφάλαιο κίνησης βλ. κεφάλαιο, οικουμενική κίνηση βλ. οικουμενικός ● ΦΡ.: εν κινήσει & (προφ.) σε κίνηση: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται: Το όχημα βρίσκεται/είναι ~ ~. ΑΝΤ. εν στάσει, θέτω/βάζω σε κίνηση 1. βάζω σε λειτουργία: Μηχανισμός που τίθεται/μπαίνει ~ αυτόματα/με ρεύμα/με το πάτημα ενός κουμπιού. 2. (μτφ.) ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ: Τέθηκε/μπήκε ~ η διαδικασία/προσπάθεια (επίλυσης του ζητήματος) (: ξεκίνησε, τέθηκε σε ισχύ). Έχουν τεθεί/μπει ~ όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη (: κινητοποιηθεί)., έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1, έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων βλ. πρωτοβουλία, κόβω κίνηση βλ. κόβω, σε αργή κίνηση βλ. αργός, σε γρήγορη κίνηση βλ. γρήγορος [< αρχ. κίνησις, γαλλ. mouvement]

κλαίω

κλαίωκλαί-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κλαις ..., κλαίγοντας, (λόγ. μτχ. ενεστ. κλαί-ων, -ουσα, -ον) | έκλαι-γα, έκλα-ψα, κλά-ψει, κλαύ-τηκα κ. κλάφ-τηκα, κλαυ-τεί κ. κλαφ-τεί, κλα-μένος} & (σπάν.) κλαίγω 1. εξωτερικεύω ένα έντονο συναίσθημα (κυρ. λύπη, θλίψη, πόνο ή σπανιότ. χαρά), χύνοντας δάκρυα που, κάποιες φορές, συνοδεύονται από λυγμούς: ~ γιατί/επειδή/που ... Δεν αξίζει/πάψε (πια) να κλαις! Έλα, μην κλαις! Τι έχεις και κλαις; ~ει απαρηγόρητα/ασταμάτητα/βουβά/γοερά/εύκολα/σπαρακτικά/χωρίς λόγο. Όλο ~ει. ~νε από συγκίνηση/τα γέλια. ~γε με αναφιλητά (βλ. σκούζω)/κροκοδείλια δάκρυα. ~ψε δημόσια/μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα/στην αγκαλιά του. Ήμουν έτοιμος να/κρατήθηκα να μην/μου 'ρχεται να/πήγα να ~ψω (= να βάλω τα κλάματα). Κλάψε να ξαλαφρώσεις! Έφυγε κλαίγοντας. Πβ. με παίρνουν τα ζουμιά, με πήραν τα δάκρυα, με πήραν τα σιρόπια.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ει ο ουρανός (= βρέχει).|| (από εξωτερικό ερέθισμα:) ~ει, καθαρίζοντας κρεμμύδια. Τσούζουν και ~νε τα μάτια μου (: δακρύζουν). Βλ. μυξο~, σιγο~. ΑΝΤ. γελώ (1) 2. (εμφατ.) θρηνώ· λυπάμαι, οικτίρω: ~ει και αναστενάζει/μοιρολογεί/φωνάζει για τον χαμό του ... ~νε τον νεκρό/τους δικούς τους. ~νε για την καταστροφή. Πβ. θρηνολογώ, πενθώ.|| ~ τα νιάτα μου/τα χρήματα που ξόδεψα άσκοπα/τον χρόνο που έχασα.|| ~ει η καρδιά/ψυχή μου (= στενοχωριέμαι πολύ)! (ειρων.) Σιγά μην ~ψω για πάρτη σου! Αν δεν πάνε καλά τα πράγματα, κλάψ' τον! Πβ. θλίβομαι, συμπονώ. ● Παθ.: κλαίγομαι: παραπονιέμαι, συνήθ. άδικα ή αναίτια: Τι (κάθεσαι και) ~εσαι όλη μέρα; Πάψε/σταμάτα να ~εσαι για το παραμικρό! ~εται μονίμως ότι δεν έχει λεφτά. Πήγε και του ~τηκε πως δεν έχει δουλειά (: τον παρακάλεσε επίμονα και αναξιοπρεπώς). Πβ. κλαυθμυρίζω, κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ. ● Μτχ.: κλαίων , ουσα, ον (λόγ.) 1. (συνήθ. ειρων.) που κλαίει: ~ουσες: χήρες. Το παίζει ~ουσα (= μετανοούσα) Μαγδαληνή. 2. του οποίου το φύλλωμα ή τα ανθισμένα κλαδιά γέρνουν προς το έδαφος, δίνοντας την εντύπωση δακρύων: ~ουσες: τριανταφυλλιές. ● ΣΥΜΠΛ.: κλαίουσα ιτιά βλ. ιτιά ● ΦΡ.: (εμένα/αυτόν) μη με/τον κλαις (προφ.): μη με/τον λυπάσαι, γιατί δεν έχω/έχει ανάγκη: Αυτόν ~ ~· έχει λεφτά να ζήσει!, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί (παροιμ.): για να αποκτήσεις κάτι ή να βρεις το δίκιο σου, πρέπει να το διεκδικήσεις., είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγκες/είναι να τον κλαις (προφ.): για κάποιον αξιολύπητο: Εάν αποτύχω, θα είμαι (για) να με ~ οι ρέγγες. Έτσι που κατάντησε, ~ ~ (= για κλάματα/για λύπηση). , θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει (προφ.): για δήλωση πλήρους αδιαφορίας (για κάτι): Ναι! Κι εγώ τώρα ~ ~! Σιγά μη βάλω ~ ~! Πβ. σκασίλα μου., θα κλάψουν(ε) μανούλες (προφ.): θα προκληθεί μεγάλη αναστάτωση, θα γίνει μεγάλο κακό: Αν αποφασίσει να μιλήσει, (τότε) ~ ~ (πβ. θα πέσουν κορμιά). (απειλητ.) Μην το ξανακάνεις, διαφορετικά ~ ~!, κλαίν'/κλαίνε οι χήρες, κλαίν'/κλαίνε κι οι παντρεμένες (παροιμ.): για άτομο ανικανοποίητο, που παραπονιέται, ενώ δεν θα έπρεπε., κλαίω πικρά: μετανιώνω: ~ει ~ για το κακό που προκάλεσε.|| (συνήθ. απειλητ.) Θα ~ψεις ~ για όσα μου 'κανες (= θα το πληρώσεις ακριβά)!, κλάφ' τα (Χαράλαμπε) (προφ.): για άθλια κατάσταση. ΣΥΝ. άστα βράστα, βράσε ρύζι/όρυζα, κλάψε με μάνα (μ') κλάψε με! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθούν οι φοβερές συνέπειες που θα υποστεί κάποιος, σε περίπτωση που συμβεί αυτό που απεύχεται: Θα το μάθει και τότε ~ ~!, να κλάψω ή να γελάσω; (προφ., δηλωτικό αμηχανίας, απογοήτευσης ή στωικότητας): να στενοχωρηθώ ή να χαρώ;: Μ' αυτά που άκουσα, θα πρέπει ~ ~; Εδώ (τώρα) κλαίνε ή γελάνε;, ούτε κλαίει ούτε γελάει (προφ.) 1. (μτφ.) κάτι βρίσκεται σε μία μέση (ούτε θετική ούτε αρνητική) κατάσταση: Η πορεία της οικονομίας ~ ~. 2. (για πρόσ.) δεν εκδηλώνει κανένα συναίσθημα, τηρεί ουδέτερη στάση., τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω (προφ.-ειρων.): για κάποιον που προσποιείται ότι κάνει κάτι μόνο και μόνο επειδή υποκύπτει σε εξωτερικές πιέσεις και όχι επειδή, κατά βάθος, το θέλει πραγματικά: Όλο ~ ~ είσαι!, αύριο κλαίνε βλ. αύριο, δεν έχει μαντίλι να κλάψει βλ. μαντίλι, κλαίω και οδύρομαι/χτυπιέμαι βλ. οδύρομαι, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, κλαίω τα λεφτά μου βλ. λεφτά, κλαίω τη μοίρα μου βλ. μοίρα, όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς, περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις) βλ. μεγαλείο [< αρχ. κλαίω]

κλήρος

κλήρος[κλῆρος] κλή-ρος ουσ. (αρσ.) 1. δελτίο, χαρτάκι, μπαλάκι όπου αναγράφεται συνήθ. αριθμός ή όνομα και το οποίο τραβιέται από κληρωτίδα, για να επιλεγεί κάποιος ή κάτι τυχαία· συνεκδ. κλήρωση: Ο ~ έπεσε στον ... (: κέρδισε ο ...). Τράβηξε τον ~ο με το νούμερο ... Πβ. λαχνός.|| Ορίστηκε εισηγητής με ~ο. Σε περίπτωση ισοψηφίας η εκλογή αποφασίζεται με ~ο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των ιερωμένων: ανώτερος (βλ. επίσκοπος)/βυζαντινός/ιερός/κατώτερος (βλ. υποδιάκονος, ψάλτης)/ορθόδοξος ~. ~ και λαός. Εκπρόσωπος/ηγεσία του ~ου. Πβ. ιερατείο. Βλ. λαϊκός. 3. έκταση, κομμάτι γης ή κυρ. έγγεια ιδιοκτησία προσώπου ή χώρας: αγροτικός ~. Ο μέσος γεωργικός ~. Μικρός και πολυτεμαχισμένος ~. Εκμίσθωση/μεταβίβαση ~ου. Παραγωγοί με μεγάλο ~ο. Πβ. κληροτεμάχιο. Βλ. άκληρος. 4. (μτφ.-παλαιότ.) τύχη, μοίρα: κοινός ~. Πβ. ριζικό. 5. ΝΟΜ. κληρονομιά ή μερίδιο κληρονομιάς. ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου & (σπάν.) κλήρου αγωγή: ΝΟΜ. με την οποία ο πραγματικός κληρονόμος ζητά από τον νομέα της κληρονομιάς να του αποδώσει το σύνολο ή μέρος της., βάζω (κάποιον/κάτι) σε/στον κλήρο: κληρώνω., έπεσε/έλαχε (βαρύς) ο κλήρος (σε κάποιον) (μτφ.): είχε την τύχη να, ήταν της μοίρας του να: Σε μένα ~ ~ ν' ανακοινώσω τα δυσάρεστα., ρίχνω κλήρο: κάνω κλήρωση: Πριν το παιχνίδι, ~ουν ~ για το ποια ομάδα θα παίξει πρώτη. [< 1,3-5: αρχ. κλῆρος 2: μτγν. ~]

κόλπο

κόλποκόλ-πο ουσ. (ουδ.) 1. κάθε έξυπνος και πρωτότυπος συνήθ. τρόπος, για να επιτευχθεί κάτι, να χειριστεί κάποιος μια κατάσταση ή να διασκεδάσει, να εντυπωσιάσει· ειδικότ. οργανωμένη προσπάθεια, σχέδιο εξαπάτησης: αποτελεσματικό/διαφημιστικό/εμπορικό/επικοινωνιακό/μαγικό/πολιτικό/προεκλογικό ~. Τα ~α του κλόουν/του ταχυδακτυλουργού. Έκανε/σκάρωσε/σκέφτηκε ένα ~. Το μάθαμε το ~, δεν μας ξεγελάς. Το ~ δούλεψε/έπιασε (= πέτυχε). Πβ. παιχνίδι, τέχνασμα, τρικ.|| Του έκλεψαν τα λεφτά με ~. Πβ. μπλόφα. 2. (σε ορισμένα χαρτοπαίγνια) παρτίδα. ● κόλπα (τα): επιδέξιοι χειρισμοί: τα ~ της δουλειάς/του επαγγέλματος (πβ. μυστικά).|| Φακίρικα ~. Κατάφερε με ~ και τερτίπια να τον πείσει. Άσε τα ~ (: κατεργαριές, νάζια, πονηριές). Δεν θα πετύχεις τίποτα με τα ~ σου. Τι ~ είναι αυτά; ● Υποκ.: κολπάκι1 (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κόλπο γκρόσο (προφ.) 1. (συνήθ. σε δημοφιλή ομαδικά αθλήματα) μεγάλη συμφωνία, που κλείνεται με αποφασιστικότητα και ταχύτητα, δίνοντας στον εμπνευστή της συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών του: (Έκανε το) ~ ~ με την απόκτηση του ... (ενν. σπουδαίου αθλητή). Πβ. τινάζω την μπάνκα στον αέρα. 2. μεγάλη απάτη, κομπίνα: Στο φως το ~ ~ της εταιρείας. Πβ. λαμογιά. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο (προφ.): κάνω κάποιον συμμέτοχο σε απάτη· συμμετέχω ο ίδιος σε οργανωμένη, συνήθ. παράνομη, ενέργεια. Πβ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι., μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές (προφ.): με παιδεύει, με ταλαιπωρεί: Το έχεις κακομάθει το μωρό και σου ~ κόλπα με το φαγητό.|| Το κινητό ~ ~. [< μεσν. κόλπον]

κόπος

κόποςκό-πος ουσ. (αρσ.) 1. καταβολή έντονης σωματικής ή ψυχικής προσπάθειας και η συνακόλουθη κούραση: υποβλήθηκε στον ~. Κατέβαλε (τον) ~ να … Απαιτείται/χρειάζεται ~ (για) να ... Πήγε στράφι/τζάμπα/χαμένος ο ~ μου. Ύστερα από πολύ ~ο κατάφερε να ... Με μεγάλο ~. Με ~ο και αγώνα/θυσίες/ιδρώτα. Χωρίς ~ο δεν γίνεται τίποτε. Οι ~οι της χρονιάς αποδίδουν καρπούς/δικαιώνονται. Aνταμείβομαι για/απολαμβάνω τους ~ους μου. Δεν φείδεται ~ων και εξόδων, προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Πβ. κάματος, μόχθος. 2. (προφ.) σωματική ή πνευματική εργασία και η ανταμοιβή της: Δεν πληρώθηκα τον ~ο μου. Πάρε αυτό/κάτι για τον ~ο σου! Πβ. αμοιβή, μισθός. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος: χωρίς αποτέλεσμα: Είναι ~ ~ να ασχοληθείς σοβαρά με το θέμα. Πβ. ματαιοπονία. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε κόπο & σε φασαρία (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προκαλώ σωματική ή και ψυχική κούραση, ταλαιπωρία: Χαίρομαι να σε φιλοξενώ, δεν με ~εις ~. -Να σας φτιάξω έναν καφέ; -Μη σας βάλω ~., κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προβαίνω σε ενέργεια, αφιερώνω χρόνο για να κάνω κάτι: Μην κάνεις τον ~ να ... Μην μπαίνετε σε ~. Αν δε σου κάνει κόπο, μου φέρνεις ένα ποτήρι νερό; Δεν μπήκες καν στον ~ να με ενημερώσεις., μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων (λόγ.) & (προφ.) με κόπους και βάσανα/με χίλια βάσανα: με μεγάλη προσπάθεια, με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες: Φτάσαμε ~ ~. ~ ~ κατάφερε τελικά να μπει στο Πανεπιστήμιο. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια., τα αγαθά κόποις κτώνται (λόγ.): απαιτείται προσπάθεια και κούραση, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι καλό., αξίζει τον κόπο βλ. αξίζω [< αρχ. κόπος]

κρασί

κρασίκρα-σί ουσ. (ουδ.) {κρασ-ιού | -ιών}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση του μούστου των σταφυλιών: κόκκινο/λευκό/ροζέ ~. Δυνατό/ελαφρύ ~. Επιτραπέζιο ~. Βαρελίσιο (βλ. γιοματάρι, σώσμα)/σφραγισμένο/χύμα ~. Αρωματικό/γλυκό/ζεστό (: με μπαχαρικά, μυρωδικά)/μεστό/στυφό (βλ. μπρούσκο)/φρουτώδες (βλ. σαγκρία) ~. Ακριβό/εκλεκτό/νερωμένο ~. Βιολογικό/σπιτικό ~. Φετινό ~/~ νέας εσοδείας. ~ ονομασίας προέλευσης. Εγχώρια/εισαγόμενα ~ιά. Απόσταγμα (βλ. κονιάκ)/γεύση/γευσιγνωσία/γιορτή/διαύγεια/δοκιμή/κατακάθι/παραγωγή/ποικιλία (βλ. μοσχάτο, ρετσίνα)/ποιότητα (του) ~ιού. Περιεκτικότητα του ~ιού σε αλκοόλ. Κάβα/κατάλογος ~ιών. Κουλουράκια ~ιού (: ως συστατικό). Ξίδι από ~. Το ρίχνω στο ~. Κόβω το ~ (: δεν το πίνω πια). Το ~ ξινίζει/παλιώνει/ωριμάζει. Με χτύπησε το ~ στο κεφάλι (: ζαλίστηκα ή μέθυσα).|| (συνεκδ.) Να πιούμε ένα ~ (: ποτήρι ή μπουκάλι).|| (κατ' επέκτ.) ~ από φρούτα. ΣΥΝ. οίνος (1) ● Υποκ.: κρασάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφρώδης οίνος/αφρώδες κρασί βλ. αφρώδης, ημίγλυκο κρασί/ημίγλυκος οίνος βλ. ημίγλυκος, νέο κρασί βλ. νέος, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: βάζω νερό στο κρασί μου & νερώνω το κρασί μου (μτφ.): τηρώ διαλλακτική στάση, υποχωρώ: Βάλε λίγο ~ ~ σου και συμβιβάσου!, καλά κρασιά! (ειρων.): για κάποιον που λέει πράγματα ασυνάρτητα ή άσχετα με το θέμα συζήτησης ή κυρ. ως έκφραση απογοήτευσης. Πβ. χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο., μιλάει το κρασί (μτφ.-προφ.): για μεθυσμένο που φλυαρεί ή δεν ελέγχει τι λέει., σαν το παλιό καλό κρασί: για κάποιον ή κάτι που αποκτά ιδιαίτερη αξία όσο περνάει ο χρόνος., οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση βλ. παράδοση [< μεσν. κρασί(ν)]

λαιμός

λαιμόςλαι-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. μέρος του σώματος των ανθρώπων και των ζώων, που ενώνει το κεφάλι με τον κορμό· το εσωτερικό του, λάρυγγας, φάρυγγας, αμυγδαλές: κοντός/λεπτός/μακρύς/χοντρός ~. Οι αρτηρίες (βλ. καρωτίδα)/φλέβες (βλ. σφαγίτιδα) του ~ού. Κόσμημα (βλ. περιδέραιο)/προστατευτικό ~ού. Μαντίλι (δεμένο) γύρω από το(ν)/στο(ν) ~ό. Έχει πιαστεί ο ~ μου (βλ. στραβοκοιμάμαι). Φορά αλυσίδα/κολιέ στον ~ό. Νιώθω έναν κόμπο/ένα σφίξιμο στο ~ό. Πβ. τράχηλος. Βλ. αυχένας, θυρεοειδής (αδένας).|| Ερεθισμένος ~. Καραμέλα/σιρόπι για το ~ό. Έκλεισε/με γαργαλά/με καίει/ξεράθηκε/πονά (βλ. πονόλαιμος) ο ~ μου. Πβ. λαιμά. Βλ. βραχνιάζω.|| (συνεκδ., τμήμα ρούχων που τυλίγει τον ~ό:) Ο ~ της μπλούζας έχει ξεχειλώσει. Πβ. περιλαίμιο. Βλ. γιακάς, ζιβάγκο, ντεκολτέ.|| (ΖΩΟΛ.) Ο ~ της καμηλοπάρδαλης/του κύκνου. 2. (κατ’ επέκτ.) μακρόστενο τμήμα αντικειμένου: ο ~ ενός αγγείου/του μπουκαλιού. Δοχείο με κοντό και στενό ~ό (βλ. στάμνα).|| (ΒΟΤ.) Ο ~ των φυτών (: το τμήμα που ενώνει τη ρίζα με το(ν) βλαστό). 3. (ειδικότ.) λωρίδα γης που ενώνει μια χερσόνησο με την ξηρά. ● Υποκ.: λαιμουδάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου & (σπάν.) σφίγγω τη θηλιά στον λαιμό κάποιου (μτφ.-προφ.): του ασκώ μεγάλη πίεση, τον εκβιάζω: Του έχουν βάλει ~ ~ για να υπογράψει., καθαρίζω το λαιμό μου & τη φωνή μου (μτφ.-προφ.): βήχω για να απαλλάξω τον λάρυγγα από φλέγματα., μέχρι/ως το λαιμό (μτφ.-προφ.): πάρα πολύ, εντελώς: μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Βουτηγμένοι ~ ~ στη διαφθορά. Πόλη πνιγμένη ~ ~ στα σκουπίδια.|| Μ' έχει φέρει ~ ~ (: με έχει εξοργίσει). [< γαλλ. jusqu' au cou] , μου κάθεται/μου στέκεται στο λαιμό/στο στομάχι (προφ.): για τροφή που προκαλεί πνιγμό ή δυσπεψία· κατ΄επέκτ. για κάποιον ή κάτι που προκαλεί αντιπάθεια, απέχθεια: Το κόκαλο/η μπουκιά μου κάθισε στον λαιμό.|| Παριστάνει τον έξυπνο και ~ ~., παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου (προφ.): τον παρασύρω σε κακή, λανθασμένη επιλογή· τον βλάπτω, τον ζημιώνω: Δεν είμαι και σίγουρη, μη σε πάρω ~ ~!, στο λαιμό να σου (/του ...) κάτσει!: ως κατάρα να μην ευχαριστηθεί κάποιος κάτι: ~ ~ το φαγητό!, αρπάζω/πιάνω κάποιον από το γιακά/το λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω, κόβω το λαιμό/το(ν) σβέρκο μου βλ. κόβω, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το κρίμα στο λαιμό σου! βλ. κρίμα [< 1, 2: αρχ. λαιμός, γαλλ. cou]

λογαριασμός

λογαριασμόςλο-γα-ρια-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απόδειξη με το συνολικό ποσό χρέωσης, λόγω παροχής αγαθών ή υπηρεσιών ή αγοράς προϊόντων· το ίδιο το χρέος: αναλυτικός ~. Ήρθε ο ~ του κινητού/του νερού (= της ΕΥΑΘ, της ΕΥΔΑΠ)/της πιστωτικής/του ρεύματος (= της ΔΕΗ)/του τηλεφώνου (π.χ. του ΟΤΕ). Αποστολή του ~ού μέσω ίντερνετ/ταχυδρομείου. Παραλαμβάνω έναν ~ό. (προς σερβιτόρο) -Τον ~ό παρακαλώ! (για πελάτη) Ζήτησε το(ν) ~ό. Πβ. λυπητερή, τιμολόγιο.|| Ανεξόφλητος/απλήρωτος/εκκρεμής/εκπρόθεσμος/φουσκωμένος ~. Εξοφλώ έναν ~ό.|| (μτφ.) Πλήρωσε τον ~ό (= τα σπασμένα) για τα λάθη άλλων (πβ. ζημιά, κόστος, συνέπειες). 2. ΟΙΚΟΝ. κεφάλαιο που διατηρεί πελάτης σε τράπεζα: αδρανής/αποταμιευτικός/δανειακός/έντοκος/επενδυτικός/καταθετικός/κοινός/προθεσμιακός/προνομιακός/προσωπικός/τραπεζικός ~. ~ μισθοδοσίας/συναλλάγματος. Αριθμός/ενημέρωση/κατάσταση/κίνηση ~ού. Ανοίγω/κλείνω ένα(ν) ~ό. Μπλοκάρω/παγώνω/πιστώνω/χρεώνω ένα(ν) ~ό. Βάζω/καταθέτω χρήματα σε ένα ~ό. Σήκωσε το υπόλοιπο του ~ού (βλ. ανάληψη). Βλ. IBAN. 3. εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, υπολογισμός (και καταγραφή) κυρ. των εσόδων, των εξόδων ή των οφειλών· εκτίμηση μιας κατάστασης, των θετικών και αρνητικών στοιχείων: ~ δαπανών/κερδών. Κάνω τον ~ό (= υπολογίζω). Μ' έναν πρόχειρο ~ό χρειάζονται ... χιλιάδες ευρώ. Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω πάει, δεν κρατάω και ~ό (= δεν μετρώ, δεν σημειώνω). Πβ. καταμέτρηση, μέτρημα.|| (μτφ., συνήθ. στον πληθ.) Έπεσε έξω στους ~ούς του. 4. ΛΟΓΙΣΤ. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκθεση με τα έσοδα και έξοδα οικονομικής μονάδας κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου: πρωτοβάθμιοι ~οί (: οι περιληπτικοί ή γενικοί ~οί, αυτοί δηλ. που αναλύονται σε περισσότερους ~ούς). Δευτεροβάθμιοι ~οί (: οι αναλυτικοί ~οί οι οποίοι με τη σειρά τους αναπτύσσονται σε τριτοβάθμιους). ~ αποτελεσμάτων/ενεργητικού/ισολογισμού/παθητικού/προϋπολογισμού/τάξεως. 5. ΠΛΗΡΟΦ. εδραιωμένη σχέση που επιτρέπει σε χρήστη, μέσω ενός μηχανισμού πιστοποίησης, την πρόσβαση στους πόρους ενός υπολογιστή, δικτύου ή μιας υπηρεσίας πληροφοριών: ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/σε φόρουμ. Άνοιγμα/δημιουργία/εγκατάσταση/ενεργοποίηση/κωδικός πρόσβασης/στοιχεία ~ού. Σύνδεση στον ~ό. Κάνω ~ό. Ανέβασε φωτογραφίες στον προσωπικό του ~ στο ίνσταγκραμ/στο φέισμπουκ.λογαριασμοί (οι) (μτφ.) 1. εκκρεμότητες, διαφορές: Έχω κάτι ~ούς να κανονίσω/ξεκαθαρίσω/τακτοποιήσω μαζί του. Έκλεισαν τους ~ούς με το παρελθόν. 2. επαφές, σχέσεις, δοσοληψίες: Δεν θέλω ~ούς μαζί τους. Πβ. πάρε-δώσε, παρτίδες. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτοί λογαριασμοί (μτφ.): εκκρεμότητες, άλυτες διαφορές: Έχει ~ούς ~ούς με τη δικαιοσύνη. Οι δύο ομάδες άφησαν ~ούς ~ούς για τον επαναληπτικό., δεσμευμένος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα και στον οποίο έχουν επιβληθεί μέτρα περιορισμού ή απαγόρευσης της χρήσης του., Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού: ΟΙΚΟΝ. σειρά από αλφαριθμητικούς χαρακτήρες που προσδιορίζει μοναδικά τον λογαριασμό ενός πελάτη σε οποιαδήποτε τράπεζα στον κόσμο, με σκοπό τη διευκόλυνση της αυτόματης επεξεργασίας διασυνοριακών συναλλαγών. [< αγγλ. International Bank Account Number (ΙΒΑΝ)] , λογαριασμός όψεως & κατάθεση όψεως: ΟΙΚΟΝ. καταθετικός λογαριασμός, συνήθ. επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, με κύριο χαρακτηριστικό την ευελιξία στη διενέργεια συναλλαγών, μέσω επιταγών και μετρητών., λογαριασμός ταμιευτηρίου: ΟΙΚΟΝ. αποταμιευτικός λογαριασμός με επιτόκιο υψηλότερο από ενός τρεχούμενου και με δυνατότητα άμεσης ανάληψης: βιβλιάριο ~oύ ~ου., λογαριασμός χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. λογαριασμός. [< αγγλ. user account] , ξεκαθάρισμα λογαριασμών: επίλυση διαφορών, συνήθ. στον χώρο του υποκόσμου, με βίαιο τρόπο ή ανήθικα μέσα: Σε ~ ~ αποδίδει η Αστυνομία τη δολοφονία του ... Πβ. αυτοδικία. [< γαλλ. règlement de comptes] , παλιοί λογαριασμοί (προφ.): εκκρεμότητες, διαφορές ή αντιπαραθέσεις που έχουν προκύψει στο παρελθόν: κλείσιμο ~ών ~ών., τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. χαμηλότοκος λογαριασμός για ιδιώτες και επιχειρήσεις που παρέχει τη δυνατότητα κατάθεσης και ανάληψης μετρητών χωρίς περιορισμούς, έκδοσης μπλοκ επιταγών και, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, το δικαίωμα υπερανάληψης. [< γαλλ. compte courant/ouvert] , ακαθάριστος λογαριασμός βλ. ακαθάριστος, αλληλόχρεος λογαριασμός βλ. αλληλόχρεος, άνοιγμα (του) λογαριασμού βλ. άνοιγμα, Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας βλ. ειδικός, τροφοδότης λογαριασμός βλ. τροφοδότης ● ΦΡ.: (έρχεται/φτάνει) η ώρα του λογαριασμού: δηλ. της πληρωμής: Η χαρά του κόπηκε όταν ήρθε ~ ~., ανοίγω λογαριασμούς (μτφ.): έχω επαφές, πάρε-δώσε: Έχει ανοίξει ~ με την Αστυνομία., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό (προφ.): ρυθμίζω, τακτοποιώ ή συμμορφώνω, συνετίζω: Προσπαθεί να βάλει ~ τα οικονομικά του.|| Δεν ξέρω πώς θα φέρω ~ αυτό το παιδί. Πβ. κουμαντάρω, στρώνω., για λογαριασμό (κάποιου): ως εκπρόσωπος ή προς χρήση άλλου: Λυπάμαι/ντρέπομαι ~ ~ σου (= για σένα). Ενεργεί ~ ~ του δικαιούχου. Εκπονήθηκε μελέτη ~ ~ του υπουργείου ... (πβ. εξ ονόματος). [< γαλλ. pour le compte de] , δικός μου λογαριασμός: αφορά αποκλειστικά εμένα, ευθύνομαι εγώ ο ίδιος, αποτελεί αρμοδιότητά μου: Το τι κάνω είναι ~ ~, να μη σε νοιάζει!, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό & (σπάν.) χρωστώ λογαριασμό (προφ.): απολογούμαι, λογοδοτώ: Δεν δίνει/χρωστά ~ (= εξηγήσεις) σε κανέναν. (συνήθ. με αυστηρό ή ενοχλημένο ύφος) Δεν θα σου δώσω ~ με ποιον βγαίνω. Θα υποχρεωθεί να δώσει ~ στα αρμόδια όργανα. ΣΥΝ. δίνω λόγο (1), κάνω λογαριασμό (προφ.): για κατανάλωση αγαθών ή υπηρεσιών που αντιστοιχούν σε ορισμένο χρηματικό ποσό: Έκανε ~ (= ξόδεψε) πενήντα ευρώ., οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (παροιμ.): η αμοιβαία συνέπεια στις συναλλαγές διασφαλίζει την ομαλότητα στις φιλικές, επαγγελματικές ή άλλου είδους σχέσεις. [< γαλλ. les bons comptes font les bons amis] , στέλνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): επιβαρύνω, χρεώνω: ~ουν ~ σε συνταξιούχους, μισθωτούς και ανέργους., χάνω το(ν) λογαριασμό (μτφ.-προφ.): αδυνατώ να μετρήσω σωστά, να υπολογίσω, συχνά λόγω μεγάλου πλήθους, ή γενικότ. μπερδεύομαι, βρίσκομαι σε κατάσταση σύγχυσης: Κοντεύει να χάσει τον ~ με τα χρήματα που 'χει μαζέψει.|| Μιλούσε πολλή ώρα και από ένα σημείο και μετά έχασα τον ~., λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω [< μεσν. λογαριασμός 'υπολογισμός', γαλλ. compte, αγγλ. bill, account]

λόγια

λόγιαλό-για ουσ. (ουδ.) (τα) 1. σύνολο λέξεων, φράσεων με τις οποίες εκφράζεται κάποιος προφορικά ή γραπτά· ό,τι λέει κάποιος: αισχρά (= αισχρολογίες)/ακαταλαβίστικα (= αλαμπουρνέζικα, κινέζικα, κορακίστικα)/ανόητα (= ανοησίες, αρλούμπες, κουραφέξαλα, μπακατέλες, μπαρούφες, σαχλαμάρες, φληναφήματα)/ανούσια (= αερολογίες, μπουρμπουλήθρες, παπαρδέλες, παπαριές, παρλαπίπες, πομφόλυγες, φούσκες)/απαξιωτικά/απειλητικά (= απειλές)/απερίσκεπτα/άσκοπα/ασυνάρτητα (= ασυναρτησίες)/βαθυστόχαστα/βαρύγδουπα/εγκωμιαστικά/ευγενικά/ευχάριστα (: ωραιολογίες)/ζεστά/ηχηρά/θερμά/καθησυχαστικά/κενά (/άδεια = κενολογίες)/κλούβια/κολακευτικά (= κολακείες)/κούφια/ξάστερα/όμορφα/παραπλανητικά/παρηγορητικά/περιττά (= περιττολογίες)/πικρά/προσβλητικά/προφητικά/σκληρά/σκόρπια/σοφά (βλ. ρήση)/συγκινητικά/χιλιοειπωμένα/ψεύτικα ~. ~ αγάπης/γεμάτα κακία/της στιγμής. Με ~ απλά και κατανοητά. Πες το με δικά σου ~. Παρανόησες/παρεξήγησες τα ~ μου. Αντάλλαξαν βαριά ~ (= κουβέντες). Για πρόσεχε τα ~ σου! Πβ. λεγόμενα, λεχθέντα. Βλ. βρομό-, γλυκό-, ερωτό-, μισό-, προστυχό-, τρυφερό-λογα.|| Ο ηθοποιός ξέχασε τα ~ του (: το κείμενο).|| Τα ~ (= οι στίχοι) ενός τραγουδιού. 2. (ειδικότ.) ανεκπλήρωτες υποσχέσεις· δηλώσεις: Φτάνουν πια τα ~! Είναι μόνο/όλο ~. Από ~ χορτάσαμε. Μη βασίζεσαι στα ~ του. 3. (ειδικότ.) διαδόσεις, φήμες: Ακούγονται πολλά ~. Μη δίνεις σημασία στα ~ του κόσμου! 4. (ειδικότ.) κουβέντα, συζήτηση, προφορικός λόγος (σε αντίθεση με την πρακτική εφαρμογή): με έργα και λόγια/με λόγια και έργα. Καιρός να περάσουμε από τα ~ στα έργα (πβ. θεωρία). Με τα ~ δεν καταφέρνουμε τίποτα. Είναι εύκολο στα ~ (= να το λες. ΑΝΤ. στην πράξη). Στα ~ όλα γίνονται. Υπάρχει ανάπτυξη/ισότητα μόνο στα ~ (βλ. θεωρητικά, υποθετικά· ΑΝΤ. πρακτικά). Η συμφωνία έχει κλειστεί μόνο στα ~ (= στο κουβεντιαστό, στο μιλητό). ● Υποκ.: λογάκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλα λόγια & παχιά/(σπάν.) παχυλά λόγια: υπερβολικές δηλώσεις, πομπώδεις εξαγγελίες, συνήθ. πολιτικών: Ο λαός δεν πιστεύει πια στα ~ ~. Μη λες ~ ~ (πβ. μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις)! Βλ. μεγαλοστομία. ● ΦΡ.: (κάποιος/κάτι) μένει στα λόγια (προφ.): δεν πραγματοποιεί αυτό που έχει δεσμευτεί ή δηλώσει ότι θα κάνει· δεν υλοποιείται, παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών: Δεν θα μείνει ~, αλλά θα προχωρήσει σε πράξεις.|| Το έργο/μέτρο έμεινε ~. Πβ. στα χαρτιά., βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου (προφ.): ισχυρίζομαι ότι είπε κάτι, χωρίς αυτό να ισχύει: Μη βάζεις στο στόμα μου λόγια που δεν είπα., βάζω λόγια (σε κάποιον) (προφ.): διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον σε οικείο του πρόσωπο, με σκοπό να προκαλέσω διχόνοια μεταξύ τους: Δεν έχεις καταλάβει ότι σου ~ει ~ για μένα/εναντίον μου, για να τσακωθούμε; Βλ. βάζω/σπέρνω/ενσπείρω ζιζάνια., δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια (προφ.): οι λέξεις δεν επαρκούν, για να εκφράσω κάτι, συνήθ. πολύ θετικό: ~ ~ (για) να σ' ευχαριστήσω! Τι να πω, ~ ~!, δεν παίρνει από λόγια (προφ.): δεν είναι διαλλακτικός, συζητήσιμος, δεν δέχεται συμβουλές ή υποδείξεις. Βλ. ξεροκέφαλος, πεισματάρης., ήρθαν/πιάστηκαν στα λόγια (προφ.): διαπληκτίστηκαν, μάλωσαν, καβγάδισαν. Πβ. λογοφέρνω, τσακώνομαι., κρύβε λόγια & (σπάν.) κράτα λόγια (προφ.): ως προτροπή στον συνομιλητή να μην προβεί σε αποκαλύψεις ή να μην αναφέρει πράγματα που δεν συμφέρουν τον ομιλητή: ~ ~ που σου λέω! ~ ~, γιατί προδίδεσαι., λίγα λόγια και καλά (προφ.): προτροπή σε κάποιον τα λόγια του να είναι σύντομα και με ουσία: Άσε τις φλυαρίες, ~ ~., με άλλα λόγια & μ' άλλα λόγια (προφ.) & (απαρχαιωμ.) εν άλλοις λόγοις: για να μιλήσουμε ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές· δηλαδή: ~ ~, η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη.|| ~ ~, μου λες ότι θες να φύγεις. Έτσι δεν είναι;, με λίγα/δυο λόγια & μ' ένα λόγο (προφ.): πολύ σύντομα, συνοπτικά: ~ ~ (= εν ολίγοις, κοντολογίς), ήθελα να πω ότι ... Εξήγησέ/περίγραψέ/πες το μου ~ ~! Τι σημαίνει, ~ ~, αυτό; Πβ. διά βραχέων. ΣΥΝ. εν συντομία, ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια (παροιμ.): για κάποιον που σχεδιάζει ή υπόσχεται πολλά, αλλά δεν τα πραγματοποιεί., τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι (παροιμ.): για να τονιστεί η αξία της λακωνικότητας ή της σιωπής, ανάλογα με την περίπτωση. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός., χάνω τα λόγια μου (προφ.) 1. τα μπερδεύω, δεν μπορώ να εκφραστώ λόγω σύγχυσης: Όταν τον κοιτάζω, ~ ~. Απ' το άγχος, ~σε ~ του. 2. & (σπάν.) ξοδεύω τα λόγια μου: μιλώ σε κάποιον άσκοπα, χωρίς ανταπόκριση: Μη συνεχίζεις, άδικα χάνεις τα ~ σου μαζί του. Πβ. μιλώ στον αέρα.|| Τα λόγια μου πήγαν χαμένα., (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν βλ. γραπτός, άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε βλ. αγαπώ, αλλάζει τα λόγια του βλ. αλλάζω, έρχομαι στα λόγια (κάποιου) βλ. έρχομαι, λίγα τα λόγια σου/λίγα λόγια βλ. λίγος, λόγια της καραβάνας βλ. καραβάνα, λόγια του αέρα βλ. αέρας, μασάω τα λόγια μου/τα μασάω βλ. μασώ, μετράω τα λόγια μου βλ. μετρώ, μετρημένα τα λόγια σου! βλ. μετρημένος, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, παίρνω λόγια (από κάποιον) βλ. παίρνω, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, τέτοια ώρα/τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια βλ. τέτοιος [< μτγν. λόγια]

λουκέτο

λουκέτολου-κέ-το ουσ. (ουδ.): φορητός μηχανισμός ασφαλείας, κυρ. μεταλλικός, ο οποίος αποτελείται από κλειδαριά και ράβδο, συνήθ. κοίλη, το ελεύθερο άκρο της οποίας περνά μέσα από δύο οπές ή κρίκους (π.χ. αλυσίδας, φερμουάρ, καγκελόπορτας) και, στη συνέχεια, ασφαλίζει μέσα σε κατάλληλη υποδοχή στο πάνω μέρος της κλειδαριάς: ~ ποδηλάτου. Βαλίτσα/μπάρα/ντουλάπι με ~. Οι ληστές έσπασαν/παραβίασαν το ~ της εξώπορτας. ● Υποκ.: λουκετάκι (το) ● ΦΡ.: βάζει/μπαίνει λουκέτο (μτφ.-προφ.): κλείνει οριστικά ή απεργεί: Η επιχείρηση απειλείται με/κινδυνεύει με/πάει για ~. Λουκέτο έβαλαν/μπήκε σε πολλά καταστήματα λόγω της κρίσης. Πβ. βάζει/μπαίνει πωλητήριο.|| Μπαίνει ~ σε δημόσιο και ιδωτικό τομέα. Λουκέτο διαρκείας/επ' αόριστον στις τράπεζες/στα φαρμακεία. Πβ. κατεβάζει (τα) ρολά. [< ιταλ. lucchetto]

λύκος

λύκοςλύ-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Canis lupus) που μοιάζει με μεγάλο άγριο σκύλο, έχει φαιό τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι με δυνατές γνάθους και χαρακτηριστικούς μεγάλους κυνόδοντες, όρθια αυτιά, ψηλά πόδια και φουντωτή ουρά: γκρίζος/κόκκινος ~. Επίθεση ~ου σε κοπάδι από πρόβατα. Αγέλη ~ων. Αλύχτισμα/κραυγές/ουρλιαχτά ~ων. Πβ. ζουλάπι. Βλ. θηρίο, κογιότ, κυνοειδή, λύγκας, λύκαινα, τσακάλι. || ~/τίγρης της Τασμανίας. 2. (για πρόσ.) αιμοβόρος, σκληραγωγημένος. Βλ. γερό-, θαλασσό-λυκος. 3. (προφ.) λυκόσκυλο. 4. ΙΑΤΡ. διάσπαρτη φλεγμονώδης νόσος του συνδετικού ιστού, η οποία μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε ή όλα τα συστήματα του οργανισμού: (δισκοειδής/συστηματικός) ερυθηματώδης ~. Πβ. κολλαγόνωση 5. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Λ) αστερισμός του Νότιου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: λυκάκι (το): στις σημ. 1, 3. Πβ. λυκόπουλο. ● ΦΡ.: βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ανατίθεται ευθύνη, εξουσία ή αρμοδιότητα σε πρόσωπο ακατάλληλο, επικίνδυνο και, τελικά, επιζήμιο., γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): ξέφυγα από μεγάλο κίνδυνο. Πβ. γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ’ του χάρου τα δόντια. Βλ. γλιτώνω από τα χέρια κάποιου., θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι (παροιμ.): για άνθρωπο αγνώμονα, αχάριστο., ο άνθρωπος για τον άνθρωπο (είναι) λύκος (γνωμ.): δηλ. ανελέητος, απάνθρωπος, σκληρός. [< λατ. homo homini lupus] , ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του (παροιμ.): δεν αλλάζει (εύκολα) κάποιος χαρακτήρα ή τρόπο σκέψης, όσα χρόνια κι αν περάσουν., πεινώ/τρώω σαν λύκος (προφ.): δηλ. πάρα πολύ, λαίμαργα. Πβ. δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα, με κόβει (η) λόρδα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας., πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου & ρίχνω/στέλνω κάποιον στο στόμα του λύκου (μτφ.-προφ.): για κάποιον που εκθέτει τον εαυτό του ή που τον εκθέτουν σε μεγάλο κίνδυνο: Από μόνος του έβαλε το κεφάλι του/έπεσε/μπήκε ~ ~ (πβ. βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά). Έριξαν/έστειλαν τα παιδιά τους ~ ~. [< γαλλ. dans la gueule du loup] , (εδώ) τον λύκο (τον) βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε/ψάχνουμε; βλ. ντορός, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, μοναχικός λύκος βλ. μοναχικός, ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη βλ. αλεπού, ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται βλ. αναμπουμπούλα, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί [< 1: αρχ. λύκος 4: γαλλ. lupus]

λυτός

λυτός, ή, ό λυ-τός επίθ.: άδετος: ~ά: κορδόνια/μαλλιά (= ελεύθερα, ξέπλεκα). Πβ. λυμένος. Βλ. άλυτος, δετός.|| ~ά: έγγραφα/φύλλα (ΑΝΤ. βιβλιοδετημένα).|| Άφησε τον σκύλο ~ό (: χωρίς λουρί). ● ΦΡ.: βάζω λυτούς και δεμένους (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσφεύγω σε οποιονδήποτε μπορεί να με βοηθήσει ή χρησιμοποιώ κάθε μέσο, για να πετύχω τον σκοπό μου: Έχει βάλει ~ ~ (για) να τον πάρουν στη δουλειά/μήπως και γλιτώσει το πρόστιμο. Πβ. κάνω τα αδύνατα δυνατά, κινώ γη και ουρανό. [< αρχ. λυτός]

μαράζι

μαράζιμα-ρά-ζι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλη λύπη, ανικανοποίητη επιθυμία που οδηγεί σε αυτή την κατάσταση: κρυφό/πικρό ~. Έλιωνε απ' το ~ του έρωτα/της καρδιάς (πβ. νταλκάς, ντέρτι, σεκλέτι). ● ΦΡ.: με τρώει το μαράζι: παθαίνω κατάθλιψη, μαραζώνω: Τον έχει φάει το ~ της ξενιτιάς., το έχω/βάζω μαράζι: έχω καημό για κάτι ή το λαχταρώ πολύ: ~ το έχω να σε δω να συγυρίζεις! Το έβαλε ~ που δεν έκανε οικογένεια. [< τουρκ. maraz]

μάτι

μάτιμά-τι ουσ. (ουδ.) {ματ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ. το αισθητήριο όργανο της όρασης: γαλάζια (= γαλανά· πβ. μπλε)/καστανά/μαύρα/πράσινα ~ια. Αμυγδαλωτά/βουρκωμένα/κατακόκκινα/μεγάλα/ορθάνοιχτα/σχιστά ~ια. Μαυρισμένο ~ (από μπουνιά). Ανοιγοκλείσιμο/κινήσεις του ~ιού. Βάφει τα ~ια της. Κρέμα/μακιγιάζ/μολύβι/σκιές ~ιών. Το περίγραμμα των ~ιών. Με δεμένα (τα) ~ια. Μαύροι κύκλοι/σακούλες κάτω από τα ~ια. Έχασε την όρασή του από το αριστερό/δεξί ~. Μπήκε ένα σκουπιδάκι στο ~. Τσούζουν τα ~ια μου από τον καπνό. Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα ~/το ~ με την ομπρέλα! Κοίτα με στα ~ια. Κουράστηκαν τα ~ια μου. Τρέχουν δάκρυα από τα ~ια. Τα ~ια βγήκαν κόκκινα στη φωτογραφία.|| Σύνθετα ~ια μέλισσας/μύγας. Προεξέχοντα ~ια.|| (ΑΝΑΤ.) Αγγεία/βλέφαρα/βολβός/βυθός/ίριδα/κανθός/κόγχη/κόρη/μύες/φακός/(αμφιβληστροειδής/κερατοειδής) χιτώνας του ~ιού. Πίεση στα ~ια. Γυάλινο ~. Βιονικό/τεχνητό ~ για τυφλούς. Μόλυνση/φλεγμονή του ~ιού. Βλ. αστιγματισμός, γλαύκωμα, δαλτονισμός, καταρράκτης, στραβισμός, αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία, α-, δυσ-χρωματοψία, βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα, ωχρά/ωχρή κηλίδα. ΣΥΝ. οφθαλμός (1) 2. η ιδιότητα, η ικανότητα της όρασης: αόρατο στο ~. Έχει γερό/δυνατό ~ (: βλέπει πολύ καλά). Έχει χάσει τα ~ια του (: έχει τυφλωθεί). Τι βλέπουν τα ~ια μου! Χαρά των ~ιών (: ευχάριστο να το βλέπει κάποιος). Μέχρι εκεί που φτάνει το ~ (: μέχρι εκεί που μπορεί να δει κάποιος).|| (μτφ.) Τα βλέπει όλα, λες κι έχει ~ια στην πλάτη. 3. το βλέμμα και γενικότ. η έκφραση του προσώπου, όταν κοιτάζει κάποιος κάτι: γλυκά/ζεστά/λαμπερά/τσακίρικα/ψυχρά ~ια. Τα αδιάκριτα ~ια των περαστικών. Η εντυπωσιακή εμφάνιση τραβάει το ~. Έχει τα ~ια του πατέρα της (πβ. ματιά). Η γλώσσα των ~ιών. Συνεννοούμαι με τα ~ια. Γουρλώνω/κατεβάζω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω τα ~ια. Έχω τα ~ια μου καρφωμένα στη γη/κάτω. Δεν ξεκολλούσε τα ~ια του από πάνω της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα/(ίσια) μέσα στα ~ια (ενν. με ειλικρίνεια). Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ~ιού μου. Γύρισα τα ~ια μου αλλού. Πού έχεις τα ~ια σου (: πού κοιτάς); Τα ~ια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα ~ια του. 4. (μτφ.) ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης: με το/μέσα από το ~ του αναγνώστη/ειδικού/επιστήμονα/θεατή. Η ζωή μέσα από τα ~ια ενός παιδιού. Η εικόνα της χώρας στα ~ια των ξένων. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω τα πράγματα με έμπειρο/θετικό/κριτικό ~. Βλέπει το μέλλον με καλύτερο ~. Βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια ~ια. Ήταν η καλύτερη ταινία στα ~ια (: κατά την εκτίμηση) όλων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά.|| Mε το ~/τα ~ια (: ενδιαφέρον) στραμμένο/α στο μέλλον.|| Το άγρυπνο ~ (: επίβλεψη) της Αστυνομίας/του Νόμου. 5. καθετί που μοιάζει με μάτι: ηλεκτρονικό ~. Το ~ της πόρτας (= ματάκι)/της φωτογραφικής μηχανής. Το ~ του τυφώνα (: το κέντρο). ~ διχτυού (: καθεμία από τις τρύπες, πβ. θηλιά). (παλαιότ.) ~ της θάλασσας (= δίνη). Αβγά ~ια (: τηγανισμένα ώστε ο κρόκος να ξεχωρίζει από το ασπράδι). Περνάω την κλωστή από το ~ (: τρύπα στην κορυφή) της βελόνας.|| (εστία κουζίνας:) Ηλεκτρικό/μεγάλο/μεσαίο/μικρό ~. Ανάβω/σβήνω το ~. Ξέχασα ανοιχτό το ~. 6. (λαϊκό) κακό μάτι· σπανιότ. ματόχαντρο: σκόρδο/(μπλε) χάντρα για το ~. Πιστεύει στο ~.|| Φόρα ένα ~! 7. ΒΟΤ. (κοινό) οφθαλμός. Πβ. κόμπος, ρόζος. Βλ. βλαστός, φύτρα. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) ● Μεγεθ.: ματάρες (οι): (ως οικ. προσφών.) ~ μου όμορφες! ● ΣΥΜΠΛ.: κακό μάτι: βλέμμα που θεωρείται ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον: Έχει ~ ~! Πρόσεχε το ~ ~! Βλ. βασκανία, μάτιασμα., μάτια γάτας: ανακλαστήρες οδοστρώματος: διαχωρισμός των κατευθύνσεων/οριοθέτηση των λεωφορειόδρομων με ~ ~ (κίτρινου χρώματος). [< αγγλ. cat's-eyes, 1940] , μάτι της τίγρης/του τίγρη βλ. τίγρη, μάτι του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, μάτια κουμπότρυπες βλ. κουμπότρυπα, τρίτο μάτι βλ. τρίτος ● ΦΡ.: (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι & με λοξό μάτι (μτφ.): με αντιπάθεια, κακία, μίσος ή καχύποπτα: Δεν με χωνεύει καθόλου και με κοιτάει ~ ~. Με πήρε απ' την αρχή με στραβό ~., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου: για κάτι που το θεωρούμε πολύτιμο: Προσέχει/έχει/φυλάει το καινούργιο αμάξι ~ ~ του., ... και τα μάτια σου! (εμφατ.): πρόσεχε πολύ, έχε το νου σου: Το παιδί ~ ~!, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας (παροιμ.): για ποιοτική διαφοροποίηση φαινομενικά όμοιων πραγμάτων: Πολλοί αντέγραψαν το αρχικό σχέδιο, όμως ~ ~., βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι: εποφθαλμιώ· σταμπάρω, επιβουλεύομαι: ~ ~ το πορτοφόλι/τα χρήματα κάποιου. Έχει βάλει ~ (= στοχεύει) την πρώτη θέση. Έχω βάλει ~ ένα φόρεμα (: θέλω να το αποκτήσω· πβ. μπανίζω).|| Τον έχουν βάλει ~ και δεν τον αφήνουν σε ησυχία., βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι: προκαλεί πολύ μεγάλη εντύπωση: Οι ανορθόγραφες λέξεις/τα κόκκινα παπούτσια βγάζουν ~/χτυπάνε ~., βγάζω τα μάτια (σε κάτι) (σπάν.-προφ.): του καταστρέφω τον μηχανισμό., βγάζω τα μάτια μου (μτφ.) 1. κουράζονται τα μάτια μου με κάτι: Έβγαλα ~ να καταλάβω τι γράφει. 2. τσακώνομαι πολύ έντονα: Αν τους αφήσεις μόνους, θα βγάλουν ~ τους. 3. (αργκό) κάνω σεξ., βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι: έχω ευνοϊκή/δυσμενή διάθεση απέναντι σε πρόσωπο ή κατάσταση: Αν δεν το δεις με καλό μάτι, δεν θα πετύχεις. Από την αρχή με πήρε με κακό μάτι. Βλ. καλο-, κακο-βλέπω., για τα μάτια του κόσμου (προφ.): για κάτι που γίνεται για τα προσχήματα, ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική επίκριση: φιλανθρωπίες ~ ~. Πβ. ξεκάρφωμα. Βλ. για την τιμή των όπλων, κατ' επίφαση. ΣΥΝ. για το θεαθήναι, για τους τύπους, για τα ωραία/τα μαύρα μάτια (κάποιου): για την ομορφιά του και γενικότ. για το χατίρι του: Τσακώθηκαν ~ ~ της μάτια (ή για τα μάτια μιας γυναίκας).|| (συνήθ. ειρων.) Δεν είναι μαζί σου ~ ~ σου μάτια, αλλά για τα λεφτά σου., δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: δεν παύω να παρακολουθώ, να επιτηρώ: Στιγμή δεν τους άφησε ~ της., δεν έχω μάτια (γι' άλλον): δεν ενδιαφέρομαι, δεν προσέχω κάποιον άλλο: Ορκίζεται ότι με αγαπάει και πως δεν έχει ~ γι΄ άλλη. Είναι τόσο ερωτευμένοι, που δεν έχουν ~ παρά μόνο ο ένας για τον άλλον., δεν έχω μάτια να δω 1. (κάποιον): τον ντρέπομαι: Μετά την παρεξήγηση δεν είχε ~ να τον δει. 2. (κάτι): δεν μπορώ να καταλάβω, συνήθ. γιατί είμαι στενόμυαλος, κοντόφθαλμος: Δεν έχουν ~ να δουν τι συμβαίνει;, δεν κλείνω μάτι (εμφατ.): δεν μπορώ να κοιμηθώ: Δεν έκλεισα ~ όλη (τη) νύχτα από τον βήχα/τη στεναχώρια., δεν τον/το πιάνει το μάτι σου: δεν αντιλαμβάνεσαι από την αρχή την πραγματική του αξία, τον χαρακτήρα, την κατάστασή του: Είναι ένα μικρό μαγαζάκι που δεν το ~ ~., ένα τρίτο μάτι: μια άλλη άποψη που θεωρείται συνήθ. αντικειμενική· (κυρ. γενικότ.) κάποιος άλλος: ~ ~ μπορεί να εντοπίσει στο κείμενο λάθη που ξέφυγαν., έπεσε στα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. έπαψε να έχει την εκτίμησή του: Με την προκλητική του συμπεριφορά έπεσε ~ μας. Πβ. ξεπέφτω. ΑΝΤ. ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου 2. είδα, βρήκα τυχαία: Ψάχνοντας ~ ~ μου το βιβλίο αυτό., έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα: έχω τεταμένη την προσοχή μου, προσέχω πάρα πολύ: (συνήθ. ως προτροπή) Τα μάτια σου ~, κακομοίρη μου (= πρόσεχε)! Πρέπει συνεχώς να ~ ~, μην τυχόν και μου τη φέρουν., θα σου βγάλω τα μάτια: ως απειλητική έκφραση: ~ ~, αν με κοροϊδέψεις!, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα (παροιμ.): για να τονιστεί το πόσο κακό είναι να αποκτήσει κάποιος κακή φήμη., καλώς τα μάτια μου τα δυο (οικ.-συχνά ειρων.): ως καλωσόρισμα., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον): προσπαθώ να τον προσελκύσω, συνήθ. ερωτικά: Της έκανε ~ και την έριξε (πβ. φλερτάρω). Του κάνει ~, για να τον καλοπιάσει. [< γαλλ. faire les yeux doux] , κάνω τα στραβά μάτια: κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι κάτι αρνητικό, παραβλέπω: Όλο του φωνάζεις, κάνε και λίγο τα ~ ~!, κόβει το μάτι (του) & έχει μάτι (μτφ.): έχει (μεγάλη) αντίληψη, είναι έξυπνος, παρατηρητικός: Βλέπω, ~ ~ σου! Δεν μπορείς να πεις, ~ ~ μου/έχω ~!, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται (παροιμ.): για ανθρώπους, συνήθ. φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά., μάτια/ματάκια μου: (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις ~ ~;, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχουμε πολύ καιρό να δούμε κάποιον ή κάτι: Άντε βρε παιδί μου, ~ ~! ~ ~ να δούμε ποιοτική εκπομπή!, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια: για διαφορετική προσέγγιση, αντιμετώπιση ενός θέματος: Μετά τον τραυματισμό είδε τον κόσμο με άλλα ~. Ηρέμησε και θα δεις τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Πβ. ματιά., με πιάνει το μάτι: ματιάζομαι εύκολα: Φοράει σταυρό, για να μην τον ~ ~., με το μάτι: χωρίς ακριβή μέτρηση, ζύγιση, κατά προσέγγιση: Υπολογίζω ~ ~ (την ποσότητα). Ρίχνω αλάτι στο φαγητό ~ ~., μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου (επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή βρίσκεται μπροστά μου: Το ατύχημα διαδραματίστηκε/έγινε μπροστά ~ ~ (πβ. ενώπιον). Το πορτοφόλι ήταν μπρος/μες ~ ~ κι εγώ δεν το έβλεπα.|| (μτφ.) Μας κοροϊδεύει μπροστά ~ ~ μας!|| Μπροστά στα μάτια των περαστικών (= μπροστά στον κόσμο)., να χαρείς τα μάτια σου (οικ.): σε περιπτώσεις που ζητείται ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι: Έλα λίγο εδώ, ~ ~!, παίζει το μάτι του & το μάτι του παίζει (μτφ.): παρατηρεί με ερωτικό κυρ. ενδιαφέρον τους άλλους, ερωτοτροπεί: Αν και ~ ~ του, της είναι πιστός. ~ ~ της από 'δω και από 'κει/δεξιά-αριστερά., παίζει/πετάει το μάτι μου: σε περιπτώσεις που γίνονται αυτόνομες συσπάσεις των μυών του ματιού, συνήθ. από άγχος και νευρικότητα. Πβ. τρεμοπαίζει., παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι): βλέπω κάποιον/κάτι τυχαία, φευγαλέα ή από μακριά: Εκεί που καθόμουνα, πήρε ~ μια γνωστή φυσιογνωμία. Κάπου το(ν) πήρε ~., παίρνω/κάνω μάτι: κοιτάζω κρυφά, κυρ. ηδονοβλεπτικά: Τον έπιασα να ~ει ~ την ώρα που ντυνόμουν. Πβ. μπανίζω., πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) & το μάτι/βλέμμα πήγε (κάπου) (οικ.): βλέπω κάτι/κάποιον τυχαία: Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι μου έπεσε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο. Κοιτούσε το πλήθος και το βλέμμα του έπεσε πάνω της., του μπαίνω στο μάτι: γίνομαι στόχος κάποιου: Τους μπήκα ~, επειδή δεν συμφώνησα μαζί τους. Η περιουσία του μπήκε ~ των απατεώνων., χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: παύω να έχω οπτική επαφή με αυτό(ν): Ένα λεπτό να τον χάσω ~ και την έκανε τη ζημιά. Μπήκε βιαστικά στο βαγόνι και τον έχασα ~.|| Δεν τη ~ει ~ του (: την παρακολουθεί συνεχώς)., ... να δουν τα μάτια σου! βλ. βλέπω, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) βλ. ανοίγω, ανοίγω τα μάτια μου βλ. ανοίγω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, γδύνω με τα μάτια βλ. γδύνω, γυαλίζει το μάτι του βλ. γυαλίζω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν μου γεμίζει το μάτι βλ. γεμίζω, δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ... βλ. παίρνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου βλ. βλέπω, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, έχει φοβηθεί το μάτι μου βλ. φοβάμαι, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θολώνει το μάτι μου βλ. θολώνω, καρφί στο μάτι βλ. καρφί, κλείνουν τα μάτια μου βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (κάποιου) βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (μου) βλ. κλείνω, κλείνω το μάτι (σε κάποιον) βλ. κλείνω, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με την τσίμπλα στο μάτι βλ. τσίμπλα, μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω βλ. πετώ, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, πήζει το μάτι βλ. πήζω, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πονάει δόντι, βγάζει μάτι βλ. δόντι, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω, στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια βλ. βασιλεύω, της Παναγιάς τα μάτια βλ. Παναγία, τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας βλ. βλέπω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, το μάτι μου γαρίδα βλ. γαρίδα, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο, τον/την κοιτάει στα μάτια βλ. κοιτάζω, τρίβω τα μάτια μου βλ. τρίβω, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. μάτιν, γαλλ. œil, yeux, αγγλ. eye]

μαχαίρι

μαχαίριμα-χαί-ρι ουσ. (ουδ.) {μαχαιρ-ιού | -ιών} 1. κοπτικό εργαλείο με λαβή και αιχμηρή λεπίδα: ανοξείδωτο/ασημένιο/ατσάλινο/κοφτερό/μεταλλικό/πλαστικό/πτυσσόμενο/πριονωτό ~. Επαγγελματικό ~. ~ γλυκού/φαγητού. ~ κρέατος/τυριού/ψωμιού. ~ του σεφ. Άκρη/λάμα/μύτη του ~ιού. Ακονίζω/τροχίζω το ~. Καθαρίζω/κόβω το φρούτο με ~. Βλ. κουτάλι, πιρούνι.|| ~ για το κόψιμο των κλαδιών/της χλόης.|| (ως όπλο:) (Δολο)φονικό ~. Επίθεση/οπλισμένος με ~. Πληγή/τραύμα από ~. Τον χτύπησε με ~. Πβ. μάχαιρα. Βλ. κουζινο-, τραπεζο-, χασαπο-μάχαιρο. Βλ. σουγιάς. 2. (μτφ.-προφ.) μείωση, περιορισμός: ~ σε μισθούς/συντάξεις. Το ~ των περικοπών. Μπαίνει/πέφτει ~ στις δαπάνες. 3. (μτφ.) για κάτι οξύ ή πολύ επώδυνο: κοφτερός σαν ~. Η ήττα του ήταν ~ στην καρδιά/στο στομάχι. Πβ. μαχαιριά. ● Υποκ.: μαχαιράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δίκοπο μαχαίρι βλ. δίκοπος ● ΦΡ.: βγάζω/τραβάω μαχαίρι 1. επιτίθεμαι με μαχαίρι που έχω πάνω μου: Έβγαλε/τράβηξε ~ και τον τραυμάτισε σοβαρά. 2. (μτφ.) αντιδρώ πολύ έντονα, επιθετικά: ~ ~, όταν με θίξουν., βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια & βγήκαν μαχαίρια (μτφ.): ξεκίνησε έντονη διαμάχη μεταξύ αντιπάλων: ~ τα ~ μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης., έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο (μτφ.) 1. τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, μια κατάσταση έγινε ανυπόφορη: ~ ~, δεν πάει άλλο! 2. & (σπάν.) έβαλε/μπήκε ~ ~: για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να ληφθούν τα σωστά μέτρα., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι & και το μαχαίρι και το πεπόνι/και το πεπόνι και το μαχαίρι (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διαθέτει τα μέσα, έχει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει, χωρίς να υπολογίζει τους άλλους: Στα χέρια των υπευθύνων είναι ~ ~. Οι ιθύνοντες έχουν/κρατούν ~ ~., κόβω (με το) μαχαίρι (μτφ.): διακόπτω, σταματώ απότομα, και συνήθ. οριστικά: Μου κόπηκε ~ η όρεξη. Έκοψε το τσιγάρο με το ~ (= μια κι έξω)!, με το μαχαίρι: (λέγεται από υπαίθριο πωλητή) για καρπούζια και σπανιότ. πεπόνια, που μπορούν να κοπούν με μαχαίρι, για να διαπιστωθεί η ποιότητά τους: Όλα ~ ~ (= με δοκιμή). Βλ. με τη βούλα., στα μαχαίρια (με κάποιον) (μτφ.): για έντονη αντιπαράθεση μεταξύ δύο πλευρών: Βρίσκονται/ήρθαν ~. Είναι ~ με τον γείτονά του., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή βλ. πληγή, βάζω το μαχαίρι/τη θηλιά στο(ν) λαιμό κάποιου βλ. λαιμός, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι βλ. τρώω [< μεσν. μαχαίρι(ν)]

μέρος

μέροςμέ-ρος ουσ. (ουδ.) {μέρ-ους | -η, -ών} 1. τμήμα ευρύτερου συνόλου: θεωρητικό/πειραματικό ~ ενός μαθήματος. Τα ~η του σώματος. Μεταλλικά/μηχανικά ~η οχημάτων. Έκοψε την τούρτα σε οκτώ ίσα ~η (= κομμάτια, τεμάχια). Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ~η (πβ. ενότητες, κεφάλαια). Το μεγαλύτερο ~ του έργου ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο ~ της παράστασης ήταν κουραστικό. (για ταινία) Είδες το τρίτο ~ (βλ. σίκουελ); (για ομάδα) Ήμασταν καλύτεροι στο πρώτο ~ (= ημίχρονο). Από τη σονάτα δεν σώθηκε το ~ του βιολιού. Ζήτησε το ~ (= μερίδα, μερίδιο, μερτικό) του απ' τα κέρδη. Για ό,τι έγινε, έχεις κι εσύ ~ (της) ευθύνης. Γνωρίζει μόνο ~ της αλήθειας. Αποτελείς/είσαι (σημαντικό) ~ της ζωής μου. 2. (προφ.) με τοπική σημασία: αγαπημένο/ιδανικό/μαγευτικό ~ (= τόπος) για διακοπές. Άνθρωποι από διαφορετικά ~η/απ' όλα τα ~η της Γης έρχονται στο νησί. Σε κανένα (άλλο) ~ του κόσμου (= πουθενά αλλού). Σε οποιοδήποτε άλλο ~ (= οπουδήποτε αλλού). Το διαμέρισμά σου είναι σε ωραίο ~ (= τοποθεσία). Πήγε προς αυτό/εκείνο/το άλλο ~ (= κατεύθυνση). Πώς κι ήρθες απ' τα/στα ~η μας (πβ. εδώ); Σε κάποιο ~ (= κάπου) εδώ κοντά. Από ποιο ~ είσαι/κατάγεσαι (: περιοχή, πόλη, χώρα, χωριό); Οι συνήθειες διαφέρουν από ~ σε ~. Στο πίσω ~ της οθόνης (= μεριά, πλευρά). Δεν υπάρχει ~ να καθίσουμε (= θέση, χώρος). Σε ποιο ~ χτύπησες (= πού, σε ποιο σημείο); 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένα από τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή κράτη που μετέχουν σε μια διαδικασία, βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή έχουν άμεση σχέση: εμπλεκόμενα/εμπόλεμα/ενδιαφερόμενα ~η. Τα ~η μιας δίκης (= αντίδικοι). Αναζητείται λύση που θα ικανοποιεί όλα τα ~η. Αμφότερα τα ~η κατέληξαν σε συμφωνία/συμφώνησαν. Η αίτηση θα κοινοποιηθεί και στο άλλο ~. ΣΥΝ. μεριά (2), πλευρά (3) 4. (ευφημ.-κυρ. παλαιότ.) τουαλέτα, αποχωρητήριο. ΣΥΝ. καμπινές ● ΣΥΜΠΛ.: (τα) μέρη του λόγου: ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις μιας γλώσσας, με βάση τη μορφολογία ή τη συντακτική τους λειτουργία: Στα κλιτά ~ ~ ανήκουν τα άρθρα, τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές, ενώ στα άκλιτα τα επιρρήματα, οι προθέσεις, οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα., απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, λυρικά μέρη βλ. λυρικός, συμβαλλόμενα μέρη βλ. συμβάλλω ● ΦΡ.: από μέρους (κάποιου): από την πλευρά του, σε ό,τι τον αφορά: ~ ~ μου κανένα πρόβλημα, κάνε ό,τι θέλεις!, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος: παραμερίζω, παραβλέπω, παρακάμπτω: Ας αφήσουμε ~ την γκρίνια/τις διαφορές/τους εγωισμούς/τη μιζέρια. ~οντας ~ το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (2), βάζω κατά μέρος (προφ.): αποταμιεύω. ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (1), εκ μέρους (σπάν. εκμέρους)/από μέρους (κάποιου) (λόγ.): ως εκπρόσωπός του: ~ ~ μου (= από τη δική μου πλευρά, μεριά). Ο υπουργός ... κατέθεσε στεφάνι ~ ~ της κυβέρνησης. Πβ. για λογαριασμό, εξ ονόματος. [< γαλλ. de la part de] , εν μέρει & ενμέρει (λόγ.): σε κάποιο βαθμό, όχι συνολικά: Έχεις ~ ~ δίκιο. ΣΥΝ. μερικώς, υπό/κατά μία έννοια ΑΝΤ. εν όλω, εντελώς, πλήρως [< γαλλ. en part] , επί μέρους (λόγ.): επιμέρους: Το τρίτο ~ ~ ζήτημα αφορά ..., κατά (ένα) μεγάλο μέρος & (λόγ.) κατά μέγα μέρος: σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό: ~ ~ το πρόβλημα λύθηκε., λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι: συμμετέχω: Στον διαγωνισμό/στις εκδηλώσεις/στην κλήρωση/στη συζήτηση έλαβαν/πήραν ~ μαθητές απ' όλη τη χώρα. [< γαλλ. prendre part à ] , παίρνω (κάποιον) κατά μέρος: τον απομακρύνω από τους άλλους, συνήθ. για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως: Με πήρε ~ και μου ανέφερε το πρόβλημα. Πβ. ξεμοναχιάζω. Βλ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας., παίρνω κάποιον με το μέρος μου: τον κάνω να με υποστηρίξει, να ασπαστεί τις απόψεις μου: Προσπάθησε με μαλαγανιές να τους πάρει με το ~ της/του., παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) & (σπάν.) έρχομαι: υποστηρίζω, υπερασπίζομαι ένα πρόσωπο: Μου θύμωσε, γιατί δεν πήρα το ~ της. Πήγε με το ~ των δυνατών. Δεν είμαι με το ~ κανενός. Αν έρθεις με το ~ μας, ...|| (μτφ.) Ο χρόνος είναι με το ~ μας (: προς όφελός μας)., προς το μέρος (κάποιου): προς τον τόπο, το σημείο όπου βρίσκεται κάποιος: Γύρισε/ήρθε/πήγε/σημάδεψε (με το όπλο) ~ ~ τους και είπε ...|| (μτφ.) Η ζυγαριά κλίνει ~ ~ της., τι μέρος του λόγου είναι ...; (προφ.-μτφ., συχνά μειωτ.): (για πρόσ.) ποιο είναι το ποιόν του;, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη [< αρχ. μέρος, γαλλ. part, partie]

μέσα

μέσαμέ-σα επίρρ. {συχνά πριν από την πρόθ. σε} & μες (συνήθ. στον προφορικό λόγο, όταν παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο ή πριν από φωνήεν)· δηλώνει 1. (σε κίνηση ή στάση) το εσωτερικό χώρου, έκτασης ή αντικειμένου ή γενικότ. κλειστό χώρο: Έλα ~ (πβ. εδώ)! Ποιοι είναι ~; Πού θέλεις να καθίσουμε, ~ ή έξω; (ειδικότ. σπίτι) Θα κάτσω/μείνω ~ απόψε. Μην πας πολύ ~ (= βαθιά, ενν. στη θάλασσα). (στο διαδίκτυο) Θα μπεις καθόλου ~ το βράδυ (π.χ. σε κάποιο τσατ ρουμ);|| (συνήθ. + από/σε) Της άρπαξε την τσάντα ~ απ' το αυτοκίνητο. Περάσαμε μεσ' απ' το τούνελ (= διά μέσου). Ανασύρθηκε ζωντανή ~ από τα ερείπια. Η πόρτα του δωματίου δεν κλείνει από ~ (πβ. έσωθεν). Βάλε τα ρούχα ~ στο πλυντήριο. Τι έχεις ~ στην τσάντα; Την κοίταξε ~ στα μάτια.|| (με πρόθ.) Δεν φαινόταν τίποτα από ~ (= εσωτερικό). Σπρώξε προς τα ~.|| (συγκριτικός βαθμός) Προχωρήστε πιο ~.|| (ως επιφών., συνήθ. χωρίς ρήμα) "~ όλοι!", φώναξε στους μαθητές.|| (με επανάληψη) Δες αν το φαγητό ζεστάθηκε ~ ~.|| (συχνά μτφ.) Όλα είναι ~ στο μυαλό σου. Κάποιοι ~ από την εταιρεία έκαναν υποκλοπές.|| (με άρθρο, ως επίθ.) Στις ~ (= έσω, εσωτερικές) σελίδες της εφημερίδας. (μτφ.) Ο ~ μας κόσμος (= ψυχικός). ΣΥΝ. εντός (1) ΑΝΤ. εκτός (1), έξω (1) 2. χρονική διάρκεια συνήθ. ή στιγμή: Όλα έγιναν ~ σε τρεις μήνες (= σε διάστημα τριών μηνών). Θα προλάβεις ~ σε μια ώρα να έρθεις; Περπατούσε ~ στη βροχή (: ενώ έβρεχε). Ποιος να παίρνει τηλέφωνο ~ στη νύχτα; Βρισκόμαστε ~ στην καρδιά του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/στο χειμώνα. Το νέο μοντέλο έρχεται ~ στον Οκτώβριο. ΣΥΝ. εντός (2) 3. (μτφ.) συγκεκριμένη κατάσταση ή τρόπο: Έζησε ~ στα πλούτη/στη φτώχεια. Τα ρούχα σου είναι μες στη βρομιά.|| Διδασκαλία στο σχολείο ~ από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Ο περισσότερος κόσμος τη γνωρίζει ~ από την τηλεόραση (= μέσω). 4. (ειδικότ.) μεταξύ, ανάμεσα: ένα χωριό ~ στο πράσινο. Ψάξε ~ στα άπλυτα και θα το βρεις.|| (για πρόσ.) ~ σε τόσο πλήθος λογικό ήταν να χαθούμε. Είναι ~ στους καλύτερους σκακιστές (: θεωρείται ένας από τους ...).|| (μτφ.) ~ στα πολλά που είπε/έκανε ... Δεν θέλει να τον έχει ~ στα πόδια της (: να είναι συνέχεια ανάμεσά της, να την ενοχλεί). ● Ουσ.: μέσα (το) (προφ.): εσωτερικό μέρος ή εσωτερικός χώρος: το ~ του καρπουζιού/σπιτιού. Τον πονάν τα ~ (= σπλάχνα, σωθικά) του.|| Δεν έχεις βαρεθεί το ~ (: να μη βγαίνεις έξω); ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα (προφ.): συμμετέχει σε ποικίλες δραστηριότητες, έχει πολλές διασυνδέσεις ή/και είναι (πάντα) ενημερωμένος., (μέσα) στην τιμή: χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αμοιβή: Τα έξοδα αποστολής του προϊόντος (συμ)περιλαμβάνονται ~ ~. Το πρωινό δεν είναι ~ ~ του δωματίου., βάζω και μένα(/σένα ...) μέσα: συμπεριλαμβάνω, συνυπολογίζω: Παιδιά, βάλτε και μένα ~ στην παρουσίαση., είμαι μέσα (προφ.) 1. είμαι πρόθυμος, συμφωνώ, π.χ. να κάνω κάτι ή να πάω κάπου: Για το Σάββατο εγώ (πάντως/σίγουρα) ~ ~. Είστε ~ για ταξίδι στο εξωτερικό; (ως μονολεκτική καταφατική απάντηση, ναι, (και) βέβαια) -Θα 'ρθεις για φαγητό μαζί μας; -~! 2. είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Κάνε και την αίτηση, για να είσαι ~. 3. αντιλαμβάνομαι κάτι: ~ είσαι ότι τώρα τελευταία δεν τα πηγαίνουμε καλά. ΣΥΝ. πέφτω μέσα, είμαι/μπήκα μέσα (προφ.): χρωστώ: ~ ~ πεντακόσια ευρώ αυτόν τον μήνα. Πβ. πέφτω έξω.|| (για επιχείρηση) Το μαγαζί με την κρίση μπήκε ~ (= έχει παθητικό, χασούρα)., είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα (προφ.): είναι κλεισμένος σε φυλακή ή ψυχιατρικό ίδρυμα ή φυλακίστηκε: ~ ~ για εξακρίβωση στοιχείων., κατά τα/στα μέσα (+ γεν.): για δήλωση χρόνου: ~ ~ του 20ού αι., κρατάω (κάτι) μέσα μου: δεν εξωτερικεύω τα συναισθήματα ή/και τις σκέψεις μου: Μην τα κρατάς όλα ~ σου. Πβ. κατα-πίνω, -πνίγω. ΣΥΝ. κρατάω για τον εαυτό μου (1), μέσα μου: στην καρδιά, στην ψυχή ή στο μυαλό μου: Η απάντηση βρίσκεται (βαθιά) ~ σου (πβ. ενδόμυχα). Κάτι άλλαξε ~ ~. Πονάει ακόμη ~ της. Πρέπει να το βγάλεις από ~ σου (: να το εξωτερικεύσεις).|| Όμορφες αναμνήσεις ξύπνησαν ~ ~., πέφτω μέσα (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, μαντεύω σωστά κάτι: Έπεσες ~ στις προβλέψεις σου (: είχες δίκιο). ΑΝΤ. πέφτω έξω (1), το 'χω μέσα μου (προφ.): για κάτι που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα μου, με εκφράζει ή έχω έμφυτη κλίση σε αυτό: Αν δεν το 'χεις ~ σου, ... Είναι και να το 'χεις ~ σου ..., τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα (λαϊκό) & (λαϊκότ.) τον έχωσαν μέσα: τον φυλάκισαν: Είχε κάνει παρανομίες κι έτσι ~ ~ (= τον έβαλαν στη φυλακή). , (μες) στο νερό βλ. νερό, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα βλ. βάζω, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κρύβει ένα παιδί μέσα του βλ. παιδί, κρύβει μέσα του βλ. κρύβω, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, μέσα από τα γυαλιά βλ. γυαλιά, μέσα από τα δόντια (του) βλ. δόντι, μέσα έξω βλ. έξω, μέσα στα πράγματα βλ. πράγμα, μέσα στην τούρλα βλ. τούρλα, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, στα μέσα και στα έξω βλ. έξω, τα κεφάλια μέσα! βλ. κεφάλι, την τύχη/το κέρατό μου μέσα βλ. τύχη, τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός, χέσε μέσα! βλ. χέζω [< μεσν. μέσα]

μέση

μέσημέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το τμήμα του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται ανάμεσα στον θώρακα και τα ισχία· συνεκδ. το αντίστοιχο μέρος ενδύματος: λεπτή ~. Ανατομικό μαξιλάρι/ορθοπεδική ζώνη ~ης. Ασκήσεις για τη ~. Πόνοι στη ~ (πβ. οσφυαλγία). Από τη ~ και κάτω/πάνω. Πιάστηκε η ~ μου. Στάθηκε με τα χέρια στη ~. Μ' έπιασε από τη ~. Πβ. οσφύς.|| Το σακάκι μού είναι λίγο στενό στη ~ (βλ. μεσάτος). 2. το μεσαίο ή το κεντρικό τμήμα ενός αντικειμένου, μιας έκτασης: καρπούζι/λεμόνι κομμένο στη ~ (: στα δύο). Φόρμα του κέικ με τρύπα στη ~. Στη ~ (= κέντρο) του δωματίου. Γέμισε το ποτήρι μέχρι/ως τη ~.|| Ιστορία με αρχή, ~, τέλος. ΣΥΝ. μέσο (2) 3. το μέσο χρονικού διαστήματος, διαδικασίας: στη ~ (= στα μέσα) της σχολικής χρονιάς/του χειμώνα (= μεσοχείμωνο). Έφυγε στη ~ του μαθήματος. Είναι στη ~ της θητείας του. ● Υποκ.: μεσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης βλ. τσάντα ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω στη μέση (μτφ.-προφ.): δεν ολοκληρώνω κάτι που έχω ξεκινήσει να κάνω: ~ει ~ όποιο βιβλίο δεν του αρέσει. ~ησε ~ το φαγητό του κι έφυγε βιαστικά., βγάζω από τη μέση (μτφ.-προφ.) 1. δολοφονώ, σκοτώνω: Οι μαφιόζοι απείλησαν να τον βγάλουν από τη ~. ΣΥΝ. καθαρίζω (4) 2. εκτοπίζω, εξουδετερώνω: Αποκάλυψε το σκάνδαλο, βγάζοντας από τη ~ τους πολιτικούς του αντιπάλους., λυγίζω τη μέση (μου) (σπάν.-μτφ.): συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. έχει εύκαμπτη μέση., μέση δαχτυλίδι (μτφ.): (για γυναίκα) πολύ λεπτή και κομψή μέση: Αποκτήστε/έχει ~ ~., μου βγήκε η μέση (μτφ.-προφ.): κουράστηκα πάρα πολύ, ταλαιπωρήθηκα: Μου ~ ~ να κουβαλήσω τα βιβλία! ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγαίνει ο κώλος, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μπαίνω στη μέση (μτφ.-προφ.): παρεμβαίνω σε υπόθεση που συνήθ. δεν με αφορά άμεσα ή εμφανίζομαι ως εμπόδιο: Μπήκε στη ~ προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Πβ. μεσολαβώ.|| Πώς να κρατήσει μια σχέση, όταν ~ει στη ~ το εγώ;, τον έβαλαν στη μέση 1. τον περικύκλωσαν: ~ ~ και τον χτυπούσαν όλοι μαζί. 2. (μτφ.) τον ανάγκασαν να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο: Τον βάλανε ~ ν' αποφασίσει/να πάρει το μέρος ενός από τους δύο., φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση (μτφ.-προφ.): σταματώ να διαδραματίζω σημαντικό ρόλο, απομακρύνομαι: Ποιοι είχαν συμφέρον να φύγει/να βγει από τη ~ ο πρόεδρος;, βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά βλ. πουθενά, μένει στη μέση βλ. μένω, μέσες άκρες βλ. άκρη, στη μέση του δρόμου βλ. δρόμος, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. μέση]

μπελάς

μπελάςμπε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): δύσκολη και ενοχλητική κατάσταση, πρόβλημα και συνεκδ. πρόσωπο που προκαλεί τέτοιες καταστάσεις: μεγάλος/σκέτος ~. Τι ~! Νέοι/οικονομικοί ~άδες. Αποκτώ/αποφεύγω τους/δημιουργώ/οδηγώ σε ~άδες. Γλίτωσα από ένα σωρό ~άδες. Είναι ~ να τρέχω μέχρι εκεί. Πβ. βάσανο, έγνοια, σκοτούρα.|| Άλλος ~ κι αυτός! Είναι ~ για τους γονείς της. ● ΦΡ.: βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες: προξενώ σε άλλον ή στον εαυτό μου προβλήματα: Δεν θέλω να σας βάλω ~.|| Πήρε δάνειο για να χτίσει και μπήκε σε ~άδες., βάζω μπελά στο κεφάλι μου: προκαλώ στον εαυτό μου προβλήματα., βρίσκω (τον) μπελά (μου): αντιμετωπίζω δυσάρεστες καταστάσεις, χωρίς να ευθύνομαι γι΄αυτές: Πήγαν να βοηθήσουν και βρήκαν τον ~ τους. Μην του πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα βρεις ~ σου., γυρεύει/θέλει τον μπελά του: με τη συμπεριφορά του ωθεί τα πράγματα σε δυσάρεστες εξελίξεις: Γιατί το ψάχνεις τόσο πολύ; Τον ~ σου γυρεύεις; ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας, κακός μπελάς (που) με βρήκε!: έκφραση δυσφορίας για κάποιον ή κάτι ανεπιθύμητο: Τι με ακολουθείς συνέχεια; Βρε, ~ που με ~!, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< τουρκ. belâ]

μπροστά

μπροστάμπρο-στά επίρρ. 1. στην πλευρά ή την κατεύθυνση της ευθείας των ματιών, μετωπικά, σε άμεση επαφή: Πήγαινε ~. Κοίτα ~ σου. Φέρτε το πόδι ελαφρώς/λίγο ~. Να 'τος πάλι ~ μου. (εμφατ.) Καθίσαμε ~ ~ (= στις πρώτες θέσεις). Φόρεμα ανοιχτό ~. Το παντελόνι κουμπώνει ~. Τοποθετήστε το εδώ ~. ~ (σας) βλέπετε την Ακρόπολη. Ακριβώς ~ μας απλώνεται ο κάμπος. Έχω ~ μου τον χάρτη. Έβαλε ~ του ένα πιάτο φαΐ. Υποκλίθηκε ~ μου. Τον βλέπω συνέχεια ~ μου (= τον συναντώ). Άρπαξα ό,τι βρήκα ~ μου. Πέρασα ~ από το σπίτι τους. Η φωτογραφία τραβήχτηκε ~ από το καφενείο. Σπίτι ~ στη θάλασσα. Ένωσε τα χέρια ~ στο στήθος. Πάρκαρε ~ σε είσοδο πάρκινγκ. Όλη μέρα κάθεται ~ στην οθόνη του υπολογιστή. Στέκομαι ~ στον καθρέφτη/στη σκηνή. Έκθλιψη ~ (= πριν) από φωνήεν.|| Θα βγω/μιλήσω ~ σε κοινό/κόσμο (πβ. ενώπιον). Έμεινε ασυγκίνητη ~ στο φριχτό θέαμα. Ξέσπασε ~ στην κάμερα/στον φακό. Μην το πεις ~ του! Εσύ ήσουν ~ (= παρών, αυτόπτης μάρτυρας), εμένα ρωτάς; ΣΥΝ. εμπρός (1) ΑΝΤ. πίσω (1) 2. (συνήθ. χρον.) για κάποιον ή κάτι που προηγείται ή ακολουθεί: Ήταν εδώ πιο ~ (: πριν από εσάς). Είναι πολύ ~, δεν τους προλαβαίνετε. Είμαστε ~ δύο ώρες σε σχέση με την Αγγλία. Το ρολόι σου πηγαίνει ~. Γύρνα την κασέτα/ταινία ~ (= προς την αρχή της). Θέλω τα χρήματα ~ (= προκαταβολικά).|| Έχουμε ~ μας δύσκολες μέρες. Έχεις όλη τη ζωή ~ σου. 3. απέναντι σε κάτι ή σχετικά με αυτό, αντιμετωπίζοντας ένα θέμα παροντικό ή μελλοντικό: ~ στο αδιέξοδο/στο δίλημμα/στις ευθύνες μας/στην κάλπη/σε κρίσιμες αποφάσεις/στη μεγάλη πρόκληση. Φόβος ~ στο άγνωστο. Θαρραλέος ~ στον κίνδυνο. Κλείνουν τα μάτια ~ στη διαφθορά/στη δυστυχία/στα κοινωνικά προβλήματα. Βρισκόμαστε ~ σε μια νέα ανακάλυψη/εποχή. 4. συγκριτικά με: Η εργασία τους ωχριά ~ στη δική μας. Τι είναι η επίγεια ζωή ~ στην αιωνιότητα; ~ σου δεν αξίζει τίποτε/δεν πιάνει δεκάρα. ● Ουσ.: μπρος/μπροστά (τα): Γέρνει/σπρώχνει προς τα ~. ● ΦΡ.: βάζω μπροστά/μπρος 1. θέτω σε λειτουργία, ξεκινώ: Έβαλε ~ το αυτοκίνητο/τη μηχανή.|| ~ ~ ένα πρόγραμμα/σχέδιο. Έβαλαν ~ για παιδί/το διαζύγιο. 2. καταλογίζω σε κάποιον κάτι: Βάζει συνέχεια εμένα ~ για τα δικά του σφάλματα. Πβ. αποπαίρνω, μαλώνω., βγαίνω (από) μπροστά 1. προπορεύομαι, προηγούμαι ή προωθούμαι: Μου βγήκε ~, χωρίς να τον δω.|| Βγήκε ~ από τα δύο σέντερ μπακ και έβαλε γκολ. Πβ. μου τη βγαίνει με κόκκινο. 2. παρουσιάζομαι μπροστά σε κάποιον: Ξαφνικά μας βγήκε ~ νέος αντίπαλος. Αντιμετωπίζει όποιο πρόβλημα του βγει ~., βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά: για αισιόδοξη στάση ζωής, ξεπερνώ ένα πρόβλημα με πίστη για μελλοντική βελτίωση, πρόοδο: Προχώρα ~ και μην κοιτάς πίσω., ένα βήμα μπροστά/βήματα μπροστά: για πορεία προόδου: ~ ~ για την ανθρωπότητα/στη μάχη κατά των ναρκωτικών. Είναι (αρκετά/πολλά) βήματα μπροστά. Βρισκόμαστε ~ ~ από τους αντιπάλους (= προηγούμαστε)., με το βλέμμα μπροστά: για προοδευτική δράση ή μελλοντική προοπτική: Προχωράμε ~ ~. ~ ~ αφήνουμε πίσω το παρελθόν., μπαίνω μπροστά (προφ.) 1. πρωτοστατώ: Η νεολαία μπήκε ~ στη μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 2. προηγούμαι: Η ομάδα μπήκε ~ στο σκορ., πάντα μπροστά! (ευχετ.): για ανεμπόδιστη πρόοδο., πάω/πηγαίνω μπροστά: προοδεύω: Χωρίς προσπάθεια δεν πάμε ~. Εσύ, παιδί μου, θα πας ~!, (είναι) χρόνια μπροστά βλ. χρόνος, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου βλ. βρίσκω, βρίσκω κάτι μπροστά μου βλ. βρίσκω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, έχω (ακόμα) δρόμο μπροστά μου βλ. δρόμος, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου βλ. μέρα, κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου βλ. μύτη, μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου βλ. μάτι, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, τραβάω μπροστά βλ. τραβώ [< μεσν. μπροστά]

μυαλό

μυαλόμυα-λό ουσ. (ουδ.) 1. νους, σκέψη και ειδικότ. φρόνηση ή τρόπος σκέψης, νοοτροπία: επικίνδυνο/επιχειρηματικό/θετικό/θεωρητικό/καθαρό (: για πνευματική διαύγεια)/μαθηματικό/πονηρό/προοδευτικό/στενό/φτωχό ~. Λογαριάζω με το ~. Ξεπερασμένα/σκουριασμένα ~ά. Η δύναμη/οι δυνατότητες/τα μονοπάτια/παιχνίδια (= πλάνες, ψευδαισθήσεις)/προβολές του ~ού. Άνθρωπος με ανοιχτό/πρακτικό ~. Τρικυμία στο ~ (: για ταραγμένη διανοητική κατάσταση). Με το σκάκι ακονίζω/εξασκώ το ~ μου. Δουλεύει/κουράστηκε/σταμάτησε το ~ μου. Να έχεις στο ~ σου (: να θυμάσαι) ότι ... Δεν έχει το ~ να καταλάβει. Πού να ξέρω τι θέλει; Δεν είμαι στο ~ του. Απωθημένα φωλιάζουν στο πίσω μέρος του ~ού. Στο ~ και την καρδιά μας. Η μορφή του δεν φεύγει από το/τριγυρίζει συνέχεια στο ~ μου.|| Έχει ~ αυτό το παιδί (= είναι έξυπνο)! Δεν έχεις λίγο ~ στο κεφάλι σου (= είσαι άμυαλος, κουτός)!|| Άντε να προκόψεις με τέτοια ~ά! 2. για ευφυή άνθρωπο: Είναι γερό/(δι)ερευνητικό/δυνατό/κοφτερό/μεγάλο/φωτεινό/φωτισμένο/χαρισματικό ~. 3. εγκέφαλος· ειδικότ. στα σφάγια, ως τροφή: ανθρώπινο ~. Τα κύτταρα του ~ού.|| (συνήθ. στον πληθ.) Αρνίσια/μοσχαρίσια ~ά. ~ά βραστά/πανέ. ● Υποκ.: μυαλουδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/θηλυκό μυαλό & (σπάν.) γυναικείος/θηλυκός νους: για άνθρωπο επινοητικό, δημιουργικό: Έχει ~ ~., τετράγωνο μυαλό & τετράγωνος νους: ορθολογιστής: Είναι άνθρωπος με ~ ~ και πολλές γνώσεις. ● ΦΡ.: ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες: κάνει τον άνθρωπο να αποκτήσει ευρύτητα πνεύματος: Το διάβασμα ανοίγει/τα ταξίδια διευρύνουν ~., βάζω μυαλό/νιονιό 1. συνετίζομαι: Την έχω πατήσει πολλές φορές, αλλά δεν λέω να βάλω ~. Πβ. βάζω γνώση. 2. (+ σε κάποιον) συνετίζω: Προσπαθώ να τους βάλω μυαλό, αλλά μάταια., βάζω το μυαλό μου να δουλέψει: χρησιμοποιώ τη σκέψη μου, συνήθ. για να πετύχω κάτι: Βάλε λίγο ~ σου ~, μην περιμένεις έτοιμη τη λύση., γεννά το μυαλό του (προφ.): είναι επινοητικός: Το μυαλό του γεννά συνεχώς καινούργιες ιδέες., είμαι/μπαίνω στο μυαλό κάποιου: ξέρω τι σκέφτεται: Πού να ξέρω τι εννοούσε; Στο ~ του είμαι;, έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου 1. το(ν) σκέφτομαι: Σας έχω στο ~ μου, δεν σας ξεχνώ. Τα λόγια του τα είχα πάντα ~. Μόνο τη νίκη έχουν στο ~ τους, δεν τους νοιάζει τίποτε άλλο. Θέλω να κάνω μια γιορτή, όπως εγώ την ~ ~. 2. σκοπεύω, σχεδιάζω: ~ει πάντα ~ του τη διάκριση. Για την επέτειο κάτι ~ ~. ~ ~ να του κάνω μια επίσκεψη κάποια στιγμή. Πβ. έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι)., έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου: σκέφτομαι επιπόλαια: Πρόκειται για άνθρωπο που έχει ~ του ~ του., καλά μυαλά! (ευχετ.-συχνά ειρων.): προτροπή για συνετή αντιμετώπιση καταστάσεων: Χρόνια πολλά και ~ ~! Ψυχραιμία και ~ ~!, κόβει το μυαλό του & (λαϊκό) η γκλάβα του: είναι (πολύ) έξυπνος. ΣΥΝ. του κόβει, μαζεύω το μυαλό μου: συγκεντρώνομαι: Πρέπει να ~έψω ~ και να γράψω επιτέλους το άρθρο., με τα μυαλά που έχεις/κουβαλάς ... (μειωτ.): με τη νοοτροπία που σε διακρίνει: ~ ~ δεν πρόκειται να δεις προκοπή., με το φτωχό μου το μυαλό: προσποιητή μετριοφροσύνη ως εισαγωγή σε πρόταση κρίσης: Εγώ, ~ ~, βλέπω ότι θέλουν να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο., μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (μτφ.) 1. μου έρχεται κάτι, συνήθ. αρνητικό, στον νου ή μου γίνεται έμμονη ιδέα: ~ ~ η ιδέα/η σκέψη ότι .../να ... Οι εικόνες της φρίκης/τα λόγια της καρφώθηκαν στο μυαλό μου. ΣΥΝ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) 2. κατανοώ ή μου εντυπώνεται κάτι: Αν του το επαναλάβεις πολλές φορές, θα του μπει τελικά ~., μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου (μτφ.): με ξεμυάλισε, με συνεπήρε κάποιος ή κάτι, είμαι παράφορα ερωτευμένος: Ποια σου ~ ~; Η εκδρομή τούς ~ ~., μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο: εκπλήσσομαι, ενθουσιάζομαι: ~ ~ με τις δυνατότητες του νέου μοντέλου! ΣΥΝ. μου 'φυγε/μου 'πεσε η μασέλα, νερούλιασε/έχει νερουλιάσει το μυαλό του (προφ.): αποβλακώθηκε, ξεκούτιανε. Πβ. κουρκουτιάζω., όλα είναι στο μυαλό/θέμα μυαλού: απόφθεγμα σύμφωνα με το οποίο το μυαλό είναι που δημιουργεί παραστάσεις και αντιλήψεις και όχι η εμπειρική πραγματικότητα: Δεν έχεις πρόβλημα, ~ στο μυαλό σου. Μη φοβάσαι, ~ θέμα ~ού, αρκεί να έχεις θέληση., πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον): το(ν) σκέφτομαι, το(ν) υποψιάζομαι: Δεν θα πήγαινε ~ ~ σ' εκείνον με τίποτε!, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου;: επιτιμητικά για κάποιον που είναι αφηρημένος, απρόσεκτος ή απερίσκεπτος: Δεν με άκουσες που το είπα; ~ ~;, πού μυαλό;/δεν έχω μυαλό για κάτι: δεν έχω διάθεση, δεν μπορώ να επικεντρωθώ σε κάποιο θέμα: Πού ~ για δουλειά; Δεν ~ ~ για διάβασμα., σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου (μτφ.): σκέφτομαι, προβληματίζομαι έντονα: Σπάω το μυαλό μου να θυμηθώ πού σ' έχω ξαναδεί! Στύβω το κεφάλι μου να βρω μια λύση., χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου: τρελαίνομαι: Έχει χάσει ~ ~ά του, για να πιστεύει ότι θα σώσει τον κόσμο.|| Έχω ~σει ~ μου μαζί του (: είμαι τρελά ερωτευμένη). Πβ. χάνω τα λογικά μου., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανακαλώ στη μνήμη/στο μυαλό μου βλ. ανακαλώ, βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι βλ. νους, βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου βλ. κεφάλι, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου βλ. νους, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχει κάλο στον εγκέφαλο βλ. κάλος, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι βλ. νους, και τα μυαλά στα κάγκελα βλ. κάγκελο, κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι, μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό σου/του βλ. φτάνω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου βλ. ξεσηκώνω, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πήζει το μυαλό μου βλ. πήζω, πιπιλίζω το μυαλό κάποιου βλ. πιπιλίζω, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα βλ. τινάζω, το μυαλό μου κολλάει βλ. κολλώ, το μυαλό του κόβει σαν ξυράφι & μυαλό ξ(ο)υράφι βλ. ξυράφι, το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) βλ. λίρα, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω, φουσκώνω τα μυαλά κάποιου βλ. φουσκώνω [< μεσν. μυαλόν < μτγν. μυαλός < αρχ. μυελός]

μύτη

μύτημύ-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το μέρος του προσώπου στον άνθρωπο ή σε άλλα θηλαστικά το οποίο προεξέχει πάνω από το στόμα και κάτω από το μέτωπο, χωρίζεται σε δύο ρουθούνια και χρησιμεύει για την αναπνοή και την όσφρηση: γαλλική (: λεπτή και ελαφρώς ανασηκωμένη)/γαμψή/γυριστή/ίσια/κοντή/μακριά/μεγάλη/πλακουτσωτή/πλατιά/σουβλερή/σπασμένη/στραβή/στρογγυλή/χοντρή ~. Ελληνική ή κλασική ~ (: ίσια και λεπτή). Οστά/χόνδρος της ~ης. ~ κόκκινη από το κρύο. Αιμορραγία/επέμβαση/καταρροή/φαγούρα/φακίδες στη ~. Καθαρίζω/ξύνω/ρουφώ/σκαλίζω/σκουπίζω/φυσώ τη ~ μου. Η ~ μου είναι βουλωμένη/μπουκωμένη.|| Το κρασί φέρνει στη ~ αρώματα φρούτων.|| Mιλά με τη ~ (= έχει έρρινη προφορά).|| Πλαστική/ψεύτικη ~. Η ~ του κλόουν. 2. (κατ' επέκτ.) μουσούδι, ρύγχος ή το ράμφος των πουλιών: η ~ του δελφινιού/ξιφία/σκύλου. Βλ. προβοσκίδα.|| ~ αετού. 3. (μτφ.) αιχμηρή κυρ. ή λεπτή άκρη, προεξοχή ή το μπροστινό μέρος μακρόστενου συνήθ. πράγματος: κυρτή ~. Η ~ του αγκιστριού/της βελόνας/του βέλους/του καρφιού/του κονταριού/του μαχαιριού/του παγόβουνου/του σπαθιού. Μαρκαδόρος/πινέλο/στιλό με λοξή/στρογγυλεμένη ~ (πβ. ακίδα). Πένα με χρυσή ~. Έσπασε η/ξύνω τη ~ του μολυβιού. Έκοψε τα μαλλιά της ~ες/άφησε λίγες ~ες να πέφτουν στο πρόσωπο (βλ. αφέλειες).|| Η ~ του ακρωτηρίου.|| Η ~ του αεροπλάνου/του πλοίου (πβ. πλώρη)/του σωληναρίου. Σουτ με τη ~ του παπουτσιού (βλ. μύτος). 4. δυνατή όσφρηση: Το κυνηγόσκυλο έχει καλή ~. 5. (μτφ.) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος ενστικτωδώς κάτι, διαίσθηση: Έχει (γερή) ~. 6. άρωμα κρασιού: πλούσια/πολύπλοκη/φινετσάτη ~. Έντονη ~ από μπαχαρικά/φρούτα του δάσους. ● Υποκ.: μυτίτσα (η), μυτούλα (η) ● Μεγεθ.: μυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: ανοίγει/ματώνει η μύτη μου (προφ.): αιμορραγεί., βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη (προφ.): για κάτι που έχει δυσάρεστη έκβαση, ενώ αρχικά ήταν ή προοριζόταν να είναι ευχάριστο: Τελικά ήρθε στην εκδρομή, αλλά μας το έβγαλε από τη ~ με την γκρίνια του. Πβ. μου βγαίνει (κάτι) ξινό., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι & (σπάν.) δεν μάτωσε μύτη 1. δεν προκλήθηκαν βίαια επεισόδια: Ήρεμα εξελίχθηκε ο χθεσινός αγώνας· ~ ~. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Πβ. αναίμακτα. 2. (μτφ.) δεν υπήρξε αντίδραση, εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους θιγομένους: Κατεδαφίστηκαν όλες οι κατακτήσεις των εργαζομένων και ~ ~., δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του (μτφ.): είναι κοντόφθαλμος, στενόμυαλος: Δεν μπορεί να δει ~ ~. [< πβ. γερμ. nicht weiter sehen als seine Nase [reicht], γαλλ. ne pas voir plus loin que le bout de son nez] , δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου: δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα: Χωρίς τα γυαλιά/με τόσο πυκνό σκοτάδι δεν έβλεπε ούτε τη ~ της., έχει ψηλά τη μύτη (μτφ.-προφ.): έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι αλαζόνας: ~ ~ του και δεν μας καταδέχεται. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη, σνομπ, ψηλομύτης, ψώνιο., η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει (παροιμ.): είναι υπερόπτης και ακατάδεκτος, ψηλομύτης ή τεμπέλης., κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου: για κάτι ολοφάνερο που γίνεται ή υπάρχει, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι: Απέδρασε/πέρασαν κάτω από τη ~ των δεσμοφυλάκων. Η κλοπή έγινε κάτω από τη ~ των υπευθύνων. Η λύση τόσο καιρό βρισκόταν μπροστά στη ~ μας. Πβ. μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου., με τρώει η μύτη μου: έχω φαγούρα στη μύτη., μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια (προφ.): για φαγητό κυρ. που μυρίζει έντονα και ευχάριστα., μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός., μύτη με μύτη: πολύ κοντά σε κάποιον ή κάτι. Πβ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, πρόσωπο με πρόσωπο., να μου τρυπήσεις τη μύτη: για να δηλωθεί με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι: Αν κάνει τα μισά από όσα υποσχέθηκε, να μου τρυπήσετε τη ~. Βλ. να μη με λένε., πέφτει η μύτη/η μούρη μου (μτφ.-ειρων.): μειώνεται, θίγεται ο εγωισμός μου: Δεν παραδέχεται τα λάθη του, για να μην πέσει η μύτη του. , πέφτουν μύτες (προφ.): κάνει πάρα πολύ κρύο., πιάνω/κρατώ τη μύτη μου: πιάνω τη μύτη μου με τα δάχτυλα ή και δεν αναπνέω, συνήθ. για να αποφύγω δυσοσμία: Πάρε βαθιά αναπνοή και κράτα τη ~ σου κλειστή., σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη: τον κάνω ό,τι θέλω: Μου φαίνεται ότι σε σέρνει ~. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου., σκάω μύτη (προφ.): εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω: Ξαφνικά ~ει ~ ένα πιτσιρίκι.|| Έσκασε ~ ο ήλιος. ΣΥΝ. ξεμυτίζω, στη μύτη του κουταλιού: για μικρή ποσότητα (όση χωρά στην άκρη του): Προσθέτουμε ελάχιστο αλάτι/κανέλα ~ ~. (σπάν.) Μια μύτη ζάχαρη (= πολύ λίγη)., στις μύτες (των ποδιών): στις άκρες των ποδιών ή των παπουτσιών, με ανασηκωμένες τις φτέρνες: Πατώ/περπατώ/στέκομαι ~ ~. Μπήκε στο δωμάτιο ~ ~ (για να μη γίνει αντιληπτός). Πβ. (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων., το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι και οι ευφυείς άνθρωποι συχνά πέφτουν σε προφανείς παγίδες, την πατούν., τρέχει η μύτη μου 1. έχω καταρροή: Η ~ του τρέχει συνέχεια. 2. ματώνει: Kάθισε μέχρι που σταμάτησε να ~ ~ του., χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού & βάζω τη μύτη/την ουρά μου κάπου/παντού (προφ.): ασχολούμαι με ζητήματα που δεν με αφορούν: ~ει ~ του στα προσωπικά/στις υποθέσεις των άλλων. Μη ~εις ~ σου παντού. Πβ. ανακατεύομαι, επεμβαίνω, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν [πβ. γερμ. seine Nase in etwas/in allen [hinein] stecken] , (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη βλ. σηκωμένος, βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, κλείνει η μύτη μου βλ. κλείνω, όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, σηκώνει (τη) μύτη βλ. σηκώνω [< μεσν. μύτη < πβ. αρχ. μύτις ‘εσωτερικό των μαλακίων, μελάνι της σουπιάς’]

νέφτι

νέφτινέ-φτι ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. άχρωμο υγρό με έντονη οσμή, πτητικό προϊόν της απόσταξης της ρητίνης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλυτικό, αλλά και στην αρωματοποιία, τη φαρμακοποιία και την παρασκευή λιπαντικών: ~ ζωγραφικής. Αραίωσε το βερνίκι/έτριψε τον λεκέ/καθάρισε τα πινέλα με ~. Βλ. βενζίνη, κολοφώνιο. ΣΥΝ. τερεβινθέλαιο ● ΦΡ.: του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) (προφ.): για κάποιον που χαρακτηρίζεται από υπερκινητικότητα, νευρικότητα: Κάνει λες και/σαν να του ~ ~. [< τουρκ. neft]

νόημα

νόημανό-η-μα ουσ. (ουδ.) {νοήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. περιεχόμενο, σημασία: το ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~ ενός γεγονότος. Το ~ μιας εικόνας/ενός όρου. Το βαθύτερο/κρυφό/ουσιαστικό/πραγματικό/συμβολικό ~ του κειμένου (βλ. αλληγορία). Το ακριβές ~ της λέξης. Αλλοιώνω/αναζητώ/ανακαλύπτω/αντιλαμβάνομαι/διαστρεβλώνω/εξηγώ/κατανοώ/παρερμηνεύω το ~ μιας πρότασης. Παραποίησαν και παρεξήγησαν το ~ των δηλώσεών του. Προσπάθησε να αποδώσει/εκφράσει/συλλάβει το ~ του έργου.|| Η συζήτηση έχει αρχίσει να χάνει το ~ά της (= την ουσία της). Βλ. υπο~. 2. λόγος, σκοπός, αξία: το ~ της ανθρώπινης ύπαρξης. Η σχέση τους έχασε το ~ά της (= το ενδιαφέρον της). Δεν βρίσκω κανένα ~ σε ό,τι λες (= τα θεωρώ ανούσια)! Τι ~ έχουν όλα αυτά; Το έχει πιάσει το ~ της ζωής (= απολαμβάνει τις χαρές της, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα άλλο). 3. νεύμα, γνέψιμο· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) καθεμία από τις βασικές μονάδες λόγου στη νοηματική γλώσσα: ~ με το κεφάλι/τα μάτια/το χέρι. Συνεννοούνται με ~ατα. Τους έκανε ~ να μη μιλήσουν/να μπουν μέσα/να σταματήσουν. Βλ. χειρομορφή. 4. ιδέα, ιδεώδες: Έργο που διαπνέεται/είναι γεμάτο από υψηλά ~ατα. ● ΦΡ.: (δεν) βγάζω/βγαίνει νόημα: για κάτι που (δεν) είναι κατανοητό: Δεν βγάζω ~ από αυτά που λέει. Να ξαναγράψεις την πρόταση, έτσι ώστε να βγαίνει ~., δεν έχει νόημα: είναι άσκοπο, δεν υπάρχει λόγος, δεν αξίζει: ~ ~ να συνεχίσουμε την αντιπαράθεση. Μην επιμένεις, ~ ~., με νόημα/σημασία & όλο νόημα/σημασία: εκφράζοντας ή υπονοώντας κάτι: απάντηση/δηλώσεις/πράξη ~ ~. Γέλασε/τον κοίταξε ~ ~., μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα (προφ.): αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι ή κάνω κάποιον να κατανοήσει κάτι: Άργησες να μπεις ~, αλλά τα κατάφερες! (αργκό) Μπήκες/το 'πιασες (= με πιάνεις, κατάλαβες); Πβ. μπαίνω στο πνεύμα.|| Προσπαθώ να σε βάλω ~ τού τι θέλω να πω., κενός περιεχομένου βλ. κενός [< 1: αρχ. νόημα, γερμ. Noema, γαλλ. noème, αγγλ. noema, 1931 2: γαλλ. sens 3: γαλλ. signe, γερμ. Wink 4: γαλλ. idée]

νους

νους[νοῦς] ουσ. (αρσ.) {νου (λόγ.) νοός | (λόγ.) πληθ. νόες} ΣΥΝ. διάνοια, μυαλό 1. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων νοητικών διαδικασιών που σχετίζονται κυρ. με την αντίληψη, τη σκέψη, τη φαντασία, τη μνήμη· το πνεύμα, ο λόγος (δηλ. το λογικό): γέννημα/δημιούργημα/κατασκεύασμα/πλάσμα/προϊόν του νου (πβ. αποκύημα της φαντασίας). Οι δυνάμεις/η εγρήγορση/η καθαρότητα του νου. Έχει δημιουργικό/εύστροφο/οξύ/πρακτικό νου. Πράξη που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου (: αδιανόητη, φρικτή). Αποφασίζει/κρίνει με καθαρό νου (= λογικά, ψύχραιμα). Έσβησε από τον νου του τα πάντα (= τα ξέχασε). Έχασε το(ν) νου της/σάλεψε ο ~ του (= τρελάθηκε). Πβ. νοημοσύνη, νόηση. Βλ. ψυχή.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο ~ του Αναξαγόρα/Ηράκλειτου. Φιλοσοφία του νου. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο έξυπνο, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα: φωτισμένος ~ (πβ. ιδιοφυΐα). Μόνο ένας δαιμόνιος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο! ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός νους & (σπάν.) κοινό μυαλό: κοινή λογική., ιθύνων νους βλ. ιθύνων, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό ● ΦΡ.: βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι (προφ.): πάει το μυαλό μου σε κάτι, σκέφτομαι, υποψιάζομαι: Δεν ~εις με τον νου σου τι σε περιμένει!, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) (προφ.): σταματώ να το(ν) σκέφτομαι, το(ν) ξεχνώ: Μη φοβάσαι, δεν θα ξανασυμβεί, βγάλ' το ~ σου! Δεν μπορεί κανείς να μου (το) βγάλει ~ ότι ...|| Βγάλ' την, επιτέλους, ~ σου!, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου (προφ.): δεν μπορεί να το πιστέψει, είναι αδιανόητο: ~ ~ ο νους/το μυαλό του ανθρώπου αυτό που συνέβη!, έχε τον νου σου & το(ν) νου σου (προφ.): πρόσεχε: ~ ~ μην πάθεις κανένα κακό. Τον νου σου! Θα πέσεις!, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) (προφ.) 1. έχω κάποιον ή κάτι στο μυαλό μου, στη σκέψη μου: ~ ~ πολλά πράγματα. Έχε κατά ~ (= έχε υπόψη σου) ότι ... 2. σκοπεύω, προτίθεμαι: Έχει στο(ν) νου του/κατά νου ν' αλλάξει σπίτι. Πβ. έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου., έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι (προφ.): με απασχολεί, το(ν) σκέφτομαι (επίμονα): ~ει ~ της συνέχεια στα παιδιά. Το μυαλό του το έχει στο παιχνίδι. Πού είχες ~ σου, όταν σου μιλούσα;|| Έχει αλλού το ~ του (= είναι αφηρημένος)., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση (παροιμ.): για κάτι που (θεωρείται ότι) είναι αυτονόητο, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη., λέω με το νου μου (προφ.): σκέφτομαι: 'Είμαι πολύ τυχερός σήμερα!', είπε με το νου του. Πβ. λέω (από) μέσα μου., νους υγιής εν σώματι υγιεί (γνωμ.-λόγ.): δεν νοείται πνευματική υγεία χωρίς σωματική· προκειμένου να τονιστεί η σημασία της σωματικής άσκησης (άθλησης) ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πνευματική ευεξία. [< λατ. mens sana in corpore sano] , ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) (προφ.): ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί· τα πάντα, πολλά και διάφορα (πράγματα): Στο παζάρι μπορούσες να βρεις ~ ~ σου/του ανθρώπου! Πβ. και του πουλιού το γάλα., ψήλωσε ο νους (κάποιου) (μτφ.-προφ.) 1. έχει υπερβολικές φιλοδοξίες. 2. έχασε τα λογικά του., ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, σταματά ο νους του ανθρώπου βλ. σταματώ, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω [< 1: αρχ. νοῦς, γαλλ. esprit, αγγλ. mind, γερμ. Geist 2: γαλλ. esprit]

ντουλάπι

ντουλάπιντου-λά-πι ουσ. (ουδ.) {ντουλαπιού}: έπιπλο ορθογώνιου παραλληλόγραμμου σχήματος που κλείνει με ένα ή δύο πορτάκια για την φύλαξη τροφίμων, σκευών ή άλλων αντικειμένων: δίφυλλο/ενσωματωμένο/κλειστό/κρεμαστό/μεταλλικό/ξύλινο ~. Εντοιχισμένα ~ια κουζίνας. ~ ασφαλείας/μπάνιου/νεροχύτη/τοίχου (= επίτοιχο). Βιβλιοθήκη με ράφια και ~ια. Κονσόλα-~. Πβ. ερμάριο. ● Υποκ.: ντουλαπάκι (το) : ~ αυτοκινήτου/συνοδηγού. ● ΦΡ.: βάζω κάτι/κάτι μπαίνει στο ντουλάπι (μτφ.-προφ.): για κάτι που δεν χρησιμοποιείται πια, συνήθ. επειδή δεν είναι χρήσιμο ή έχει ξεπεραστεί. Βλ. στο αρχείο, στον πάγο, στο ψυγείο/στην κατάψυξη, χρονοντούλαπο. [< τουρκ. dolap]

παίρνω

παίρνωπαίρ-νω ρ. (μτβ.) {πήρα, πάρει, πάρ-θηκε, -θεί, -μένος, παίρν-οντας} 1. πιάνω κάτι με το χέρι ή τα χέρια μου, για να το χρησιμοποιήσω, να το έχω πάνω μου και να το μεταφέρω, να το μετακινήσω από ένα σημείο σε άλλο ή να το κρατήσω: ~ετε τη ζύμη και την κόβετε σε μικρά κομμάτια. Του πήρε την μπάλα μέσα από τα χέρια.|| Πήρε το παλτό της και έφυγε. Πάρε τα απολύτως απαραίτητα. Μην ξεχάσεις να πάρεις (μαζί σου) τη φωτογραφική (πβ. φέρνω).|| Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου. Πάρε τον σκύλο από εδώ (= απομάκρυνέ τον).|| Πάρε το αρχείο από τον φάκελο (π.χ. του σκληρού δίσκου).|| (κάνω ανάληψη:) Πήρα από την τράπεζα ... χιλιάδες ευρώ.|| (για πρόσ.) Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. Την πήρε αγκαλιά (= την αγκάλιασε). Με πήρε από το μπράτσο/το χέρι.|| (μτφ.) Πήρα δουλειά για το σπίτι. Οι πληροφορίες/τα στοιχεία ~θηκαν (= αντλήθηκαν) από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ... 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαλλαγή (= απαλλάσσομαι)/αποζημίωση (= αποζημιώνομαι)/απόσπαση (= αποσπώμαι)/απόφαση (= αποφασίζω)/άριστα (= αριστεύω)/μετεγγραφή (= μετεγγράφομαι)/τη νίκη (= νικώ)/πόζα (= ποζάρω)/προαγωγή (= προάγομαι)/προφυλάξεις (= προφυλάσσομαι)/σύνταξη (= συνταξιοδοτούμαι)/φωτογραφία (= φωτογραφίζω). Η δίκη πήρε αναβολή για τις ... (= αναβλήθηκε). Η ταινία πήρε βραβείο για... (= βραβεύτηκε). Αργά ή γρήγορα θα πάρω την εκδίκησή μου (= θα εκδικηθώ). Η αγωνία πήρε τέλος (= τελείωσε). Το φαγητό πήρε βράση (= έβρασε).|| Πήραμε μεγάλη χαρά (= χαρήκαμε)/μια στενοχώρια (= στενοχωρηθήκαμε)/μια τρομάρα (= τρομάξαμε)!|| (με αντικείμενο ουσ. που εκφράζει ασθένεια:) Πήρα ένα κρύωμα (= κρύωσα). Πήρε το μικρόβιο (= μολύνθηκε).|| ~ αποτελέσματα (από εξετάσεις)/δείγμα/κλήση/το προβάδισμα/πρωτοβουλία να .../την πτήση για .../έναν υπνάκο/ψήφους. Του πήρε αίμα/τα αποτυπώματα/κατάθεση/συνέντευξη. 3. αγοράζω ή ενοικιάζω· δανείζομαι: Πάρε ένα πακέτο τσίχλες. Πήρα ένα καινούργιο ζευγάρι γυαλιά. Πήρες τα εισιτήρια; Δεν πήραμε τίποτα. Ό,τι πάρετε ... ευρώ. Ό,τι πληρώσεις ~εις. Διαλέγετε και ~ετε.|| (για δώρο:) Του/της πήρα ένα βιβλίο για την πρωτοχρονιά.|| Πήρα μια ταινία από το βιντεοκλάμπ.|| Να πάρω λίγο το στιλό σου; 4. αποκτώ, γίνομαι κάτοχος, μου παραχωρείται: ~ άδεια/δίπλωμα (οδήγησης)/εξιτήριο/επίδομα/πιστοποίηση/πόντους/υποτροφία. Πήρε την επάρκεια στα Αγγλικά. Πήρε πτυχίο. Πήρε τον βαθμό της ισοπαλίας.|| (για πρόσ.) Τον πήραν, όταν ήταν μωρό ακόμη (: τον υιοθέτησαν).|| Το ταλέντο του στη μουσική το πήρε από τον πατέρα του. Πβ. κληρονομώ.|| Πήραμε ρεύμα από την μπαταρία του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 5. οικειοποιούμαι κάτι, κλέβω· καταλαμβάνω, κατακτώ: Της πήρε (= άρπαξε) την τσάντα. Τους πήραν σχεδόν τα πάντα από το σπίτι. (για πρόσ.) Του/της πήρε τη γυναίκα/τον άνδρα.|| Πήρε την εξουσία (: νόμιμα ή με τη βία). Τους πήραν τα σπίτια (πβ. επιτάσσω, κατάσχω). Ο στρατός πήρε το ύψωμα (πβ. κυριεύω). 6. παραλαμβάνω· δέχομαι: ~ μια επιστολή/ένα μήνυμα/μια πρόσκληση. Ήταν το ωραιότερο δώρο που πήρα ποτέ. Δεν πήραμε καμία απάντηση.|| Αποφάσισα να μην πάρω τη δουλειά. Δεν ~ εντολές από κανέναν. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 7. (προφ.) τηλεφωνώ: ~ κάποιον από κινητό/σταθερό (τηλέφωνο). Τους πήρα, για να τους ευχαριστήσω. Πήρα να δω τι κάνεις. Πήρα να σου πω ... Πάρε με ό,τι ώρα θέλεις. 8. (για πρόσ.) μεταφέρω ή απομακρύνω κάποιον: Πάρε με μακριά. Τον πήρε παράμερα, για να του μιλήσει.|| (ενν. με όχημα:) Θα με πάρετε μαζί σας; Θα περάσω να σε πάρω από τη δουλειά. Το ταξί πήρε την ηλικιωμένη κυρία. Ανέπνεε ακόμη, όταν την πήρε το ασθενοφόρο.|| (μτφ.) Ο Θεός τον πήρε κοντά του (: για κάποιον που πέθανε). 9. χρησιμοποιώ ως μεταφορικό μέσο, μετακινούμαι με: ~ (σπάνια/τακτικά) λεωφορείο/μετρό/ταξί/τρόλεϊ. Πάρε το αυτοκίνητο και πάμε βόλτα.|| Πάρτε εσείς το ασανσέρ κι εγώ ανεβαίνω από τις σκάλες. 10. κερδίζω, νικώ: ~ το κύπελλο/την πρόκριση/το πρωτάθλημα/τον τίτλο/το χρυσό. Η Εθνική πήρε το πρώτο παιχνίδι. Πήρε το όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.|| Πήραν την έβδομη θέση (= κατέλαβαν)/την ισοπαλία/την πρωτιά. Αισιοδοξούμε να πάρουμε ένα καλό αποτέλεσμα. 11. εισάγω στον οργανισμό μου· καταναλώνω: ~ αντιβίωση/βιταμίνες/σίδηρο/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χάπια. Έχει πάρει απαγορευμένες ουσίες/ναρκωτικά.|| Από τις τροφές ~ουμε ενέργεια.|| Δεν αισθάνομαι καλά, θέλω να πάρω λίγο αέρα.|| (τρώω ή πίνω:) Πάρε όση τούρτα θέλεις. -Θέλετε λίγο γλυκό; - Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τι θα πάρετε; (: τυπική ερώτηση σερβιτόρου· πβ. παραγγέλνω). Πήρε πρωινό. 12. (για χρήματα) αμείβομαι, κερδίζω: ~ (= βγάζω) ... ευρώ το(ν) μήνα. ~ει περισσότερα από σένα.|| Πόσα σου πήρε ο γιατρός; Δεν ~ει πολλά. 13. (προφ.) για διάρκεια, χρόνο που απαιτείται, για να γίνει κάτι: Μου πήρε πέντε χρόνια (για) να ... Του πήρε (= χρειάστηκε) μια ώρα να το φτιάξει.|| Δεν με ~ει ο χρόνος για να ... (: δεν μου αρκεί). Ξεκινάμε τώρα, διαφορετικά δεν θα μας πάρει η ώρα (: δεν θα προλάβουμε).|| Δεν σε πήραν τα χρόνια ακόμη (: δεν γέρασες)! 14. προσλαμβάνω: Δεν θα πάρουμε άλλο προσωπικό. Η ομάδα θα πάρει δύο νέους παίκτες. 15. (προφ.) εκλαμβάνω, θεωρώ: Συγγνώμη, σε πήρα (= σε πέρασα) για άλλη (: νόμισα ότι ήσουν άλλη)! Τον πήραν για χαζό.|| Μην ~εις στα σοβαρά όσα λέει. Το ~ ως κομπλιμέντο. Βλ. παρα~. 16. επιλέγω και παρακολουθώ ένα μάθημα: Στο τρίτο εξάμηνο μπορείς να πάρεις νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. 17. ακολουθώ: Πάρε τον πρώτο δρόμο αριστερά.|| (σε συζητήσεις) Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 18. αναλαμβάνω: ~ το βάρος της ευθύνης. 19. βγάζω, εξάγω, παράγω: Το μαζούτ και η βενζίνη είναι υγρά καύσιμα που ~ουμε με κατεργασία. 20. μετρώ με ειδικό όργανο: ~ τη θερμοκρασία/την πίεση/τον σφυγμό κάποιου. 21. αποσπώ, αφαιρώ: Του πήραν τις πινακίδες. Ο αέρας πήρε τη σκεπή/την ομπρέλα.|| (μτφ.) ~ τη ζωή κάποιου (= τον σκοτώνω). 22. (προφ.) κάνω έρωτα σε κάποιον. 23. (προφ.) παντρεύομαι: Πήρε καλή/καλό σύζυγο. 24. βιντεοσκοπώ, κινηματογραφώ: Χαμογέλασε, μας ~ει η κάμερα. ~ ένα κοντινό πλάνο. 25. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω, χτυπώ κάποιον: Τα θραύσματα τον πήραν ξώφαλτσα.παίρνει (προφ.) 1. (για μηχανές, συσκευές) χρησιμοποιεί, για να λειτουργήσει: Το αυτοκίνητό μου ~ αμόλυβδη. Το κινητό ~ μπαταρία λιθίου. 2. επιδέχεται, σηκώνει: Το ζήτημα/η υπόθεση δεν ~ αναβολή. 3. χωρά: Η αίθουσα ~ πάνω από χίλια άτομα. ● ΦΡ.: βάζω/παίρνω κιλά/βάρος: παχαίνω: Πήρα τρία κιλά. ~ πολύ εύκολα βάρος., δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ...: δεν σταματώ να κοιτάζω, να προσέχω ή να διαβάζω: Δεν μπορώ να πάρω ~ ~ από πάνω της ούτε λεπτό. Η πλοκή δεν σε αφήνει να πάρεις ~ ~ σου από το βιβλίο/την οθόνη., έδωσε πήρε (προφ.): για επίμονη προσπάθεια: Επέμεινε, ~ ~, και τελικά τα κατάφερε., θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει (προφ.-απειλητ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση, οργή: Μη μου πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα σε ~ και θα σε ~ (= την έβαψες)., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ (προφ.): αργήσαμε, καθυστερήσαμε: ~ ~, αλλά τα προλάβαμε όλα!, με παίρνει (προφ.): μπορώ, έχω τη δυνατότητα να: Δεν μας ~ να κάνουμε λάθος., με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος (προφ.): αποκοιμιέμαι: Δεν ~ ~ με τίποτα (= δεν μπορώ να κοιμηθώ). Τον πήρε ο ~ διαβάζοντας/στο σινεμά., με πήρε και με σήκωσε (προφ.): για ισχυρό άνεμο· μου επιτέθηκε φραστικά: Μας ~ και μας ~ ο αέρας σήμερα.|| (μτφ.) Μια κουβέντα είπα και ~ ~., όσο δεν παίρνει (άλλο) & μέχρι/ως εκεί που δεν παίρνει (άλλο): όσο είναι δυνατόν, στον ανώτερο βαθμό: Είμαστε αποφασισμένοι ~ ~. Έχει καβαλήσει το καλάμι ~ ~., παίρνει μορφή 1. υλοποιείται: Το νέο αθλητικό κέντρο ~ ~. Οι καλλιτεχνικές της ευαισθησίες πήραν ~ πάνω στο ξύλο. 2. (μτφ.) εξελίσσεται, παίρνει διαστάσεις: Οι καταγγελίες έχουν πάρει (τη) ~ χιονοστιβάδας. Το πρόβλημα έχει πάρει ~ επιδημίας., παίρνω άφεση (αμαρτιών): συγχωρούμαι: Από μένα έχεις πάρει ~ ~., παίρνω δύναμη/δυνάμεις: αποκτώ ψυχική δύναμη, θάρρος: ~ουμε ~ ο ένας από τον άλλο. Με τη χθεσινή μας νίκη πήραμε ~ για τη συνέχεια., παίρνω ιδέες: εμπνέομαι από ξένα πρότυπα, συμπεριφορές, απόψεις και τις χρησιμοποιώ δημιουργικά: Άλλο είναι να ~εις ~ και άλλο να αντιγράφεις. Πάρτε ~ για τη διακόσμηση του σπιτιού., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά (προφ.): τον αποδοκιμάζω έντονα, τον γιουχάρω: Δεν πρόλαβε να μιλήσει και τον πήραν ~ ~. Πβ. θα μας κυνηγήσουν., παίρνω κάποιον στο ψιλό & (σπάν.) στον μεζέ: κοροϊδεύω, χλευάζω κάποιον: Σοβαρευτείτε, γιατί σας πήραν ~ ~! Πβ. του κρέμασαν κουδούνια. Βλ. μας δουλεύει ψιλό γαζί., παίρνω κάτι στα χέρια μου (μτφ.): έχω υπό τον έλεγχό μου, στην ευθύνη μου: Είναι καιρός να πάρεις τη ζωή σου/την κατάσταση στα χέρια σου. Πβ. αναλαμβάνω, επωμίζομαι., παίρνω λόγια (από κάποιον) (προφ.): μαθαίνω, συνήθ. με έμμεσο ή πονηρό τρόπο, κάτι: Δεν του ~εις εύκολα λόγια., παίρνω τηλέφωνο: τηλεφωνώ: Την πήρα ~, αλλά δεν το σηκώνει. Δεν άντεξα και την/τον πήρα ~., παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Μας έχουν πάρει ~! Έχετε πάρει ~ ότι ...; Δεν έχουν πάρει πρέφα τι γίνεται. Πβ. μυρίζομαι., πάρ' τον/την κάτω (προφ.): για κάποιον που πέφτει: Σκόνταψε στο χαλί και ~ ~., πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον (μτφ.): για ανθρώπους ανάξιους, άχρηστους: Είναι και οι δύο ~ ~. Ήταν ο μόνος που άξιζε, όλοι οι άλλοι ήταν ~ ~., πήρα να/και: αρχίζω ή άρχισα: Πήρα να διαβάζω. Ο αέρας πήρε να κοπάζει. Πήρε και βραδιάζει., τα παίρνει χοντρά (αργκό): αμείβεται αδρά ή δωροδοκείται: ~ ~ από το κανάλι. Τους τα πήρε ~.|| Λένε ότι τα πήρε ~, για να πουλήσει το ματς. Πβ. χρηματίζομαι, τα πιάνει. Βλ. κάτω από το τραπέζι., τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) (αργκό): εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: Μην τα ~εις! Τα έχω πάρει ~ με όσα γράφτηκαν για μένα!, το παίρνω πίσω: αναιρώ, συνήθ. προηγούμενο λόγο μου, υπόσχεση: Αν σε πείραξε/αν είναι έτσι, τότε ~ ~., τον παίρνεις! (αργκό-υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., τον πήρα (προφ.): ενν. τον ύπνο· αποκοιμήθηκα: ~ ~ για λίγο., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι, (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, (παίρνω κάποιον) κάτω από τις φτερούγες μου βλ. φτερούγα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, (παίρνω) τον πούλο βλ. πούλος, (που) να πάρει η ευχή! βλ. ευχή, (που) να πάρει η οργή! βλ. οργή, (το) παίρνω απόφαση βλ. απόφαση, αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία βλ. αναλαμβάνω, αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν (τα) παίρνει τα γράμματα βλ. γράμμα, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου βλ. πόδι, δεν παίρνει από λόγια βλ. λόγια, δεν παίρνω από αστεία βλ. αστείο, δεν παίρνω λέξη πίσω βλ. λέξη, δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, δίνει και παίρνει βλ. δίνω, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα βλ. αέρας, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μας πήρε το κεφάλι βλ. κεφάλι, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω, με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, με παίρνουν τα ζουμιά βλ. ζουμί, με πήραν τα αίματα βλ. αίμα, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ. δάκρυ, με πήραν τα σιρόπια βλ. σιρόπι, με πήραν τα σκάγια βλ. σκάγι, με πήρε το ποτάμι βλ. ποτάμι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. αυτί, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, να το πάρει το ποτάμι; βλ. ποτάμι, νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, παίρνει σειρά βλ. σειρά, παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει την ανιούσα βλ. ανιών, παίρνει την κατιούσα βλ. κατιών, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι) βλ. μάτι, παίρνει ύφος βλ. λάσπη, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια βλ. χρόνος, παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) βλ. σώβρακο, παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά βλ. πίσω, παίρνω (κάποιον) στο κατόπι βλ. κατόπι, παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου βλ. λαιμός, παίρνω (κάποιον) φαλάγγι βλ. φαλάγγι, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς βλ. μετρητοίς, παίρνω (μια) ανάσα βλ. ανάσα, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία, παίρνω αέρα/τον αέρα μου βλ. αέρας, παίρνω αμπάριζα βλ. αμπάριζα, παίρνω αμπάριζα και βγαίνω βλ. αμπάριζα, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, παίρνω από το χέρι βλ. χέρι, παίρνω απουσίες βλ. απουσία, παίρνω γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω θέση για/σε κάτι βλ. θέση, παίρνω κάποιον με το μέρος μου βλ. μέρος, παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο βλ. φόβος, παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω κεφάλι βλ. κεφάλι, παίρνω όρκο βλ. όρκος, παίρνω πάνω μου την αμαρτία βλ. αμαρτία, παίρνω παραμάζωμα βλ. παραμάζωμα, παίρνω πίσω βλ. πίσω, παίρνω σβάρνα βλ. σβάρνα, παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι βλ. πλάκα, παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) βλ. κυνήγι, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, παίρνω τα μέτρα (κάποιου) βλ. μέτρο, παίρνω τα μούτρα μου και ... βλ. μούτρο, παίρνω τα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω την παρθενιά βλ. παρθενιά, παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) βλ. δισάκι, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια βλ. κεφάλι, παίρνω το κολάι βλ. κολάι, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, παίρνω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τον αέρα κάποιου βλ. αέρας, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τους δρόμους βλ. δρόμος, παίρνω ύψος βλ. ύψος, παίρνω φόρα βλ. φόρα1, παίρνω χρήματα βλ. χρήμα, παίρνω χρώμα βλ. χρώμα, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίρνω/πιάνω τα όπλα βλ. όπλο, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα βλ. κρυάδα, πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! βλ. χρωστώ, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) βλ. μήνυμα, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, το παίρνω πατριωτικά βλ. πατριωτικός, το πήρε αλλιώς βλ. αλλιώς, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα, το πήρε άσχημα βλ. άσχημος, το πήρε βαριά βλ. βαρύς, το πήρε ελαφριά βλ. ελαφρύς, το πήρε καλά βλ. καλά, το πήρε κατάκαρδα βλ. κατάκαρδα, το πήρε προσωπικά βλ. προσωπικός, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, του πήρε την ταυτότητα βλ. ταυτότητα, τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος [< μεσν. παίρνω, γαλλ. prendre, αγγλ. take]

παιχνίδι

παιχνίδιπαι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) {παιχνιδ-ιού | -ιών} & (σπάν.-προφ.) παιγνίδι 1. αντικείμενο, κατασκευή που απευθύνεται κυρ. σε μικρά παιδιά, με σκοπό τη διασκέδασή τους: εκπαιδευτικά/ηχητικά/μηχανικά/μουσικά/ξύλινα ~ια. Επιτραπέζια ~ια (βλ. γκρινιάρης, μονόπολη, παζλ, σκραμπλ). Απαγόρευση/απόσυρση ~ιού (ως ακατάλληλου). ~ια με μπαταρίες. Φουσκωτά ~ια θαλάσσης. Βιομηχανία/διαφημίσεις/εργοστάσιο/κατάστημα ~ιών. Παίζει με τα ~ια του. Βλ. αεροπλαν-, αλογ-, αυτοκινητ-άκι, κούκλα, μπάλα.|| Τα ~ια της παιδικής χαράς (βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα)/του λούνα παρκ (βλ. καρουσέλ). 2. δραστηριότητα που συνήθ. βασίζεται σε κανόνες, με σκοπό την ψυχαγωγία ή/και την ανάδειξη νικητή, σε περιπτώσεις που απαιτούνται δύο ή περισσότεροι παίκτες: αθλητικό/διασκεδαστικό ~. ~ και μάθηση. Ατομικά/ομαδικά παιδικά (βλ. αμπάριζα, κορόιδο, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τυφλόμυγα)/επιστημονικά/κοινωνικά/πνευματικά (βλ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ, μπριτζ, σταυρόλεξο) ~ια. ~ λογικής (βλ. σουντόκου)/μνήμης (βλ. γιάντες)/στρατηγικής (βλ. ναυμαχία, ντάμα, σκάκι, τάβλι)/υπαίθρου/φαντασίας. ~ια κονσόλας. Τηλεοπτικό ~ γνώσεων (= τηλε~). Έχασα/κέρδισα στο ~.|| Αντιαθλητικό/τίμιο ~. Το στιλ του ~ιού. Πβ. παίξιμο. || Ερωτικό ~. 3. ΑΘΛ. αγώνας, ματς: δυνατό/εύκολο/συγκλονιστικό ~. Στημένα ~ια. Το ~ της Κυριακής. Οι καλύτερες φάσεις του ~ιού. Αποβλήθηκε/αποχώρησε τραυματισμένος από το ~. Πβ. αναμέτρηση. 4. (μτφ.) κάτι που θεωρείται εξαιρετικά εύκολο: Οι ασκήσεις τού φάνηκαν ~. 5. (μτφ.) πρόσωπο που το κάνει κάποιος ό,τι θέλει ή κάτι που δεν το παίρνει στα σοβαρά: Δεν είμαι ~ στα χέρια σου (πβ. άθυρμα, έρμαιο, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο).|| Τα βλέπει όλα σαν ~! 6. (μτφ.) κόλπο, τέχνασμα: βρόμικα/επικίνδυνα/κομματικά/πολιτικά/προεκλογικά/σκοτεινά/ύποπτα ~ια. ~ια συμφερόντων. Τα ~ια της διαδοχής/της εξουσίας/της τύχης (πβ. παιχνίδισμα). ~ νεύρων (πβ. πόλεμος νεύρων). Άρχισαν το ~ της προπαγάνδας. 7. (μτφ.) παιχνίδισμα: τα ~ια του φωτός. ● Υποκ.: παιχνιδάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 4. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά παιχνίδια & (προφ.) ηλεκτρονικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αυτά που παίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής· συνεκδ. κατάστημα ή χώρος με τα συγκεκριμένα παιχνίδια. Πβ. βιντεοπαιχνίδι. [< αγγλ. computer game, 1965, electronic game, περ. 1975] , θεατρικό/δραματικό παιχνίδι: θεατρική δραστηριότητα, συχνά στο πλαίσιο της σχολικής διαδικασίας, με παιδαγωγικούς σκοπούς: δάσκαλος/εργαστήριο ~ού ~ιού. Διδάσκει ~ ~. Βλ. ψυχόδραμα., παιχνίδι ρόλων στο οποίο οι παίκτες υποδύονται 1. ρόλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης κατάστασης ή σεναρίου, κυρ. για εκπαιδευτικούς, ψυχοθεραπευτικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους. 2. χαρακτήρες και εμπλέκονται σε φανταστικές περιπέτειες. [< αγγλ. 1: role play 2: role playing game, 1976] , σκληρό παιχνίδι 1. αθλητικός αγώνας που χαρακτηρίζεται από δυναμικό ή/και βίαιο παίξιμο. 2. (μτφ.) παρασκηνιακές, προκλητικές ή υπονομευτικές ενέργειες σε βάρος κάποιου: Σε ~ ~ εξελίσσεται η εκλογή του νέου προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Η μοίρα/τύχη τού έπαιξε ~ ~ (: του συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο)., τεχνικό παιχνίδι: που σε αυτό παίζει ρόλο κυρ. η διανοητική ικανότητα του παίκτη: Το μπιλιάρδο είναι ~ ~., τυχερά παιχνίδια & παιχνίδια τύχης: που το αποτέλεσμά τους εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από την τύχη: παιχνίδια της τράπουλας (= χαρτοπαίγνια) και άλλα ~ ~. Μηχανήματα ~ών ~ιών (= παιγνιομηχανήματα). Παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. τζόγος. Βλ. κίνο, λαχείο, λόττο, μπαρμπούτι, μπίνγκο, παπάς, προπό, πρότο, ρουλέτα, φρουτάκια. [< γαλλ. jeux de hasard] , αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανοιχτό παιχνίδι βλ. ανοιχτός, κλειστό παιχνίδι βλ. κλειστός, κονσόλα παιχνιδιών βλ. κονσόλα, παιχνίδι κέντρου βλ. κέντρο ● ΦΡ.: βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι & μπαίνω στο παιχνίδι: προσκαλώ κάποιον ή συμμετέχω ο ίδιος σε παιχνίδι και κατ' επέκτ. δραστηριότητα ή κόλπο: Εκπομπή που βάζει ~ και τους θεατές. Η ομάδα μπήκε δυνατά ~.|| Όταν μπαίνει ~ ο ανταγωνισμός, ξεχνάμε την αλληλεγγύη. Πβ. βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι στο κόλπο, μπαίνω στον χορό., βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι & βγαίνω/είμαι/μένω (έξω) από το παιχνίδι: αποκλείω κάποιον από παιχνίδι και κατ' επέκτ. από δραστηριότητα, κόλπο ή δεν συμμετέχω (πια) σε αυτό: Ο διαιτητής έβγαλε τον παίκτη από ~ ~ (: τον απέβαλε). Όποιος ακουμπήσει την μπάλα βγαίνει από ~ ~.|| (μτφ.) Άφησαν τις μικρές επιχειρήσεις έξω ~ ~. Βγήκε από ~ ~ των εκλογών. Δεν έχω ιδέα· είμαι/έχω μείνει έξω ~ ~., κάνω παιχνίδι (προφ.) 1. ΑΘΛ. εκδηλώνω οργανωμένη επίθεση: ~ει ~ από τα άκρα. Οι αντίπαλοι έπαιξαν πολύ καλά και δεν μας άφησαν να ~ουμε ~. 2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι και έχω τον έλεγχο σε κάποιον τομέα: Ο επιχειρηματικός κολοσσός που ~ει ~ στη Μέση Ανατολή. 3. (μτφ.) ερωτοτροπώ., μοιράζω το παιχνίδι: οργανώνω δραστηριότητα: (ΑΘΛ.) Παίρνει την πρώτη μπαλιά και ~ει ~.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση επιχειρεί να μοιράσει ~., παίζει διπλό παιχνίδι (μτφ.): συνεργάζεται παρασκηνιακά και με τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. Πβ. παίζει σε δύο/διπλό/πολλά ταμπλό., παίζει παιχνίδια (μτφ.-προφ.): μηχανορραφεί, προβαίνει σε δόλιες πράξεις: ~ουν ~ εις βάρος μας/σε βάρος των καταναλωτών. Δεν μπορείτε να ~ετε ~ στην πλάτη της χώρας. Παίζονται περίεργα ~ πίσω από την πλάτη του., παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον (προφ.): εξαπατώ, βλάπτω: Η κλήρωση/η μοίρα/η τύχη τού έπαιξε ~ ~., παίζω το παιχνίδι του (μτφ.-προφ.): με τη στάση μου εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου: Μην παίζεις ~ ~ τους! Αρνούμαι να/δεν θα παίξω ~ ~ τους. Δεν ~ ~ κανενός. ΣΥΝ. παίζω το χαρτί του ... (2), παιχνίδι με τις λέξεις 1. προσπάθεια υπεκφυγής ή αποπροσανατολισμού με εκμετάλλευση κυρ. της πολυσημίας των λέξεων. 2. χρήση ομόηχων, πολύσημων λέξεων, αναγραμματισμών για υφολογικούς, παιδαγωγικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς., το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι (μτφ.): μεθοδική και αγωνιώδης καταδίωξη μέχρι την τελική εξολόθρευση του πιο αδύναμου: ~ ~ ανάμεσα στην Αστυνομία και τους ληστές., χάνω το παιχνίδι (μτφ.-προφ.): χάνω τον έλεγχο, αποτυγχάνω: Μην αγχωθείς, γιατί το έχασες το ~. Το παιχνίδι έχει χαθεί., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει βλ. γυρίζω, έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, οι κανόνες του παιχνιδιού βλ. κανόνας, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω το παιχνίδι μου βλ. παίζω, παιχνίδι της μοίρας βλ. μοίρα, στο χαμηλό παιχνίδι βλ. χαμηλός, στο ψηλό παιχνίδι βλ. ψηλός, το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει βλ. χοντραίνω [< μεσν. παιγνίδι, γαλλ. jeu, αγγλ. game]

πάνω & επάνω

πάνω & επάνω[ἐπάνω] πά-νω επίρρ. 1. & (λαϊκό) απάνω: ψηλά ή σε ψηλότερο επίπεδο, ψηλότερη επιφάνεια ή θέση σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς: Κοίτα ~. Στερέωσε τον καθρέφτη πιο ~. (πιο πέρα, πιο βόρεια ή σε μεγαλύτερο υψόμετρο:) Ο τουρισμός δεν έχει φτάσει εδώ ~ (στο χωριό). Σηκωθείτε ~ (= όρθιοι). (για δήλωση αφετηρίας, προέλευσης:) Διάβασε προσεκτικά από ~ προς τα κάτω. (για δήλωση κατεύθυνσης:) Τέντωσε τα χέρια σου προς τα ~.|| (ως πρόθ. + από) ~ από το εκκλησάκι είναι ... Η πηγή βρίσκεται ~ από την πλατεία.|| (ως επίθ.) Το ~ μέρος/παράθυρο/πλαίσιο/τμήμα. (σε ονόματα περιοχών, χωριών) ~/κάτω Πλάτανος. Οι κάτοικοι του ~ ορόφου (σε πολυκατοικίες).|| (ως ουσ.) Οι (από) ~ (ενν. ένοικοι).|| (ειδικότ. για όχημα, μέσα:) ~ στο λεωφορείο. 2. (+ σε) σε επιφάνεια: ~ στην πόρτα. Κάνε κλικ με το ποντίκι ~ στο λινκ. Σέρβιρε το φιλέτο ~ σε φύλλα ρόκας. 3. για κάτι που συνορεύει με κάτι άλλο: Το οικόπεδο είναι ~ στον κεντρικό δρόμο. 4. (σε θέση πρόθεσης + από + αριθμητικό) περισσότερο από: Είναι ~ από σαράντα πέντε χρόνων. Μου πήρε ~ από έναν μήνα να τελειώσω την εργασία (πβ. παρα~). Η εταιρεία πούλησε ~ από εκατό χιλιάδες αυτοκίνητα πέρσι. Οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες παραμένουν ~ από το μηδέν. 5. (σε θέση πρόθεσης + από, μτφ.) για κάποιον ή κάτι που βρίσκεται σε ανώτερη, σημαντικότερη θέση από κάποιον άλλο σε αξιολογική ή ιεραρχική κλίμακα: Είναι ~ από μένα στη δουλειά. Η ευτυχία των παιδιών μου είναι ~ από τη δική μου. || (εμφατ.) ~ και πέρα από οποιοδήποτε /ότιδήποτε … 6. (+ γεν. αδύνατου τύπου της προσ. αντων. γ' προσώπου) εναντίον: (ως πρόθ.) Όρμησε ~ του, χωρίς να καταλάβουμε γιατί.|| (ως επιφών.) ~ του/τους! 7. (σε θέση πρόθεσης + σε) αναφορικά, σχετικά με κάτι: Θα ήθελα να τοποθετηθώ ~ σε αυτό το θέμα (πβ. επ' αυτού). 8. για αύξηση της αξίας, των τιμών: 50% ~ οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Οριακά ~ οι πωλήσεις. 9. (σε θέση πρόθεσης με χρονική σημασία, + σε) κατά τη διάρκεια: Έπαθε ανακοπή καρδιάς ~ στο χορό. Αποκοιμήθηκα ~ στο καλύτερο. 10. (συνήθ. επιτατ.) για δήλωση αναφοράς: Η ύλη ~ στην οποία θα εξεταστείτε είναι η εξής ... ● Ουσ.: οι επάνω: οι ανώτεροι, οι προϊστάμενοι ή αυτοί που έχουν εξουσία. Πβ. άνωθεν. ● ΦΡ.: από πάνω μέχρι/ως κάτω: από το πιο ψηλό ως το πιο χαμηλό σημείο, από την κορυφή ως τα νύχια: Ρωγμές στους τοίχους ~ ~.|| Καρφώνω με τα μάτια/κοιτάζω κάποιον ~ ~. Ήταν ντυμένος ~ ~ στα μαύρα. Με είχε λούσει κρύος ιδρώτας ~ ~., βάζω/ρίχνω κάτι πάνω μου (προφ.): ντύνομαι βιαστικά, πρόχειρα., είμαι στα πάνω μου (προφ.): είμαι σε καλή κατάσταση, έχω καλή διάθεση ή σημειώνω επιτυχία: Η ομάδα είναι ~ ~ της. ΣΥΝ. είμαι στα χάι μου ΑΝΤ. είμαι (στα) ντάουν (μου), είμαι στα κάτω μου, είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω (μτφ.-προφ.) 1. ελέγχω, επιβλέπω: Κατά τη διάρκεια του διαγωνίσματος ήμουν συνέχεια από ~ τους (ενν. τους μαθητές). 2. βρίσκομαι σε θέση ισχύος. Πβ. έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι. 3. (για άνδρα ή γυναίκα) ως ερωτική στάση., και πάνω: και περισσότερο: Η ένταση του ανέμου θα είναι από δέκα μποφόρ ~ ~. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν νέοι και νέες από δεκαπέντε χρονών ~ ~. Οι επιδιορθώσεις θα κοστίσουν εκατό ευρώ ~ ~., κι από πάνω (προφ., συνήθ. σε περιπτώσεις αγανάκτησης, δυσαρέσκειας): επιπλέον: Αυτό έλειπε, να σε λυπηθώ ~ ~. Ήρθες καθυστερημένος στη δουλειά και διαμαρτύρεσαι ~ ~., μια πάνω (και) μια κάτω (μτφ.-προφ.): για αλλαγή πότε προς το καλύτερο και πότε προς το χειρότερο: Στη ζωή τα πράγματα είναι ~ ~., ο ένας πάνω στον άλλο 1. (επιτατ.) για να δηλωθεί στρίμωγμα, συμφόρηση: Ζούσαν στοιβαγμένοι σε άθλια παραπήγματα, ~ ~. 2. για χρονική συνήθ. διαδοχή με μεγάλη συχνότητα: Οι σφαίρες έπεφταν η μία ~ στην άλλη. Πβ. ο ένας μετά τον άλλο., ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος (λαϊκό): η επίγεια ζωή (σε αντίθεση με τον κόσμο των νεκρών). ΑΝΤ. ο κάτω κόσμος, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου (προφ.): αναλαμβάνω: Πήρε πάνω του το βάρος της ευθύνης., παίρνω τα πάνω μου 1. αρχίζω να αποδίδω ή γνωρίζω άνθιση, επιτυχία: Στην πορεία του παιχνιδιού η Εθνική μας Ομάδα πήρε τα ~ της.|| Πήρε επιτέλους ~ του. Το καλοκαίρι ο τουρισμός ~ει ~ του. 2. (για πρόσ.) βελτιώνεται η διάθεσή μου., πάνω απ' όλα & πριν απ' όλα: το σημαντικότερο σύμφωνα με την κρίση κάποιου· κατά κύριο λόγο, κυρίως: ~ ~ η υγεία! Με ενδιαφέρει ~ ~ η ποιότητα του έργου. ΣΥΝ. πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2), πάνω κάτω (προφ.) 1. κατά προσέγγιση, περίπου: Όταν έφυγα, ήταν ~ ~ έξι. Κατάλαβα ~ ~ τι θέλεις να πεις (πβ. λίγο πολύ, μέσες άκρες).|| Πέντε πάνω, πέντε κάτω δεν έχει σημασία. ΑΝΤ. ακριβώς (1) 2. από τη μία πλευρά στην άλλη, πέρα δώθε: Περπατούσε ~ ~ σκεφτικός. 3. προς τα πάνω και προς τα κάτω: Μετακινήστε ~ ~ το έγγραφο με το ποντίκι., πάνω μου 1. (ως πρόθ.) μαζί μου: Δεν έχω/κρατάω ~ ~ λεφτά (= στο πορτοφόλι, στην τσάντα ή στην τσέπη μου). 2. (για πρόσ.) στο σώμα ή στον χαρακτήρα μου: Το φοράω συνέχεια ~ ~.|| Λίγο φιλότιμο δεν έχεις ~ σου; Η παιδεία επέδρασε ~ του (= στην προσωπικότητά του, στον ψυχισμό του).|| Έφυγε από ~ ~ ένα βάρος (= ανακουφίστηκα, απαλλάχτηκα). 3. (ως συμπλήρωμα διαφόρων ρημάτων) σε εμένα: Βασίσου/στηρίξου ~ ~., πάνω πάνω (προφ.) 1. στην υψηλότερη θέση: ~ ~ στο συρτάρι έχω τα έγγραφα. 2. (μτφ.) επιφανειακά, χωρίς λεπτομέρειες., πάνω που: (σε θέση χρονικού συνδέσμου) την ώρα ακριβώς, τη στιγμή ή την περίοδο που: ~ ~ ετοιμαζόμουν να φύγω, εμφανίστηκε. ~ ~ είχα αρχίσει να συνηθίζω, μου άλλαξαν πόστο., πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι 1. (μτφ.) βρίσκω αναπάντεχα, συναντώ τυχαία: Στην επιστροφή έπεσα ~ ~ μποτιλιάρισμα. Ψάχνοντας διάφορα άρθρα, έπεσα ~ ~ ένα που είχα γράψει εδώ και καιρό.|| Έπεσα ~ ~ μια φίλη από τα παλιά. ΣΥΝ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, κουτουλώ (3) 2. (για οχήματα) συγκρούομαι: Η νταλίκα έπεσε ~ στο λεωφορείο., πιο πάνω: (στον λόγο) προηγουμένως: Τα μέτρα που αναφέρθηκαν ~ ~.|| (σε επιθετική χρήση:) Σχετικά με το ~ ~ θέμα, μπορώ να πω ..., τα κάνω πάνω μου (προφ.) 1. αφοδεύω ή ουρώ στα εσώρουχά μου: Κόντεψα να ~ ~ από τα γέλια (= να κατουρηθώ). 2. (μτφ.) νιώθω υπερβολικό φόβο, τρόμο: ~ ~ στην ιδέα του θανάτου. Πβ. χέζομαι πάνω μου., το παίρνω πάνω μου (προφ.): υπερηφανεύομαι, υπερεκτιμώ τον εαυτό μου: Μην του λες τέτοια, γιατί θα το πάρει ~ του. Πώς να μην το πάρει ~ της με τόσες επιτυχίες; Πβ. καβάλησε το καλάμι., φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω: για ριζική αλλαγή, μεγάλη ανατροπή μιας κατάστασης: Έφερε τα ~ ~ στην τέχνη της εποχής του. Ένα μήνα έλειψα και ήρθαν ~ ~., (ε)πάνω στην ώρα βλ. ώρα, από το πάνω ράφι βλ. ράφι, βάζω κάτι/κάποιον πάνω από κάτι/κάποιον άλλο βλ. βάζω, έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι βλ. χέρι, ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα βλ. τούρλα, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, πάνω από το πτώμα (μου) βλ. πτώμα, πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα βλ. συζήτηση [< αρχ. ἐπάνω]

παπούτσι

παπούτσιπα-πού-τσι ουσ. (ουδ.) {παπουτσ-ιού | -ιών}: προστατευτικό κάλυμμα του ποδιού από σκληρό ανθεκτικό υλικό, το οποίο συνήθ. δεν ξεπερνά τον αστράγαλο: ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ια. Ανοιχτά (βλ. ξώφτερνος)/δερμάτινα/δετά/καινούργια/καλά/καλοκαιρινά/κομψά/μαλακά/μυτερά/πάνινα/σπορ/τρύπια/υφασμάτινα/χειροποίητα ~ια. Ίσια/χαμηλά (= χαμηλοτάκουνα)/ψηλά (= ψηλοτάκουνα) ~ια. Ανατομικά/ορθοπαιδικά ~ια. Ορειβατικά (βλ. τρακτερωτός)/ποδοσφαιρικά (βλ. τάπα2) ~ια. ~ια του μπάσκετ/μπόουλινγκ/τένις. ~ια ασφαλείας/εργασίας/πεζοπορίας. Αθλητικά ~ια με καρφιά. ~ια για τρέξιμο. Η γλώσσα/τα κορδόνια/η μύτη (βλ. ψίδι)/ο πάτος/η σόλα (βλ. πέλμα) του ~ιού. Ρούχα/τσάντες και ~ια. Βαφή/βερνίκι/γυαλιστικό ~ιών. Ένα ζευγάρι ~ια. Φοράω μεγάλο νούμερο ~. Δεν μου κάνουν/μπαίνουν τα ~ια. Με στενεύουν/με χτυπάνε τα ~ια. Προβάρω ~ια. Τα ~ια μού είναι μεγάλα/μικρά. Πβ. υπόδημα. Βλ. αρβύλα, γόβα, μπότα, πέδιλο, σαγιονάρα. ● Υποκ.: παπουτσάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό παπούτσι: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ετήσιο βραβείο που απονέμεται στον καλύτερο σκόρερ της Α' κατηγορίας των εθνικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης, με βάση τον συντελεστή δυσκολίας κάθε πρωταθλήματος, όπως αυτός καθορίζεται από την ΟΥΕΦΑ. [< γαλλ. Soulier d'Or, 1968] ● ΦΡ.: γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι (παροιμ.): για κάποιον που φλυαρεί απερίσκεπτα., κρέμασε τα παπούτσια του (μτφ., για ποδοσφαιριστή): σταμάτησε το ποδόσφαιρο., με μισό παπούτσι (προφ.): πολύ φτωχός: Ξεκίνησε απ' το χωριό του ~ ~, για να έρθει στην πόλη να σπουδάσει., παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο (παροιμ.): είναι προτιμότερος ο γάμος με συμπατριώτη ή συμπατριώτισσα και κατ' επέκτ. είναι καλύτερη η αγορά εγχώριου προϊόντος, ακόμα κι αν έχει ελαττώματα., του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι (προφ.): του έχει επιβληθεί, τον κάνει ό,τι θέλει. Βλ. σαν (το) σκυλάκι., του έδωσε/του 'δωσε τα παπούτσια στο χέρι & πήρε τα παπούτσια στο χέρι (προφ.): τον έδιωξε, τον χώρισε., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. παπούτσι(ον) < τουρκ. papuç, pabuç]

πειρασμός

πειρασμόςπει-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. έντονη επιθυμία και εσωτερική παρόρμηση που προκαλείται σε κάποιον και τον ωθεί να κάνει κάτι το οποίο δεν θεωρείται σωστό ή χαρακτηρίζεται ως απαγορευμένο ή αμαρτία: Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον ~ό του φαγητού. Δεν άντεξα στον ~ό να μην τον ρωτήσω. Ενέδωσε/υπέκυψε (τελικά) στον ~ό. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το συγκεκριμένο συναίσθημα: (για φαγητό ή γλύκισμα) απολαυστικός/γλυκός/σοκολατένιος ~. Γαστρονομικοί/γευστικοί ~οί. Πβ. δέλεαρ, πρόκληση.|| (κυρ. για γυναίκα) Θηλυκός ~. Είναι αληθινός/σωστός ~!|| (ΕΚΚΛΗΣ., ως ηθική, πνευματική δοκιμασία από τον Διάβολο) Επιρρεπής στους ~ούς της εγκόσμιας ζωής (: στις σαρκικές και υλικές απολαύσεις). Πβ. σκανδαλισμός. ● ΦΡ.: με βάζει σε/στον πειρασμό (προφ.): με παρακινεί, με παρασύρει να κάνω κάτι που κανονικά δεν πρέπει: Αυτοκίνητο/πρόταση που βάζει σε ~ και τους πιο εγκρατείς. Μη με βάζεις στον ~ να σου απαντήσω., μπαίνω στον πειρασμό (προφ.): με κυριεύει η επιθυμία να κάνω κάτι που δεν ενδείκνυται: Μπήκε ~ να ανοίξει το γράμμα/να δοκιμάσει το γλυκό., πέφτω στον πειρασμό (προφ.): ενδίδω σε απαγορευμένη επιθυμία, διαπράττω σφάλμα: Έπεσε στον ~ να φάει πολύ. Δεν θα πέσουμε ~ της εύκολης κριτικής. [< μτγν. πειρασμός]

πείσμα

πείσμα[πεῖσμα] πεί-σμα ουσ. (ουδ.) {πείσμ-ατος | -ατα} 1. επιμονή: ~ στη δουλειά. ~ (και θέληση) για την επιτυχία/για κάτι καλύτερο/για να προχωρήσουν. Έδειξε/έχει ~. Ο αθλητισμός θέλει ~ και υπομονή. Αγωνίστηκε/αντιστάθηκε/αρνήθηκε/εργάζεται με ~ (= επίμονα, πεισματικά). Συνεχίζουν με μεγαλύτερο/περισσότερο ~ (βλ. ζήλος). Νίκησε χάρη στο ~ του. 2. ισχυρογνωμοσύνη, έλλειψη υποχωρητικότητας: γαϊδουρινό/γεροντικό/έντονο/μουλαρίσιο/νεανικό/παιδικό/τυφλό ~. Αμάν το ~ σου! Πβ. ξεροκεφαλιά. Βλ. εγωισμός. ΣΥΝ. γινάτι, πίκα (1) ● πείσματα (τα): νάζια, καμώματα: ερωτικά ~. Άσε τα/μην κάνεις ~. Πβ. καπρίτσια, κόνξες, τσακίσματα, τσαλίμια. ● Υποκ.: πεισματάκι (το) {κυρ. στον πληθ.} ● ΦΡ.: με πιάνει το πείσμα (μου) (προφ.): πεισμώνω, μουλαρώνω., σε πείσμα & (σπάν.) προς πείσμα: παρά την αντίθεση, την αμφιβολία κάποιου ή τις αντίξοες συνθήκες: ~ ~ όσων …/~ ~ των καιρών. ~ ~ όλων/των δυσκολιών, έφτασε στην κορυφή. Το συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε, ~ ~ των αντιδράσεων/της βροχής., το βάζω πείσμα (προφ.): το βάζω σκοπό μου να πετύχω κάτι: Tο είχε βάλει ~ να κερδίσει και τα κατάφερε. ΣΥΝ. το βάζω γινάτι [< μτγν. πεῖσμα ‘πειθώ, πεποίθηση’]

πετραδάκι

πετραδάκιπε-τρα-δά-κι ουσ. (ουδ.): πολύ μικρή πέτρα: ψιλό ~.|| (μτφ.) Κοντεύει πια να μάθει και το τελευταίο ~ της διαδρομής (= και την παραμικρή λεπτομέρεια). ● ΦΡ.: βάζω ένα (μικρό) πετραδάκι & προσθέτω ένα (μικρό) πετραδάκι (μτφ.): συμβάλλω σε κάποιο βαθμό στην επιτυχία ενός σκοπού, μιας προσπάθειας. Πβ. λιθαράκι., κτίζω κάτι πέτρα πέτρα βλ. πέτρα [< μεσν. πετραδάκι]

πλερέζα

πλερέζαπλε-ρέ-ζα ουσ. (θηλ.): μαύρο λεπτό πέπλο, κάλυμμα του κεφαλιού και κυρ. του προσώπου, που φορούσαν συνήθ. παλαιότ. οι γυναίκες ως ένδειξη πένθους. ● ΦΡ.: βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες (μτφ.-ειρων.): θλίβομαι, στενοχωριέμαι πάρα πολύ. Πβ. τα βάφω μαύρα. [< γαλλ. pleureuse]

πλώρη

πλώρηπλώ-ρη ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το μπροστινό άκρο του πλοίου ή γενικότ. το μπροστινό του μέρος. Βλ. γέφυρα, κατάστρωμα. ΣΥΝ. πρώρα ΑΝΤ. πρύμνη ● ΦΡ.: βάζω πλώρη/ρότα (+ για) 1. ταξιδεύω με συγκεκριμένο προορισμό: Έβαλε ~ για την Κρήτη. 2. (μτφ.) στοχεύω κάπου και προσπαθώ να το πετύχω: Έβαλε ~ για την κατάκτηση του μεταλλίου. [< μεσν. πλώρη]

πόδι

πόδιπό-δι ουσ. (ουδ.) {ποδ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα κάτω άκρα ανθρώπου ή ζώου· ειδικότ. άκρο πόδι: αδύνατα (βλ. κανιά)/κοντά/μακριά/ξεκούραστα/στραβά/ταλαιπωρημένα/τεχνητά/ψηλά ~ια. Κάκωση/πόνος στο ~. Με το ένα ~ πάνω στο άλλο/με τα ~ια σταυρωμένα (= σταυρο~). Στραμπούληξε/έσπασε/έχασε το ~ του (βλ. ανάπηρος, κουτσός). Έκανε ακτινογραφία/τραυματίστηκε/υπέστη κάταγμα στο ~. Μαζεύω/τεντώνω τα ~ια μου. Βλ. κνήμη, μηρός.|| Βρόμικα/ξυπόλυτα/πρησμένα ~ια. Τα δάκτυλα/η καμάρα/τα νύχια/το πέλμα/το τόξο του ~ιού. Κακοσμία (= ποδαρίλα)/περιποίηση (= πεντικιούρ) ~ιών. Ίχνη ~ιών. Βλ. πατούσα, πλατυποδία.|| Τα μπροστινά/πίσω ~ια της αρκούδας/του σκύλου. Τα ~ια της αράχνης/μέλισσας. Πτηνό με μακριά και λεπτά ~ια (βλ. πελαργός). ΣΥΝ. ποδάρι 2. (μτφ.) καθετί με παρόμοια μορφή, κυρ. στήριγμα αντικειμένου στο κάτω μέρος του: τα ~ια της καρέκλας/του κρεβατιού/του τραπεζιού. Τα ~ια του πιάνου. Πλαστικά ~ια επίπλων. || Ποτήρια με (= κολονάτα)/χωρίς ~. Αγγείο με χαμηλό (βλ. κύλικα)/ψηλό ~.|| Το πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ της Χαλκιδικής. 3. (μτφ.) το κατώτερο τμήμα: στα ~ια του βουνού (= πρόποδες). 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. ft ή ′) μονάδα μήκους, κυρ. του αγγλικού και αμερικανικού συστήματος, ίση περ. με το ένα τρίτο του μέτρου: αγγλικό/διεθνές ~ (: 0,3048 μέτρα). Βλ. γιάρδα, ίντσα. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο πόδι & (λόγ.) άκρος πους {άκρου ποδός}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τελικό τμήμα του κάτω άκρου, που αποτελείται από τον ταρσό, το μετατάρσιο και τα δάχτυλα: Το ~ ~ στηρίζει το βάρος του σώματος., πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια (μτφ.): αδύναμη, σαθρή βάση: Η εταιρεία/χώρα αποδείχτηκε γίγαντας/κολοσσός με ~ ~. Η ανάπτυξη/οικονομία πατά/στηρίζεται σε ~ ~. Βλ. χάρτινη τίγρη. [< γαλλ. pieds d'argile] , διαβητικό πόδι βλ. διαβητικός, πόδι της χήνας βλ. χήνα, πόδι του αθλητή βλ. αθλητής, αθλήτρια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο (προφ.): φεύγω τρέχοντας: Ο κλέφτης έφυγε με ~ ~. Πβ. την κοπανάω.|| (μτφ.) Έχουν βάλει ~ ~ για να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα., (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου (προφ.): (δεν) αντέχω σωματικά: Δεν ~ ~ από την εξάντληση/κούραση. Είμαι πτώμα, δεν με ~ άλλο ~ μου. Εργάζομαι ακόμη, όσο με ~ ~ μου., αφήνω κάποιον στο πόδι μου (προφ.): τον βάζω στη θέση μου ως αντικαταστάτη., βάζω πόδι (προφ.): εισέρχομαι, διεισδύω: Η πολυεθνική έβαλε ~ στην ελληνική αγορά., δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου (προφ.): νιώθω αδύναμος, εξουθενωμένος: ~ ~ απ' την κούραση/το ξενύχτι.|| Πάρε τα ~ σου! (= κουνήσου, περπάτα)!, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι (προφ.) & (λαϊκό) δίνω/παίρνω πασαπόρτι: διώχνω/με διώχνουν: Του 'δωσε ~ (: τον πέταξε έξω).|| Έφαγε/πήρε ~ απ' τη δουλειά (= απολύθηκε)., με τα πόδια: περπατώντας: Ήρθαμε/κάναμε βόλτα/πήγαμε ~ ~. Η πλατεία βρίσκεται πέντε λεπτά ~ ~ απ' τη στάση του μετρό. Πβ. πεζή., με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο (προφ.): για ετοιμοθάνατο ή πολύ ηλικιωμένο άτομο: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. τον περιμένουν, με χέρια και με πόδια & με πόδια και με χέρια (μτφ.-προφ.) 1. με απόλυτη σιγουριά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό: Ψηφίζω ~ ~. Βλ. δαγκωτός.|| Υπογράφω ~ ~. Πβ. προσυπογράφω. 2. με όλη μου τη δύναμη: Αντιστάθηκα ~ ~., μου κόπηκαν τα πόδια (μτφ.-προφ.): παρέλυσα: Μας είχαν κοπεί ~ από την κούραση.|| Ένιωθε την πείνα/τον φόβο να του κόβει ~. Πβ. μου κόπηκαν τα ήπατα., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου (προφ.): τον εμποδίζω να κινηθεί ελεύθερα με το να βρίσκομαι πολύ κοντά του και κατ' επέκτ. αναμειγνύομαι στις υποθέσεις του: Μην μπερδεύεσαι ~ μου την ώρα που κάνω δουλειά!, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια (παροιμ.): όποιος δεν προνοεί, ταλαιπωρείται., ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) (προφ.): τον παρακαλώ θερμά, τον ικετεύω. ΣΥΝ. πέφτω στα γόνατα, πέφτω στα τέσσερα [< γαλλ. se traîner aux pieds de quelqu' un] , στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αντικαθιστώ: Θα σταθείς ~ ~ μου, να πεταχτώ μια στιγμή στην τράπεζα;, στο πόδι (προφ.): βιαστικά, πρόχειρα: Έγραψε το κείμενο ~ ~. Όλα έγιναν ~ ~ (= τσαπατσούλικα). Πβ. στο γόνατο., το βάζω στα πόδια (προφ.): φεύγω, τρέχω και γενικότ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια επικίνδυνη, δύσκολη, δυσάρεστη κατάσταση: Το έβαλε ~ ~ πανικόβλητος/σαστισμένος/τρομαγμένος/φοβισμένος. Το έβαλε ~ ~ για να γλιτώσει. Της άρπαξε την τσάντα και το έβαλε ~ ~. Πβ. παίρνω δρόμο.|| (μτφ.) Δεν ~ ~ σε κάθε δυσκολία., τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) (προφ.): για κατάσταση που απαιτεί να σπεύσει κάποιος., απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, βάζω φτερά (στα πόδια) βλ. φτερό, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα σου κόψω τα πόδια! βλ. κόβω, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, με την μπάλα στα πόδια βλ. μπάλα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατώ πόδι βλ. πατώ, πατώ το πόδι μου (κάπου) βλ. πατώ, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω στο πόδι βλ. σηκώνω, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου βλ. στέκομαι, στις μύτες (των ποδιών) βλ. μύτη, στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε βλ. στυλώνω, το κόβω με τα πόδια βλ. κόβω, του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι βλ. παπούτσι, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί [< αρχ. πόδιον, αγγλ. foot]

πόστα

πόσταπό-στα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ομάδα εργατών που εναλλάσσεται σε βάρδια με άλλη, συνήθ. στις φορτοεκφορτώσεις πλοίων. 2. (παλαιότ.) ατμοκίνητη ή αργή αμαξοστοιχία. ● ΦΡ.: βάζω πόστα (σε κάποιον): τον μαλώνω., έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι [< ιταλ. posta]

ΠΟΥ

ΠΟΥ(ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

πράξη

πράξηπρά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. υλοποίηση και εφαρμογή ιδέας, πρόθεσης, σκέψης, έργου, σχεδίου και συνεκδ. ό,τι πραγματοποιείται: άδικη/ανέντιμη/ανίερη/ανόσια/αξιέπαινη/απάνθρωπη/βάρβαρη/βέβηλη/γενναία/διδακτική/δίκαιη/εγκληματική/εκπαιδευτική/ευγενική/ηρωική/ιατρική/κοινωνική/πολιτική/πολιτιστική/σχολική/χριστιανική/χυδαία ~. ~ αγάπης/απελπισίας/αυταπάρνησης/βίας/δειλίας/εξιλέωσης/ευθύνης/μίσους/πίστης/τρομοκρατίας.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Χρηματοδότηση ~ης (= έργου).|| Δράστης αξιόποινης ~ης. Τιμήθηκε/τιμωρήθηκε για τις ~εις του. Θα κριθεί από τις ~εις της (= ενέργειες). Κάνε μια καλή ~. Η ~ θα δείξει/θα φανεί στην ~, αν οι ιδέες μας είναι ορθές. Οι ~εις είναι που μετράνε. Ήταν διανοητής, αλλά και άνθρωπος της ~ης (= δράσης). Βλ. διάπραξη. 2. έγγραφη καταχώριση γεγονότος, σύμβασης, υποχρέωσης ή επίσημη απόφαση ανώτατου κρατικού ή θρησκευτικού οργάνου· κατ' επέκτ. διεθνής συνθήκη, συμφωνία: δικαστική/διοικητική/ιδρυτική/κανονιστική/συμβολαιογραφική/ταμειακή ~. Πατριαρχική/συνοδική ~. ~ ακύρωσης/αποδοχής (κληρονομιάς)/διορισμού/νομοθετικού περιεχομένου/παραίτησης. Εκτελεστικές/νομικές/προπαρασκευαστικές/συστατικές ~εις. Με ~ του Υπουργού, ... Η παρούσα ~ θα δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ~ υπουργικού συμβουλίου.|| Ενιαία Ευρωπαϊκή ~. 3. εμπορική ή χρηματιστηριακή ενέργεια, συναλλαγή: εταιρική/οικονομική/προθεσμιακή ~. ~εις ανταλλαγής νομισμάτων/συναλλάγματος. Βλ. αγοραπωλησία, δοσοληψία. 4. αυτοτελής ενότητα θεατρικού έργου· κατ' επέκτ. κάθε φάση σημαντικού γεγονότος ή υπόθεσης: κωμωδία/λυρικό δράμα/όπερα σε τρεις ~εις.|| Η τελευταία ~ του πολέμου/της πολύκροτης δίκης. Πβ. κεφάλαιο, σελίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: (μαθηματική/αριθμητική) πράξη: ΜΑΘ. η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός, η διαίρεση. [< γαλλ. opération mathématique] , κυβερνητικές πράξεις: ΝΟΜ. οι πράξεις των διοικητικών Αρχών που δεν υπόκεινται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. [< γαλλ. actes de gouvernement] , ληξιαρχική πράξη: καταγραφή, σε επίσημο αρχείο, προσωπικών στοιχείων ή γεγονότος, που αφορά την αστική κατάσταση πολίτη: ~ ~ βάπτισης/γάμου/γέννησης/θανάτου. Αντίγραφο ~ής ~ης., λογιστική πράξη: οτιδήποτε επιτελείται στο πλαίσιο της λογιστικής· ειδικότ. καταχώριση σε λογιστικό βιβλίο., Πράξεις των Αποστόλων (οι): ΘΕΟΛ. βιβλίο της Καινής Διαθήκης που αναφέρεται στην ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας, την εξάπλωση του χριστιανισμού και τη δράση κυρ. των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου., σεξουαλική/ερωτική πράξη: ερωτική επαφή, σεξ., ακόλαστη πράξη βλ. ακόλαστος, γλωσσική πράξη βλ. γλωσσικός, καταλογιστική πράξη βλ. καταλογιστικός, συντακτική πράξη βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: βάζω κάτι σε πράξη: το εφαρμόζω, το επιτελώ: ~ ~ μια ιδέα/ένα πρόγραμμα/σχέδιο., η τελευταία πράξη του δράματος (μτφ.): το δραματικό τέλος γεγονότος, ιστορίας: Γράφτηκε/παίχτηκε ~ ~ για τα μέλη της οικογένειας., κάνω κάτι πράξη: το υλοποιώ, το πραγματοποιώ: Έκανε ~ το όνειρό/την πρότασή/υπόσχεσή του. Θα κάνει ~ τις πολιτικές του δεσμεύσεις/εξαγγελίες., στην πράξη: σε πρακτικό επίπεδο, στην εφαρμογή: διδασκαλία/έρευνα/τεχνολογία ~ ~. Ιδέα που δοκιμάστηκε ~ ~. Βλ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στη θεωρία [< 1: αρχ. πρᾶξις 2,4: γαλλ. acte 3: γαλλ. transaction]

πωλητήριο

πωλητήριοπω-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πωλητηρί-ου} 1. αγγελία πώλησης σε εφημερίδα, στο διαδίκτυο ή αναρτημένη σε δημόσιο χώρο, όπου αναγράφονται τα βασικά στοιχεία του αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Βλ. ενοικιαστήριο, -τήριο. 2. σύμβαση, συμφωνητικό πώλησης: Αντίγραφο του ~ου κατατέθηκε στο υποθηκοφυλακείο. 3. χώρος πώλησης: ηλεκτρονικό ~. ~ του μουσείου. Βλ. εκθετήριο. ● ΦΡ.: βάζει/μπαίνει πωλητήριο: για να δηλωθεί η πρόθεση πώλησης αγαθού, επιχείρησης, οργανισμού: Έβαλε ~ στο αυτοκίνητό/διαμέρισμά του. Πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο. [< αρχ. πωλητήριον ‘αγορά, κατάστημα’]

ράφι

ράφιρά-φι ουσ. (ουδ.): σανίδα από ξύλο ή μέταλλο που στερεώνεται οριζόντια σε τοίχο ή έπιπλο για την τοποθέτηση αντικειμένων πάνω σε αυτή: ~ βιβλιοθήκης/ντουλάπας. Κάτω/μεσαίο/πάνω ~. Ηχεία ~ιού. ~ια αποθήκης/γραφείου. Γωνιακά/κινητά ~ια.||(για προϊόντα που είναι διαθέσιμα στην αγορά:) Βρίσκεται στα ~ια των βιβλιοπωλείων/ δισκοπωλείων/καταστημάτων. ● ΦΡ.: από το πάνω ράφι (αθλητική αργκό): για αγορά παίκτη, κυρ. ποδοσφαιριστή, μπασκετμπολίστα, ή πρόσληψη τεχνικού εγνωσμένης αξίας: μεταγραφές ~ ~. (για ομάδα:) Ψωνίζει ~ ~., βάζω στο ράφι: δεν προχωρώ στη διεκπεραίωση ενός έργου, αναβάλλω κάτι: Η επιτροπή είχε βάλει ~ την απόφαση/τη μεταρρύθμιση/την υπογραφή της συμφωνίας., μένω στο ράφι: (συνήθ. για γυναίκα) μένω ανύπαντρη., μπαίνει/μένει στο ράφι: για κάτι που δεν πραγματοποιείται, δεν γίνονται ενέργειες για την προώθησή του: Το νομοσχέδιο έμεινε/μπήκε ~. Πβ. μπαίνει στο αρχείο. [< τουρκ. raf]

ρίγανη

ρίγανηρί-γα-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum vulgare) με αρωματικά φύλλα και μικρά άνθη που χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα, ενώ το έλαιο που εξάγεται από αυτά χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική: άγρια/ξερή/τριμμένη/φρέσκια/χλωρή ~. Ένα κλωνάρι/ματσάκι ~. Φέτα με λάδι και ~ (πβ. λαδο~). Πατατάκια με ~. Μια κουταλιά ~. Πασπαλίζετε το ψάρι με ~. Πβ. ορίγανο. Βλ. θυμάρι, μαντζουράνα. ● Υποκ.: ριγανίτσα (η) ● ΦΡ.: βαλ' του ρίγανη (προφ.): σε περιπτώσεις που μια δουλειά, μια κατάσταση δεν πάει καλά. Πβ. άστα (να πάνε) καλύτερα, βράσε ρύζι/όρυζα., κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι [< μεσν. ρίγανη]

σακί

σακίσα-κί ουσ. (ουδ.): σάκος συνήθ. από λινάτσα ή πλαστικό, κατάλληλος για τοποθέτηση ή μεταφορά αντικειμένων, προϊόντων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ~ με αλεύρι/άμμο/λίπασμα. ~ (των) είκοσι κιλών.|| Δύο ~ιά πατάτες/ρύζι/τσιμέντο.|| Έπεσε/τον πέταξε κάτω σαν ~ (: με βία ή δύναμη). Με έσυραν σαν ~ στο πάτωμα. ΣΥΝ. τσουβάλι (1) ● ΦΡ.: βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά (μτφ.-προφ.): αξιολογώ με τον ίδιο τρόπο ανόμοια πρόσωπα ή πράγματα: Μην τους βάζεις όλους ~ ~. Πβ. εξισώνω., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< μεσν. σακίν]

σειρά

σειράσει-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα προσώπων ή όμοιων πραγμάτων, στοιχείων, που βρίσκονται το ένα μετά το άλλο ή δίπλα στο άλλο: ~ από βουνά (= ορο~)/δέντρα/κίονες/κτίρια. Η πρώτη ~ των εδράνων/θεατών/συνέδρων. Κάθονται/περιμένουν υπομονετικά στη ~ (πβ. γραμμή, ουρά). Μπήκε στη ~ για να αγοράσει εισιτήριο. Πίνακες κρεμασμένοι στη ~. Καθίσματα της δεύτερης ~άς. Αεροσκάφος με σαράντα ~ές θέσεων. Βλ. γραμματο~, συμβολο~. 2. γραμμή, στίχος κειμένου: η πρώτη ~ των υποτίτλων. Οι τελευταίες ~ές του άρθρου. Τρεις ~ές από το τέλος της σελίδας. Πβ. αράδα. 3. σύνολο γεγονότων, συμβάντων, εκδηλώσεων, που σχετίζονται κυρ. θεματικά και ακολουθούν χρονικά το ένα το άλλο: ~ διαλέξεων (= κύκλος)/ερωτημάτων/λαθών/μέτρων/ομιλιών/σεμιναρίων/συναντήσεων/συναυλιών/χειρισμών. (Μια) ~ από δραστηριότητες/ήττες/νίκες (= σερί)/πρωτοβουλίες. Δύσκολη ~ αγώνων. Ο πρωθυπουργός ξεκίνησε ~ επαφών με τους πολιτικούς αρχηγούς. Πβ. ακολουθία, αλυσίδα. 4. σύνολο ομοειδών πραγμάτων που συνδέονται μεταξύ τους με κάποιον τρόπο, συνήθ. έχουν κοινά χαρακτηριστικά, παράγονται ή πωλούνται μαζί: ~ ασκήσεων/δώρων/εργαλείων/υπολογιστών. Αναμνηστική ~ γραμματοσήμων/νομισμάτων. Πλήρης ~ σκευών μαγειρικής. Νέα/ολοκληρωμένη ~ επίπλων. ~ περιποίησης προσώπου-σώματος-μαλλιών.|| (για βιβλία) Εκδοτική/ιστορική/φιλοσοφική ~. ~ αστυνομικής/ξένης λογοτεχνίας.|| Μια ~ από θέματα/μελέτες/στοιχεία. Μια ~ από προβλήματα/προβλημάτων (= πλήθος). 5. ΤΗΛΕΟΡ. καθημερινό ή εβδομαδιαίο τηλεοπτικό συνήθ. πρόγραμμα με το ίδιο καστ ή θέμα: αισθηματική/δραματική/κοινωνική/κωμική/μεταγλωττισμένη/νεανική/ραδιοφωνική ~. ~ δράσης/μυστηρίου/περιπέτειας/τρόμου/φαντασίας. Τα γυρίσματα/τα επεισόδια/οι ήρωες/οι πρωταγωνιστές της ~άς. ~ τριών ωριαίων ντοκιμαντέρ. Ελληνικές/ξένες ~ές που προβάλλονται από τα κανάλια. ~ές βασισμένες σε λογοτεχνικά έργα. Πβ. σίριαλ. 6. κατάταξη δεδομένων ή προσώπων σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια· ειδικότ. αλληλουχία: αριθμητική/αύξουσα/συντακτική/τυχαία/φθίνουσα/χρονολογική ~. Αξιολογική ~ υποψηφίων. Πβ. ταξινόμηση.|| Παρουσιάστε τις σκέψεις σας με λογική ~ (πβ. ειρμός, συνοχή). (σε ασκήσεις) Βάλτε τις λέξεις στη σωστή ~. Μπείτε στη ~ (: στοιχηθείτε). 7. θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε ένα σύνολο: ~ αναφοράς/εκκίνησης/εμφάνισης/επιτυχίας/κατάταξης. Μπήκα με καλή ~ στη σχολή. Μου πήρε τη ~.|| (προφ.) Δεν είναι της ~άς του (: δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη). ΣΥΝ. σινάφι. 8. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατευσίμων που κατατάσσονται στις Ένοπλες Δυνάμεις την ίδια χρονική περίοδο· (συνεκδ.-αργκό) ο ίδιος ο στρατιώτης που ανήκει στο σύνολο αυτό: (επίσ.) Eκπαιδευτική ~ Στρατευσίμων Oπλιτών (ακρ. EΣΣO). ~ που απολύθηκε/παρουσιάστηκε/υπηρετεί. Αριθμός ~άς. Πβ. κλάση.|| (ως προσφών.) Γεια σου, ρε ~. 9. (προφ., συνήθ. με κτητ. αντων.) τάξη, σύστημα, πρόγραμμα: (Δεν) έχει ~ και συνέχεια. Έλειψε δύο φορές και βγήκε από/έχασε τη ~ του. ● Υποκ.: σειρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομόλογη σειρά: ΧΗΜ. ομάδα οργανικών ενώσεων με κοινό γενικό μοριακό τύπο και ίδιες χημικές ιδιότητες: Τα αλκάνια/οι αλκοόλες είναι ~ ~. [< αγγλ. homologous series] , σειρά των όρων: ΓΛΩΣΣ. η θέση των κύριων όρων μέσα στην πρόταση: Η ~ ~ στα Ελληνικά είναι ελεύθερη. [< αγγλ. word order] , αλφαβητική σειρά βλ. αλφαβητικός ● ΦΡ.: (είναι/έρχεται/φτάνει η) σειρά μου να ...: είναι, έρχεται η ώρα για κάποιον να πάθει ή να κάνει κάτι, σύμφωνα με μια χρονική ακολουθία: Έφτασε/ήρθε η ~ της να απαντήσει/απολογηθεί. Σειρά σου τώρα να ..., βάζω (κάτι) στη/σε σειρά 1. τακτοποιώ, διευθετώ: ~ουν σε ~ τις προτεραιότητές τους. Ας βάλουμε τα πράγματα στη ~ τους. Προσπαθεί να βάλει τη ζωή/τις σκέψεις του σε μια ~. Πβ. ξεκαθαρίζω, οργανώνω. 2. (σπάν.) δρομολογώ: Ο δήμαρχος έχει βάλει σε ~ έργα πνοής για την πόλη. [< γαλλ. mettre en ligne] , εκτός σειράς: για κάτι που δεν εντάσσεται σε ένα ομοιογενές σύνολο ή δεν ακολουθεί ορισμένη κατάταξη, ιεραρχία: δημοσιεύματα ~ ~.|| Ήθελε να μιλήσει ~ ~., με τη σειρά: το ένα μετά το άλλο (ή ο ένας μετά τον άλλον): ~ ~, μην μπερδευόμαστε. Ένα-ένα θέμα, ~ ~, όχι όλα μαζί. Καλούνται ~ ~ να πουν τη γνώμη τους. [< γαλλ. par ordre] , με τη σειρά μου: για κάτι που γίνεται σύμφωνα με μια ακολουθία, συνήθ. χρονική: Να σας καλημερίσω κι εγώ ~ ~. Διατυπώστε κι εσείς ~ σας το δικό σας σχόλιο., με/κατά/σε σειρά: με βάση συγκεκριμένη κατάταξη: ~ ~ αρχαιότητας/εκλογής/επιτυχίας/ηλικίας/προτεραιότητας/προτίμησης/σπουδαιότητας/συχνότητας. Πρωταγωνιστούν με ~ εμφάνισης οι ... Προβάλλεται το δέκατο κατά ~ επεισόδιο. Τρίτο στη ~ κριτήριο. , μπαίνει στη/σε σειρά: (μτφ.) μπαίνει σε τάξη, διευθετείται, ρυθμίζεται: Μην ανησυχείς, όλα ~ουν στη ~ (= τακτοποιούνται) με λίγη προσπάθεια. Η ζωή μας έχει μπει σε μια ~. Ας βρεθεί μια λύση, για να μπουν τα πράγματα στη ~ τους., παίρνει σειρά: για κάτι που έχει δρομολογηθεί και πρόκειται να πραγματοποιηθεί: Έργα που έχουν πάρει ~ και υλοποιούνται. , ποιος/τι έχει σειρά; (προφ.): ποιος είναι ο επόμενος· τι θα ακολουθήσει;: ~ ~ τώρα; Ποιος ~ να παίξει;, σύνδεση σε/εν σειρά: ΗΛΕΚΤΡ. κατά την οποία όλα τα στοιχεία βρίσκονται υπό την ίδια ένταση, ενώ η ολική τάση στα άκρα του κυκλώματος ισούται με το άθροισμα των τάσεων στα άκρα του κάθε στοιχείου. ΑΝΤ. παράλληλη σύνδεση/διάταξη, της σειράς & (σπάν.) της αράδας (μειωτ.): ως χαρακτηρισμός για κάτι ευτελές ή κοινό, συνηθισμένο: ταινία ~ ~. Φτηνή μπίρα ~ ~. (σπανιότ. για πρόσ.) Καλλιτέχνες/τραγουδιστές ~ ~., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, επί σειρά(ν) ετών βλ. έτος [< μτγν. σειρά, γαλλ. ordre, rang, série 5: αγγλ. series, 1949]

σημάδι

σημάδιση-μά-δι ουσ. (ουδ.) 1. ορατό ίχνος ή σημείο που έχει αποτυπωθεί ή υπάρχει κάπου: χαρακτηριστικό ~. ~ στον ορίζοντα (πβ. στίγμα)/ουρανό. ~ αναγνώρισης (= αναγνωριστικό ~). ~ια στην οθόνη/στο χώμα (πβ. αποτύπωμα, χνάρι).|| ~ από έγκαυμα/εμβόλιο/μαχαίρι (πβ. ουλή, τραύμα). Εμφάνιση ~ιών γήρανσης στο δέρμα. Βλ. κηλίδα.|| (προφ.) Μουσικό (βλ. νότα)/τονικό (= τόνος) ~. ~ παραγράφου. Ορθογραφικά ~ια (π.χ. απόστροφος). Πβ. σύμβολο.|| (μτφ.) Βαθιά ~ια στην ψυχή. Τραυματική εμπειρία που έχει αφήσει ανεξίτηλα ~ια. 2. (μτφ.) ένδειξη (για κάτι)· οιωνός: ανακουφιστικό/αναμφισβήτητο/ελπιδοφόρο/ενθαρρυντικό/ευοίωνο/παρήγορο/σαφές/σίγουρο ~. ~ια ανησυχίας/ενοχής/ζωής/κόπωσης/πολιτισμού. Ούτε για ~ (= για δείγμα). Αλάνθαστο ~ ότι ... Δείχνει ~ια ωριμότητας. Αρνητικά/θετικά ~ια στην οικονομία. ~ια ανάκαμψης παρουσίασε η αγορά. Εμφανίστηκαν ~ια αλλαγής προς το καλύτερο. Πβ. σημείο.|| Θεϊκό/θεόσταλτο/κακό/καλό ~. Πβ. προμήνυμα. 3. σκοποβολή· γενικότ. σκόπευση: Εξασκείται στο ~. Καλός/πρώτος στο ~. ● Υποκ.: σημαδάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον/κάτι) (στο) σημάδι (κυριολ. ή μτφ.): στοχεύω, σημαδεύω: (μτφ.) Έβαλε ~ την κορυφή. Πβ. επιδιώκω. [< μεσν. σημάδι(ν) < μτγν. σημάδιον ‘σημαία’]

σκέλια

σκέλιασκέ-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, συνήθ. στη ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη (μτφ.): νικημένος και ταπεινωμένος: Φεύγει με ~ ~. Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε. [< αρχ. σκέλος]

σκέψη

σκέψη

σκέ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η διανοητική δραστηριότητα και το αποτέλεσμά της (ιδέα, κρίση, συλλογισμός): η ανάπτυξη/ανεξαρτησία/οι διεργασίες/τα στερεότυπα της ~ης (πβ. νόηση). Η δύναμη της ~ης. Από τη ~ στην πράξη. Άσκηση που απαιτεί/θέλει/χρειάζεται ~. Δεν υπάρχει ~ για αλλαγές/πρόσθετα μέτρα. Δεν μπορώ να (παρ)ακολουθήσω τη ~ σας. Πού γυρίζει/τριγυρνάει η ~ σου; Απόφαση που ελήφθη κατόπιν ~εως. Μεταβίβαση ~ης/~εως (= τηλεπάθεια).|| Βαθιά/βαθυστόχαστη/διαυγής/έξυπνη/κρυστάλλινη/νηφάλια/οξεία/περίπλοκη/πονηρή/πρωτότυπη/ρηχή/στοχαστική ~. Ανομολόγητες/βρόμικες (= πρόστυχες)/επίκαιρες/μαύρες (= απαισιόδοξες)/σκόρπιες/φευγαλέες ~εις. Ο ειρμός/το νήμα των ~εων. Η πρώτη/τελευταία ~ μου. Απορρίπτω/εγκαταλείπω κάθε ~ (για κάτι). Μάντεψες τη ~ μου. Ξαφνικά μού ήρθε/πέρασε από το μυαλό η ~ να ... Και μόνο η ~ πως ... Έκανε ~εις για .../τη ~ να ... Με τη ~ στραμμένη στο μέλλον. Βυθίζομαι/χάνομαι σε ~εις. Με βασανίζουν/τρώνε οι ~εις (πβ. έγνοιες). Μοιράζομαι τις ~εις μου με άλλους. Πβ. διανόημα, λογισμός, στοχασμός. Βλ. μνήμη, φαντασία. 2. ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί και ερμηνεύει κάποιος τα πράγματα· σύνολο ή σύστημα ιδεών που χαρακτηρίζουν ανθρώπους ή χρονικές περιόδους: αιτιολογική/αναλυτική/αποδεικτική/αρνητική/αφαιρετική/δημιουργική/ελεύθερη/επαναστατική/επιστημονική/θετική/λογική/νομική/οργανωτική/ριζοσπαστική/στρατηγική/συνδυαστική/συνθετική/φιλοσοφική ~. Η σύγχρονη πολιτική ~. Έχει δομημένη/συγκροτημένη ~. Καταστολή της ~ης (βλ. λοβοτομή).|| Ανατολική/αριστερή/δεξιά/δυτική/καντιανή/μαρξιστική/φιλελεύθερη/χριστιανική ~. Πβ. βιο-, κοσμο-θεωρία. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη σκέψη: επανεξέταση (θέματος, απόφασης, θέσης, κρίσης), συνήθ. υπό το φως νέων δεδομένων: Επικράτησε μια ~ ~, πιο λογική. Με μια ~ ~, παραδέχομαι/συνειδητοποιώ ότι ... [< αγγλ. second thought], κριτική σκέψη: ικανότητα αξιολόγησης των εκάστοτε πληροφοριών, δεδομένων, παρατηρήσεων και επιχειρημάτων για τη διαμόρφωση αντικειμενικής γνώμης και την ανάληψη δράσης. Βλ. μαιευτική/σωκρατική μέθοδος: Αναπτύσσει/καλλιεργεί την ~ ~. [< αγγλ. critical thinking], αποκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. αποκλίνων, δεξαμενή σκέψης βλ. δεξαμενή, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, συγκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. συγκλίνων ● ΦΡ.: βάζει (κάποιον) σε σκέψεις: τον προβληματίζει: Τα λόγια σου με έβαλαν σε ~. , διαβάζω τη σκέψη (κάποιου) (μτφ.): αντιλαμβάνομαι πλήρως τι έχει στον νου του., μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη & (λόγ.) κατόπιν ωρίμου σκέψεως: μετά από προσεκτική και υπεύθυνη εξέταση (ενός ζητήματος): ~ ~ αποφάσισε να .../αποφάνθηκε ότι .../υπέβαλε την παραίτησή του., ούτε σκέψη (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να γίνει κάτι: ~ ~ υποχώρησης. ~ ~ για ξεκούραση/να φύγω., σκέψεις για/γύρω από & πάνω σε: σκέψεις σχετικά με κάτι: ~ ~ την ποίηση., στη/με τη σκέψη ότι: σκεπτόμενος ότι: Παρηγορηθείτε ~ ~ υπάρχουν και χειρότερα. Τρέμω/τρομάζω ~ ~ μπορεί να σου συμβεί κάτι κακό., υπό σκέψη & (σπάν.) σκέψιν (λόγ.): για κάτι που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή για να δηλωθεί ο προβληματισμός σχετικά με τη λήψη μιας απόφασης: Η ανέγερση νέου εμπορικού κέντρου βρίσκεται/είναι ~ ~.|| (ως επίθ.) Τα ~ ~ μέτρα.|| Είμαι ~ ~ για την αγορά σπιτιού., βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μπαίνω σε σκέψεις βλ. μπαίνω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, χωρίς δεύτερη σκέψη βλ. δεύτερος [< αρχ. σκέψις, γαλλ. pensée, αγγλ. thought]

στοίχημα

στοίχημαστοί-χη-μα ουσ. (ουδ.) {στοιχήμ-ατος | -ατα} 1. το αποτέλεσμα του στοιχηματίζω: αθλητικό/διαδικτυακό/ζωντανό/ηλεκτρονικό/ιπποδρομιακό/ποδοσφαιρικό/συλλογικό/συνδυαστικό/σύνθετο ~. Παράνομα/σίγουρα ~ατα. ~ατα αγώνων. Γραφείο/εταιρεία/παιχνίδια/πράκτορας (= μπουκμέικερ)/πρακτορείο (βλ. προποτζίδικο) ~άτων. (σε τυχερά παιχνίδια) Μονό/σύνθετο (πβ. σύστημα) ~. (στο πόκερ) Διπλασίασε το αρχικό ~ (= ποντάρισμα). 2. (μτφ.) δύσκολος ή ριψοκίνδυνος στόχος: το ~ της επόμενης (η)μέρας. Το μεγάλο ~ της κυβέρνησης αποτελεί η παιδεία. Η νίκη της ομάδας είναι προσωπικό ~ για τον προπονητή. ~ ζωής για τους κατοίκους της περιοχής η κατασκευή νοσοκομείου. Πβ. διακύβευμα. ● Υποκ.: στοιχηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα & Στοίχημα: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ που βασίζεται στην ορθή πρόβλεψη αθλητικών αγώνων ή άλλων γεγονότων που προσφέρονται για στοιχηματισμό: κουπόνι ~ ~/~ατος. Προγνωστικά για το ~ ~. Βλ. λόττο, προπό, ΠΡΟΤΟ, τζόκερ. ● ΦΡ.: βάζω/πάω στοίχημα 1. στοιχηματίζω: Τι ~ βάζεις/πας ότι θα νικήσουμε; ~ ~ ... ευρώ ότι δεν θα έρθει. -Πάμε ~ πως κολυμπάω γρηγορότερα από σένα; -Πάμε (= δέχομαι).|| Έβαλε ~ με τον εαυτό του να αδυνατίσει. 2. (μτφ.) υποστηρίζω με βεβαιότητα: ~ ~ ότι δεν βρίσκεται στο γραφείο του. Πόσο ~ πας ότι λέει ψέματα; Μη βάζεις ~, θα το χάσεις.|| (προφ.) Έτσι είναι και σε πάω/παίζω και ~. Πβ. βάζω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο/στη φωτιά, κόβω το κεφάλι/χέρι μου, παίρνω όρκο., έχασε/κέρδισε το στοίχημα 1. (δεν) πήρε την αμοιβή που είχε καθοριστεί κατόπιν συμφωνίας: ~ ~ που έβαλε με την αδελφή της. 2. (μτφ.) δεν κατάφερε/πέτυχε κάτι σημαντικό: Η εκπομπή τους κέρδισε το ~ της τηλεθέασης. Έχασε το ~ να οδηγήσει την ομάδα στην κατάκτηση του κυπέλλου. [< μεσν. στοίχημα]

στόμα

στόμαστό-μα ουσ. (ουδ.) {στόμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. άνοιγμα στο μπροστινό, κάτω μέρος του κεφαλιού, ανάμεσα στη μύτη και το πιγούνι, που σχηματίζει κοιλότητα στο ανώτερο τμήμα του πεπτικού συστήματος, η οποία ορίζεται εξωτερικά από τα χείλη, εσωτερικά από τον λάρυγγα και τον φάρυγγα και περιλαμβάνει τη γλώσσα, τα δόντια και τα ούλα· ειδικότ. τα ανθρώπινα χείλη: Άνοιξε το ~ του, για να φάει/φωνάξει. Αναπνέει από το ~, όταν κοιμάται. Μυρίζει το ~ σου (: η αναπνοή σου). Γλύκισμα που αφήνει ωραία γεύση στο ~. Συγγνώμη που μιλάω με γεμάτο το ~ (: τρώγοντας). Το ~ της γάτας/του πουλιού (= ράμφος). Υγιές ~. Βλεννογόνος/καρκίνος/υγιεινή/χειρουργική του ~ατος. Φαρμακευτική αγωγή από το ~. Ζωγραφική με το ~ και το πόδι (: από άτομα με ειδικές ανάγκες). Βλ. γνάθος, μάγουλο, ουρανίσκος, παρειά, υπερώα.|| Μεγάλο/μικρό/στραβό/ωραίο ~. Φιλί στο ~. 2. (συνεκδ.) ο άνθρωπος ως προς τον τρόπο ομιλίας του ή γενικότ. πρόσωπο που μιλά: Έχει άσχημο/βρόμικο ~ (: αισχρολογεί). Δεν άκουσα ποτέ καλή κουβέντα απ' το ~ του.|| Ειπώθηκε από επίσημο ~. Χιλιάδες ~ατα φώναζαν διάφορα συνθήματα. 3. (συνεκδ.) {συνήθ. στον πληθ.} μέλος οικογένειας του οποίου οι βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η τροφή, καλύπτονται από κάποιο άλλο: Η μητέρα του δουλεύει σκληρά· έχει τόσα ~ατα να θρέψει. 4. (προφ.-μτφ.) φυσικό ή τεχνητό άνοιγμα, στόμιο: το ~ του ηφαιστείου/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/της σπηλιάς. Πβ. μπούκα. 5. ΒΟΤ. {στον πληθ.} πόροι στην επιφάνεια των φύλλων και των νεαρών βλαστών που επιτρέπουν την ανταλλαγή αερίων με την ατμόσφαιρα ή την αποβολή νερού: Το διοξείδιο του άνθρακα εισέρχεται στο φυτό από τα ~ατα. 6. (προφ.) κόψη μαχαιριού. ● Υποκ.: στοματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● Μεγεθ.: στοματάρα (η): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: απύλωτο(ν) στόμα βλ. απύλωτος, κακοσμία/δυσοσμία του στόματος βλ. κακοσμία ● ΦΡ.: ανοίγω το στόμα μου (προφ.-μτφ.): μιλώ ή κυρ. ειδικότ. προβαίνω σε σοβαρές αποκαλύψεις εναντίον κάποιου: Πες κάτι, δεν έχεις ανοίξει το ~ σου όλη μέρα.|| (απειλητ.) Άντε, (να) μην ανοίξω το ~ μου!, από στόμα σε στόμα: για κάτι που γίνεται γνωστό προφορικά, από τον έναν στον άλλον ή για προφορική παράδοση: Βούιξε ο τόπος σαν διαδόθηκε το νέο ~ ~.|| Η τέχνη της μαγειρικής πέρασε ~ ~ στις νεότερες γενιές., από το στόμα μου το πήρες! (μτφ.-προφ.): θα έλεγα το ίδιο πράγμα, πρόλαβες να το πεις πριν από εμένα: Πες τα, χρυσόστομε! ~ ~!, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! (ευχετ.): μακάρι να πραγματοποιηθεί η ευχή σου: -Καλή επιτυχία στις εξετάσεις! -~ ~!, βάζω κάτι στο στόμα μου (προφ.): τρώω πρόχειρα και λίγο: Βάλε κάτι στο ~ σου, μη φύγεις νηστικός! Δεν έχει βάλει τίποτα στο ~ της απ' το πρωί., βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα (μτφ.-προφ.): αποτρέπω, δεν δίνω δικαίωμα για (περαιτέρω) κακόβουλα σχόλια, αποστομώνω: Με την ερμηνεία της βούλωσε τα (επικριτικά/κακόβουλα) ~ πολλών που την έλεγαν ατάλαντη. Ευκαιρία για την ομάδα να κλείσει ~ στο ντέρμπι της Κυριακής., διά στόματος (κάποιου) & (σπάν.) από στόματος (λόγ.): για προφορική δήλωση ενός προσώπου ή για μεταφορά των λόγων του από κάποιον που τον εκπροσωπεί: Μήνυμα του πρωθυπουργού ~ ~ του κυβερνητικού εκπροσώπου., έχει μεγάλο στόμα (προφ.-μτφ.) 1. για κάποιον που του ξεφεύγουν λόγια και αποκάλυπτει συνήθ. μυστικά. 2. αυθαδιάζει. ΣΥΝ. έχει μεγάλη γλώσσα (1), κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αναγκάζω να σιωπήσει, να μην εκφράσει την άποψή του ή να μη μαρτυρήσει κάτι: Τον απείλησαν, για να του κλείσουν ~. Πβ. φιμώνω.|| Της έκλεισαν ~ μια για πάντα (= την δολοφόνησαν)., κρατά το στόμα του κλειστό (μτφ.): δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις του ή τα μυστικά που γνωρίζει: Δεν κράτησε ~ ~ απέναντι στο άδικο., με ανοιχτό το στόμα/με το στόμα ανοιχτό (μτφ.): άναυδος, κατάπληκτος: Πήρε την υποτροφία κι έμειναν/και τους άφησε ~ ~. Πβ. άφωνος., με ένα στόμα: όλοι μαζί, ομόφωνα: Όχι, απάντησαν οι μαθητές ~ ~. ΣΥΝ. με μια φωνή (1), με την ψυχή στο στόμα (προφ.): για ενέργεια που γίνεται βεβιασμένα, με άγχος, έντονη ψυχική φόρτιση: Κατάφεραν να προκριθούν ~ ~. Προλάβαμε ~ ~ να φτάσουμε στο θέατρο. Άνοιξε το γράμμα ~ ~., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος να κρίνει κάποιον άλλο., πέφτω στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): γίνομαι αντικείμενο κακοπροαίρετων σχολίων, κουτσομπολιών: Αλίμονο σ' όποιον πέσει στο ~ της!, πιάνω/βάζω στο στόμα μου κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): σχολιάζω αρνητικά: Αν σε πιάσει στο ~ του, την πάτησες. Μην βάζεις στο ~ σου τέτοιες λέξεις, δεν κάνει., ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! (μτφ.-προφ.-υβριστ.): πάψε (να μιλάς), σκάσε! Πβ. δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά, το βουλώνω., στόμα έχει και μιλιά δεν έχει (προφ.-μτφ.): μιλά ελάχιστα, δεν είναι φλύαρος: Όσες φορές τον έχω συναντήσει, ~ ~.|| (ειρων.) Είναι μια γλωσσοκοπάνα αυτή! ~ ~!, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) (μτφ.-προφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Στο ~ μου το είχα, αλλά με πρόλαβες. ΣΥΝ. έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου, το λέω και γεμίζει το στόμα μου (προφ.): για να δηλωθεί ευχαρίστηση, θαυμασμός: Είναι εκπληκτική δασκάλα, ~ ~!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, βάζω λόγια (/κουβέντες/λέξεις) στο στόμα κάποιου βλ. λόγια, βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου βλ. φερμουάρ, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου! βλ. αγιάζω, γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου βλ. λύκος, δεν βάζω μπουκιά στο στόμα μου βλ. μπουκιά, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου βλ. καραμέλα, Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! βλ. φυλακή, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μάλλιασε το στόμα μου βλ. γλώσσα, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, σφραγίζω το στόμα μου βλ. σφραγίζω [< αρχ. στόμα, γαλλ. bouche, αγγλ. mouth]

στόχαστρο

στόχαστροστό-χα-στρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άστρου}: μεταλλική προεξοχή στο στόμιο της κάννης φορητού πυροβόλου όπλου που καθοδηγεί τη σκόπευση: οπτικό ~. Ακίδα του ~ου. Σκοπευτική γραμμή μεταξύ οφθαλμού και ~ου. Ακολουθώ/κεντράρω τον στόχο με το ~ (πβ. σημαδεύω). Πβ. σκόπευτρο. Βλ. -τρο. ● ΦΡ.: (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο (μτφ.): θέτω ως στόχο ή γίνομαι στόχος κυρ. αυστηρών μέτρων, επιθέσεων, κακόβουλων προθέσεων: Βάζουν/έχουν ~ ~ τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα. Οι επιχειρήσεις μπαίνουν/βρίσκονται/είναι ~ ~ της εφορίας. Πβ. στη μπούκα.|| (θετ. συνυποδ.) Τα ανθρώπινα δικαιώματα ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. guidon]

στραβός

στραβός, ή, ό στρα-βός επίθ. 1. που δεν είναι ίσιος, δεν έχει συμμετρικό σχήμα ή δεν βρίσκεται στη σωστή θέση: ~ή: γραμμή/μύτη. ~ό: διάφραγμα (= σκολιωτικό)/στόμα/χαμόγελο. ~ά: δόντια/κανιά (βλ. στραβοκάνης)/πόδια. Ο πίνακας/ο τοίχος είναι ~ (= γέρνει, είναι γερτός). Το κρεβάτι είναι ~ό, ίσιωσέ το. ΣΥΝ. λοξός (1), στρεβλός (2) ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 2. (μτφ.-προφ.) που έχει σφάλμα, ελάττωμα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· ειδικότ. που φανερώνει δύστροπο άνθρωπο: ~ή: εξέλιξη/κίνηση/πορεία. ~ό: ξεκίνημα (ΑΝΤ. καλό)/ξύπνημα. ~ές: αντιλήψεις. Άλλη μια ~ή κίνηση κι έφυγες. Τα βρίσκει όλα ~ά. Όταν βλέπει κάτι ~ό, το σχολιάζει. Δεν έκανες τίποτα ~ό. ΣΥΝ. λανθασμένος. ΑΝΤ. ορθός, σωστός.|| ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διάθεση. ~ό: κεφάλι (πβ. αγύριστο). Έπεσα σε ~ό υπάλληλο. ΣΥΝ. στρεβλός (1) 3. (προφ., για πρόσ.) που δεν βλέπει καλά ή καθόλου ή είναι αλλήθωρος: Χωρίς γυαλιά είμαι ~.|| Καλά, δεν με είδες; ~ή είσαι;|| (μτφ.) Θέλησε να δώσει μαθήματα δημοκρατίας σε ~ούς. Πβ. αδαής, απληροφόρητος. ΣΥΝ. τυφλός (1) ● Ουσ.: στραβά (τα) 1. {σπανιότ. στον εν.} ελαττώματα, λάθη: Τον αγαπάει μ' όλα τα ~ του (πβ. μειονέκτημα). Αναφέρθηκε στα ~ της τηλεόρασης (πβ. τα κακώς κείμενα/έχοντα).|| Μη μου χτυπάς κάθε ~ό που κάνω. 2. (μειωτ.) μάτια: Κοίτα μπροστά σου, τι τα 'χεις τα ~ σου;, στραβή (η) (αργκό): αναποδιά, τυχαίο σφάλμα: Σε κάθε ~ τα ρίχνει πάνω μου. Φοβάμαι μη γίνει καμιά ~ και χαλάσει η συμφωνία. Με την πρώτη ~, τον έδιωξαν (: με το πρώτο λάθος, αστοχία). ● επίρρ.: στραβά: στις σημ. 1,2: Φόρεσες ~ τη φούστα σου. [13ος αι.] || Η μέρα ξεκίνησε ~. Ξύπνησες ~ κι όλα σου φταίνε. ΣΥΝ. ανάποδα ● ΦΡ.: ανοίγω τα στραβά μου {συνήθ. στο β' και γ' πρόσ.} (προφ.-μειωτ.): διαβάζω, ενημερώνομαι, κατανοώ, μαθαίνω: Δεν θέλουν να ανοίξουν τα ~ τους. Αμόρφωτε, άνοιξε τα ~ σου (πβ. ξύπνα)! Βλ. ανοίγω τα μάτια (κάποιου). , βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά (μτφ.-προφ.): δεν επηρεάζομαι από δυσάρεστες καταστάσεις και γεγονότα, αδιαφορώ: Αν δεν σε θέλει, βάλε/φόρα το καπελάκι σου ~ και φύγε!, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο (προφ.): για να είμαστε αντικειμενικοί, ειλικρινείς: Βέβαια/πάντως, ~ ~, έχεις κι εσύ μερίδιο ευθύνης. Πληρώσαμε πολλά, αλλά, ~ ~, το φαΐ ήταν υπέροχο., κάτι πηγαίνει στραβά (προφ.): δεν έχει ευνοϊκή εξέλιξη: Τι (μπορεί να) πήγε ~; Αν κάτι πάει ~, πες μου το! Όλα ~ μού πάνε., παίρνω/βλέπω κάτι στραβά (προφ.): παρεξηγώ: Μην το πάρεις ~, αλλά θέλω να μείνω για λίγο μόνη. Εσύ μπορεί να έκανες πλάκα, αυτός όμως το πήρε/είδε ~ (= το πήρε αλλιώς, ανάποδα/από την ανάποδη). Βλ. βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι., τα στραβά και (τα) ανάποδα (εμφατ.): τα αρνητικά φαινόμενα, οι δυσάρεστες πλευρές: ~ ~ των σύγχρονων κοινωνιών., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος βλ. κλήμα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, κάνω τα στραβά μάτια βλ. μάτι, κουτσά στραβά βλ. κουτσός, κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα βλ. κουτσός, με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις βλ. κοιμάμαι, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, πολλές μαμές, στραβό το παιδί βλ. μαμή, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μτγν. στραβός]

σφραγίδα

σφραγίδασφρα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {σφραγίδ-ων} 1. μικρό αντικείμενο με εγχάρακτα ή ανάγλυφα γράμματα, σύμβολα ή παραστάσεις, που, όταν πιεστεί σε μελάνι, αφήνει το αποτύπωμά του πάνω σε χαρτί, κυρ. για δήλωση της ταυτότητας του χρήστη, της εγκυρότητας ή γνησιότητας εγγράφου· το σχετικό αποτύπωμα: αυτόματη/βασιλική (πβ. βούλα)/μεταλλική/μηχανική/ξύλινη/παραλληλόγραμμη/στρογγυλή/υπηρεσιακή ~. ~ πιστοποίησης. ~-στιλό. ~ της γραμματείας/του δημοσίου/του δήμου/του διευθυντή/του πανεπιστημίου/του συλλόγου/του σχολείου/του ταχυδρομείου (/ταχυδρομική ~)/του τμήματος. Η μεγάλη του κράτους ~.|| Το έγγραφο είναι άκυρο χωρίς ~.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινή/μολύβδινη/πατριαρχική ~. Δαχτυλίδι με ~.|| (ως παραθετικό σύνθ., μτφ.) Επιχείρηση/εταιρεία-~ (: με τυπική μόνο ύπαρξη, βλ. φάντασμα).|| (ΕΚΚΛΗΣ., αντικείμενο με λειτουργικά σύμβολα για τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας:) ~ για το πρόσφορο. 2. (μτφ.) στοιχείο που χαρακτηρίζει σε καθοριστικό βαθμό πρόσωπο, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία, κατάσταση ή αποτελεί αναγνωρίσιμο και αναμφισβήτητο γνώρισμά του: ανεξίτηλη ~. Η ~ του χρόνου. Τα βιβλία του φέρουν έντονα τη ~ της εποχής τους.|| (σήμα κατατεθέν:) Προϊόν με ~ ... 3. ΕΚΚΛΗΣ. η τελετή ανάληψης εκκλησιαστικού αξιώματος: ~ δωρεάς (του Αγίου Πνεύματος) (: το Άγιο Μύρο). ● Υποκ.: σφραγιδάκι (το): μόνο στη σημ. 1., σφραγιδούλα (η) ● ΦΡ.: βάζω/θέτω τη σφραγίδα (μου) {συνηθέστ. στον αόρ.} (μτφ.): διαδραματίζω αποφασιστικό, καθοριστικό ρόλο· είμαι ο δημιουργός ενός έργου: Έβαλε την προσωπική του ~ στην εκπαίδευση/στην ιστορία/στην τέχνη. Ο σκηνοθέτης έχει βάλει τη ~ του σε πολλές ταινίες., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) βλ. αφήνω [< 1: αρχ. σφραγίς 2: γαλλ. sceau 3: μτγν. ~]

τάξη

τάξητά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. τήρηση κανόνων, οργάνωση, μεθοδικότητα· κατ' επέκτ. εύρυθμη λειτουργία, κοινωνική ομαλότητα, νομιμότητα: ~ και καθαριότητα/νοικοκυροσύνη. Επιτέλους, έβαλε/μπήκε ~ εδώ μέσα! Στο σπίτι τους βασίλευε/επικρατούσε η απόλυτη ~. ΑΝΤ. ακαταστασία, αταξία.|| Έχει ~ στη δουλειά της (= είναι τακτική). Πβ. οργανωτικ-, συστηματικ-ότητα.|| Η κοινοβουλευτική ~ (: οι κανονισμοί που καθορίζουν τη λειτουργία της Βουλής). Η φυσική ~ των πραγμάτων. (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμική ~ και χάος.|| Αποκατάσταση/διασάλευση/διατήρηση/επαναφορά της ~ης. Μονάδες Αποκατάστασης ~ης (ακρ. ΜΑΤ). Διαφυλάσσω/επιβάλλω την ~. Πβ. ευταξία. ΑΝΤ. αναρχία. 2. υποδιαίρεση του κύκλου σπουδών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σχολικό έτος· συνεκδ. οι μαθητές ή/και ο διδάσκων, η αίθουσα διδασκαλίας: προπαρασκευαστική ~. Το αναλυτικό πρόγραμμα/τα βιβλία/τα μαθήματα/η ύλη κάθε ~ης. ~εις ένταξης/μικτής ικανότητας/υποδοχής (για αλλοδαπούς μαθητές). Επαναλαμβάνω/περνώ/χάνω την ~ (= δεν προβιβάζομαι). Πηγαίνει στην έκτη ~ του Δημοτικού/στην τρίτη ~ του Γυμνασίου/Λυκείου. Eίναι/πάνε στην ίδια ~ (= είναι συμμαθητές).|| (ειδικότ., στη φροντιστηριακή εκπαίδευση:) ~εις ενηλίκων (= τμήματα). Θα βγάλει/κάνει την ~ το καλοκαίρι.|| Οι μικρές/μεγάλες ~εις (: αναφορικά με την ηλικία των μαθητών). Αξιολόγηση/διαχείριση της ~ης. Επίσκεψη της ~ης στο μουσείο. Είναι πρώτος στην ~ (του).|| Η έδρα/τα θρανία/ο πίνακας της ~ης. Απουσιάζω από την ~.|| Εικονική-δυνητική ~ (= τηλε~). 3. θέση σε ιεραρχία: λογιστής/μηχανικός Α'/Β'/Γ' ~εως. Βλ. βαθμίδα, βαθμός. 4. κατηγορία σε σύστημα ταξινόμησης: η Τάξις των Θετικών Επιστημών/των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών/των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (: της Ακαδημίας Αθηνών).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~εις λαμπρότητας αστέρων.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) Η ~ των κολεόπτερων. Βλ. (συν)ομοταξία, υπερ~, υπο~.|| (ΜΑΘ.) Διαφορικές εξισώσεις πρώτης/ανώτερης ~ης.|| (ΧΗΜ.) Οργανική ένωση που ανήκει στην ~ των μονοσακχαριτών.|| (γενικότ.) Παρουσίαση εργογραφίας κατά χρονολογική ~ (= σειρά). 5. {συνήθ. στον πληθ.} οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά: διαφωνίες στις ~εις (= στους κόλπους/κύκλους) των εκπαιδευτικών/εργαζομένων σχετικά με ...|| (ειρων.) Η ευγενής/συμπαθής ~ των ... Πβ. σινάφι.|| Οι ~εις των προοδευτικών/συντηρητικών. Πβ. παράταξη.|| Οι ~εις της Ελληνικής Αστυνομίας.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρετεί στις ~εις των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις (= τα τάγματα) των Αγγέλων. 6. {στη γεν.} επίπεδο, είδος: προβλήματα διαφορετικής ~ης. Άλλης ~εως θέμα είναι το ... Πβ. κλάση2. 7. διάταξη, σχηματισμός: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή ~. Βλ. παράταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικής τάξης/τάξεως: που σχετίζεται με την ηθική: ζητήματα/θέματα/προβλήματα ~ ~. Για λόγους ~ ~. [< γαλλ. d'ordre moral] , ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη & η-τάξη: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οργάνωσης και διαχείρισης εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο που επιτρέπει τη συνεχή αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου. Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -εκπαίδευση, -μάθηση, -τάξη. [< αγγλ. e-class] , κοινωνική τάξη & τάξη: καθεμία από τις ομάδες που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση το οικονομικό ή μορφωτικό επίπεδο των μελών τους, τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ή/και το επάγγελμα: ανώτερη/μεσαία/κατώτερη ~ ~.|| Η αγροτική/άρχουσα/αστική/εργατική (= ο εργαζόμενος λαός)/κυβερνώσα/κυρίαρχη/λαϊκή ~. Η ~ των μικρομεσαίων. Οι ασθενέστερες (οικονομικά)/εύπορες/παραγωγικές/υψηλές/χαμηλές (εισοδηματικά) ~εις. Σύγκρουση των ~εων. ΣΥΝ. στρώμα (3), νέα τάξη (πραγμάτων): διαμόρφωση νέας κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά από σημαντικές μεταβολές στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα· γενικότ. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας: Δημιουργείται μια ~ ~.|| ~ ~ στην πολιτική. Πβ. νέα εποχή., πάλη των τάξεων & ταξική πάλη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, κυρ. ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης της ιστορίας., έννομη τάξη βλ. έννομος, η καθεστηκυία τάξη βλ. καθεστηκυία, όργανο της τάξης/τάξεως βλ. όργανο, τάξη μεγέθους βλ. μέγεθος ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη (επίσ.): του επισημαίνω ότι έχει υπερβεί τα όρια, τον υποχρεώνω να πειθαρχήσει. [< γαλλ. rappeler à l' ordre] , βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη & βάζω/μπαίνει τάξη σε κάτι: τακτοποιώ/διευθετείται: Βάζω σε τάξη τις ιδέες/τις σημειώσεις/τις σκέψεις μου. Βάλε τάξη στο δωμάτιο/στη ζωή σου. Το αρχείο μπήκε σε τάξη., πρώτος/δεύτερος τη τάξει (επίσ.): που βρίσκεται στα ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια, κατέχοντας την πρώτη/δεύτερη θέση: πρώτος ~ ~ αξιωματούχος/πολίτης του κράτους (= ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)/υπουργός (πβ. πρωτοκλασάτος)., της τάξεως/τάξης (+ γεν.): του ύψους, του επιπέδου: άνοδος/απώλειες/αύξηση/έλλειμμα/κέρδη/πλεόνασμα ~ ~ του ... %. Ποσό ~ ~ των δύο χιλιάδων ευρώ., διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης βλ. διασάλευση, ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω, μένω στην ίδια τάξη βλ. μένω, πρώτης τάξεως/τάξης βλ. πρώτος [< αρχ. τάξις ‘διάταξη ή γραμμή μάχης, παραγγελία, ρόλος, θέση, κοινωνική τάξη’, γαλλ. ordre, classe]

τελεία

τελείατε-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης (.) που συνήθ. δηλώνει το τέλος περιόδου λόγου ή αποτελεί σύμβολο σε ειδικές γλώσσες· γενικότ. κουκκίδα: (ΓΡΑΜΜ.) χρήση της ~ας στα ακρωνύμια/στις συντομογραφίες. ΣΥΝ. στιγμή. Βλ. αποσιωπητικά, εισαγωγικά, ερωτηματικό, θαυμαστικό, κόμμα, παρένθεση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ., σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις:) ... ~ com. Πβ. ντοτ κομ.|| (ΦΥΣ.) Κβαντικές ~ες (: μικροσκοπικοί σβόλοι ημιαγωγών).|| (μτφ.) Το νησί μου, μια ~ στον χάρτη. 2. ΜΟΥΣ. σύμβολο της βυζαντινής παρασημαντικής, που χρησιμοποιείται στην απαγγελία του Ευαγγελίου και του Αποστόλου και γράφεται με κόκκινο μελάνι. ● Υποκ.: τελίτσα (η) 1. στη σημ. 1. 2. {στον πληθ.} είδος παιχνιδιού σε έντυπο (όπως περιοδικό με σταυρόλεξα) με αριθμημένες τελείες που ενώνονται για να σχηματίσουν μια εικόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία & διπλή τελεία & άνω και κάτω στιγμή: ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (:) που δηλώνει είτε ότι ακολουθεί αυτούσιο απόσπασμα άλλου κειμένου είτε ότι τα επόμενα επεξηγούν τα προηγούμενα., άνω τελεία: σημείο στίξης (·) που δηλώνει παύση μεγαλύτερης διάρκειας από το κόμμα και μικρότερης από την τελεία. Βλ. ημιπερίοδος1., τρεις τελείες: αποσιωπητικά (...). ● ΦΡ.: βάζω μια (άνω) τελεία (μτφ.-προφ.): διακόπτω προσωρινά: Έχουν βάλει ~ ~ στην υπόθεση., βάζω τελεία (μτφ.-προφ.): δίνω οριστικό τέλος σε ένα θέμα: Βάλε ~ και προχώρα παρακάτω., μέχρι τελείας: πιστά, επακριβώς: εφαρμογή της νομοθεσίας ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι κεραίας, τελεία και παύλα (μτφ.-εμφατ.-προφ.): για δήλωση οριστικού τέλους, οριστικής απόφασης χωρίς περιθώρια υπαναχώρησης: Δεν θα πας πουθενά, ~ ~! ΣΥΝ. τέρμα και τελείωσε/τελείωσε/πάει (και) τέλειωσε, τελίτσες τελίτσες (προφ.): αποσιωπητικά· λέγεται ή γράφεται για να μην αναφερθεί κάτι απρεπές. [< μτγν. τελεία (στιγμή), γαλλ. point, αγγλ. dot]

τέλος

τέλοςτέ-λος ουσ. (ουδ.) {τέλ-ους | -η, -ών} 1. συμπλήρωση μιας περιόδου ή μιας διαδικασίας ή/και το σημείο ολοκλήρωσής τους: το ~ της διορίας/της σεζόν (πβ. κλείσιμο). Το ~ της εβδομάδας/της μέρας (πβ. δύση). Μετά/μέχρι/πριν το ~ του χειμώνα/του χρόνου. Στο ~ (= στην εκπνοή) του προηγούμενου αιώνα. Περί τα/στα ~η της δεκαετίας.|| (ΘΕΟΛ.) Ως το ~ των αιώνων (: τη Δευτέρα Παρουσία).|| Το ~ των μαθημάτων/των σπουδών (= πέρας). Το ~ των εχθροπραξιών/του πολέμου. Στο ~ του αγώνα. Πβ. λήξη, παύση.|| Ταινία με καλό ~ (= χάπι εντ). Άκουσα μόνο το ~ της ομιλίας/της συζήτησης (πβ. επίλογος). Η υπόθεση είχε αίσιο/άσχημο/κακό ~ (= έκβαση, κατάληξη, φινάλε). ΑΝΤ. αρχή (1), έναρξη 2. ακρότατο όριο: το ~ του (δια)δρόμου/της ευθείας/του κουβαριού (πβ. άκρη). Το όνομά του βρίσκεται στο ~ της λίστας. Οι υποσημειώσεις μπαίνουν στο ~ κάθε σελίδας. Πβ. άκρο. ΑΝΤ. αρχή (1) 3. παύση, τερματισμός μιας κατάστασης ή εξέλιξης· ξόδεμα, εξάντληση: επικείμενο ~. ~ των διαπραγματεύσεων (πβ. αναστολή). Όλα (τα ωραία) έχουν ένα ~ (: κάποια στιγμή τελειώνουν). Το (οριστικό) ~ ενός γάμου/μιας σχέσης. Το ~ της ανθρωπότητας/μιας αυτοκρατορίας (πβ. αφανισμός, παρακμή, πτώση). Το ~ της αθωότητας/της ελπίδας/ενός θρύλου. Ιστορία χωρίς ~. Δίχως ~ ο κύκλος της βίας (πβ. διακοπή). Η καριέρα του αγγίζει το/φτάνει στο ~ της. Η ταλαιπωρία μας δεν έχει ~. ΑΝΤ. αφετηρία.|| (προφ., για δήλωση αποφασιστικότητας:) Διακοπές ~! Δεν το συζητώ άλλο, ~! Πβ. τέρμα.|| Το ~ των αποθεμάτων. 4. (μτφ.) θάνατος: Βρήκε άδοξο/πρόωρο/τραγικό ~ (πβ. χαμός). Αισθάνεται/περιμένει το ~ του (πβ. μοιραίο). Έμειναν μαζί ως το ~ της ζωής τους. 5. ΟΙΚΟΝ. φόρος: ανταποδοτικό/ειδικό/ενιαίο/ετήσιο ~. ~ ακίνητης περιουσίας. ~ τερματισμού κλήσης (: στην κινητή τηλεφωνία). Δημοτικά/ταχυδρομικά ~η. Αυξημένα ~η κυκλοφορίας. Καταβολή/πληρωμή ~ους. Είσπραξη/κατάργηση ~ών. Πβ. δασμός. 6. (ως επίρρ.) τελικά: Τόνισε, ~, τη σημασία του προγράμματος για ... ΣΥΝ. εν κατακλείδι ● ΣΥΜΠΛ.: τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης βλ. τίτλος, το τέλος της ιστορίας βλ. ιστορία ● ΦΡ.: βάζω/δίνω/θέτω (ένα) τέλος/τέρμα & μπαίνει (ένα)/λαμβάνει/παίρνει τέλος: τερματίζω· κάτι παύει να υφίσταται: Έτοιμοι να βάλουν/δώσουν (ένα) ~ στη διαφθορά.|| Καιρός να δοθεί/μπει (ένα) ~ στην ταλαιπωρία των πολιτών. Αυτή η κατάσταση πρέπει να πάρει τέλος (: να διευθετηθεί οριστικά). [< γαλλ. mettre/prendre fin] , εντέλει & εν τέλει (λόγ.): στο τέλος, τελικά: Απέφευγε να μιλήσει, αλλά, ~ ~, το παραδέχτηκε.|| Τι είναι, ~ ~ (= τέλος πάντων), σωστό και λάθος; [< αρχ. φρ. ἐν τέλει, γαλλ. à la fin] , η αρχή του τέλους: η έναρξη της τελικής φάσης μιας κατάστασης, συνήθ. για επικείμενη καταστροφή: Σήμανε ~ ~ για το καθεστώς. Πβ. αντίστροφη μέτρηση. [< γαλλ. le commencement de la fin] , ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου): έφτασε η στιγμή της καταστροφής, του θανάτου: Μην πανικοβάλλεσαι, δεν ~ και το τέλος του κόσμου!|| (απειλητ.) Τι πήγες κι έκανες; Ήρθε το τέλος σου!, μέχρι τέλους: ως το τέλος, μέχρι την τελευταία στιγμή: Διεκδίκησαν τη νίκη ~ ~. Πάλεψε με τον καρκίνο ~ ~ (= μέχρι το θάνατό του). ΣΥΝ. μέχρι(ς) εσχάτων, στο τέλος: τελικά: Να δούμε τι θα γίνει ~ ~!, στο τέλος τέλος (προφ.): άλλωστε, στο κάτω κάτω: Μην ντρέπεσαι που δεν το ξέρεις· ~ ~, όλοι για να μάθουμε έχουμε έρθει., τέλος εποχής 1. οι τελευταίες ημέρες σε οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες, ιδ. για πωλήσεις εποχικών προϊόντων: εκπτώσεις/προσφορές λόγω ~ους ~. 2. για κάτι που, ύστερα από μακρόχρονη παρουσία, σταμάτησε να υπάρχει ή να λειτουργεί: ~ ~ για την εταιρεία (= έκλεισε). [< αγγλ. end of an era] , τέλος και τω Θεώ δόξα: έκφραση ανακούφισης σε περιπτώσεις καλής έκβασης, όλα τελείωσαν αισίως., τέλος πάντων & τελοσπάντων (ως επιφών.): έκφραση αγανάκτησης, ανακούφισης, συμβιβασμού· επιτέλους: Ποιος είναι, ~ ~, ο υπεύθυνος εδώ; Δεν μου αρέσει, αλλά ~ ~. Πβ. εν πάση περιπτώσει, τέσπα., από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, βάζει/δίνει/θέτει τέλος/τέρμα στη ζωή του βλ. ζωή, δεν έχει αρχή και τέλος βλ. αρχή, με αρχή, (μέση) και τέλος βλ. αρχή, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, σήμανε (το) τέλος βλ. σημαίνει, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω, στο τέλος της ημέρας βλ. ημέρα, τέλος καλό, όλα καλά βλ. καλός [< αρχ. τέλος ‘λήξη, περάτωση, σκοπός, πεπρωμένο, φόρος’]

τραπέζι

τραπέζιτρα-πέ-ζι ουσ. (ουδ.) {τραπεζ-ιού} 1. έπιπλο που αποτελείται από μία οριζόντια επιφάνεια και τη βάση της, συνήθ. με τέσσερα πόδια: αναδιπλούμενο/βοηθητικό/γυάλινο/μακρόστενο/μαρμάρινο/μεταλλικό/ξύλινo/οβάλ/ορθογώνιο/περιστρεφόμενο/σκαλιστό/σταθερό/στρογγυλό (= ροτόντα)/τετράγωνο/τροχήλατο/χαμηλό/χειροποίητο ~. (Πτυσσόμενο) ~ κουζίνας με τέσσερις καρέκλες. ~ με τρία πόδια. ~ από ξύλο καρυδιάς. ~ με εδέσματα/μεζέδες/ποτά. ~ βεράντας/κήπου/κουζίνας/σαλονιού/τραπεζαρίας/φαγητού. Κάθισαν γύρω από το ~/στο ~. Σηκώθηκαν από το ~. Έκατσε στην κεφαλή/στην κορυφή του ~ιού.|| Tο ~ είναι έτοιμο (= στρωμένο).|| Χειρουργικό ~. ~ εργασίας (πβ. πάγκος)/κοπής/μπιλιάρδου/πινγκ πονγκ/πόκερ/συνεδριάσεων/συσκέψεων/τηλεόρασης.|| (σε χώρο εστίασης, καφέ, μπαρ ή κέντρο διασκέδασης) Κράτηση ~ιού. Δεν υπάρχει διαθέσιμο/ελεύθερο ~. Έχετε ~ για δύο/τέσσερα άτομα;|| (συνεκδ.) Το ~ στο βάθος ζήτησε τον λογαριασμό (: οι πελάτες που κάθονται σ' αυτό). 2. (συνεκδ.) φαγητό, γεύμα, δείπνο: γιορτινό/επίσημο/καθημερινό/οικογενειακό/πασχαλινό/πρωτοχρονιάτικο/σαρακοστιανό/φιλικό/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ της Καθαράς Δευτέρας. Το ~ (= γλέντι) του γάμου. Από την παραγωγή στο ~ του καταναλωτή. Τα φρούτα δεν πρέπει να λείπουν από το ~ μας. Τους έχουν καλέσει σε ~.|| Δεν μιλάμε στο ~ (= την ώρα του φαγητού). 3. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) επίσημος διάλογος που πραγματοποιείται με συγκεκριμένους στόχους: το ~ των διαβουλεύσεων/της συνόδου. Tο σχέδιο θα τεθεί εκ νέου στο ~ των διαπραγματεύσεων. Οι δύο πλευρές κάθισαν για πρώτη φορά στο ίδιο ~.|| Έριξε στο ~ το θέμα/την ιδέα/την πρόταση ... (: έφερε το θέμα για συζήτηση, υπέβαλε την πρόταση). Πβ. τράπεζα. ● Υποκ.: τραπεζάκι (το), τραπεζίδιο (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη τσόχα βλ. τσόχα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός ● ΦΡ.: βρήκε στρωμένο τραπέζι: απέκτησε ή πέτυχε κάτι, χωρίς να κουραστεί: Προσπάθησε πολύ στη ζωή του, δεν ~ ~ από κανέναν., κάνω σε κάποιον το τραπέζι/έχω τραπέζι: παραθέτω γεύμα ή δείπνο: Μας έκανε το ~ (: κέρασε) για τη γιορτή της. Μας έχει ~ σήμερα η πεθερά μου. Πβ. τραπεζώνω., κάτω από το τραπέζι (μτφ.): με κρυφό, παράτυπο ή παράνομο τρόπο: συμφωνίες/συναλλαγές ~ ~. Πήρε ... ευρώ/χρήματα ~ ~., μαζεύω/ξεστρώνω το τραπέζι & σηκώνω το τραπέζι: αφαιρώ τα σκεύη του φαγητού ή και το τραπεζομάντιλο μετά το τέλος του γεύματος: Μάζεψε το ~ και έφτιαξε καφέ., πρώτο τραπέζι πίστα: τραπέζι που είναι μπροστά στην πίστα νυχτερινού κέντρου· κατ' επέκτ. μπροστινή θέση: Έκλεισε/έπιασαν/κάθισαν ~ ~.|| Ήταν ~ ~ στο γήπεδο. Βλ. πρώτη μούρη., στρώνω/βάζω (το) τραπέζι: απλώνω το τραπεζομάντιλο και τοποθετώ στο τραπέζι τα απαραίτητα για το φαγητό: Τους έβαλε ~ να φάνε., τραπέζι των διαπραγματεύσεων βλ. διαπραγμάτευση, τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών βλ. συζήτηση [< μεσν. τραπέζιν < αρχ. τραπέζιον]

τσέπη

τσέπητσέ-πη ουσ. (θηλ.) 1. μέρος συνήθ. ρούχου που μοιάζει με θήκη και χρησιμοποιείται κυρ. για την τοποθέτηση μικρών αντικειμένων: κρυφή/μπροστινή/πίσω/πλαϊνή/τρύπια ~. ~ καγκουρό (: με δύο ανοίγματα για τα χέρια)/με φερμουάρ. Οι ~ες του μπουφάν/παντελονιού. Σακάκι με μικρές/χωρίς ~ες. Έβαλε το πορτοφόλι στην/έβγαλε το σημείωμα από την ~. Του έπεσαν τα κλειδιά από την ~. Περπατά με τα χέρια στις ~ες. Δεν έχω φράγκο στην ~ (= είμαι άφραγκος). Βλ. κωλότσεπη.|| Τσάντα με εξωτερικές ~ες. Σακίδιο/χαρτοφύλακας με εσωτερικές ~ες.|| ~ες στις πλάτες καθισμάτων. 2. (μτφ.) εισόδημα, οικονομική κατάσταση: λύσεις για κάθε ~/για όλες τις ~ες. Έβαλε/ξόδεψε/πλήρωσε από την ~ της χιλιάδες ευρώ. Οι αυξήσεις στις τιμές των οπωροκηπευτικών καίνε/πλήττουν την ~ των καταναλωτών. Δεν θα επιβαρυνθεί η ~ μας. Τα λεφτά θα πάνε στις ~ες των λίγων. Πβ. βαλάντιο, πορτοφόλι.τσέπης: για αντικείμενο που έχει μικρές διαστάσεις και κατ' επέκτ. για καθετί που είναι μικρότερο από το κανονικό: αριθμομηχανή/βιβλίο/ημερολόγιο/φακός ~.|| Ρολόγια χειρός και ~ης.|| Θωρηκτό/υποβρύχιο ~. ● Υποκ.: τσεπάκι (το): στη σημ. 1., τσεπούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθιές τσέπες (μτφ.): οικονομική ευρωστία: πελάτες με (αρκετά) ~ ~. Οι έχοντες ~ ~., γεμάτη/φουσκωμένη τσέπη (μτφ.): οικονομική άνεση, πολλά χρήματα: Διαθέτει/έχει ~ ~. Με ~ ~ έφυγε για το εξωτερικό. Πβ. γερό/μεγάλο πορτοφόλι., πάρκο τσέπης βλ. πάρκο, υπολογιστής τσέπης βλ. υπολογιστής ● ΦΡ.: (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου (μτφ.-προφ.): (δεν) έχω την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω κάτι: Το νοίκι είναι πολύ ακριβό, δεν το ~ ~. Θα αγοράσει το αυτοκίνητο τώρα που το ~ ~ του., βάζω στην τσέπη (μτφ.): τσεπώνω: Έβαλε ~ εκατομμύρια ευρώ., έχει καβούρια στην τσέπη/η τσέπη του (ειρων.): είναι τσιγκούνης. Πβ. καβουροτσέπης, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος., έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου (μτφ.-προφ.): τον έχω υπό τον έλεγχό μου: Με έχει ~ ~ της και με κάνει ό,τι θέλει. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη.|| (για πράγμα) Έχει το βραβείο/την επιτυχία ~ ~ του (: είναι σίγουρος νικητής)., κοιτάει (μόνο) την τσέπη του (προφ.): ενδιαφέρεται μόνο για το συμφέρον του, συνήθ. οικονομικό., ματώνει η τσέπη (κάποιου) (μτφ.-προφ.): είναι υποχρεωμένος να πληρώσει αδρά, για να αποκτήσει κάτι., με άδειες τσέπες (προφ.): χωρίς χρήματα: γιορτές/διακοπές ~ ~. Γύρισε σπίτι/έμεινε/έφυγε ~ ~., τα σάβανα δεν έχουν τσέπες (γνωμ.): για να δηλωθεί η ματαιότητα συσσώρευσης υλικών αγαθών., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη βλ. χέρι, έχει τα δάκρυα/το δάκρυ στο τσεπάκι/στην τσέπη βλ. δάκρυ, με τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, οι τσέπες του είναι τρύπιες/έχει τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, σε μέγεθος τσέπης βλ. μέγεθος [< τουρκ. cep, αγγλ. pocket]

υπογραφή

υπογραφή[ὑπογραφή] υ-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ιδιόχειρη και συνήθ. συντομευμένη αναγραφή του ονοματεπώνυμου: δυσανάγνωστη/καλλιτεχνική/χαρακτηριστική ~. Πλαστογράφηση της ~ής. Απαιτείται η ~ (του κηδεμόνα). Κείμενο χωρίς ~ (= ανυπόγραφο). Το έγγραφο δεν προωθείται χωρίς την ~ του αρμόδιου υπαλλήλου. Οι γονείς μαζεύουν/συγκεντρώνουν ~ές για την κατασκευή σχολείου στην περιοχή (: ως μέσο άσκησης πίεσης στην πολιτεία). Πβ. τζίφρα.|| (εμφατ.) Δεν ξέρει (ούτε) την ~ του να βάλει (: είναι εντελώς αγράμματος).|| (μτφ.) Προϊόντα/ρούχα με ~ (: από γνωστό σχεδιαστή ή επώνυμη μάρκα, πβ. σινιέ).|| (μτφ.) Τιμώ την ~ μου (: είμαι συνεπής σε κάτι για το οποίο έχω δεσμευτεί). 2. (κατ' επέκτ.) επικύρωση εγγράφου ή συμφωνίας: ~ ανακωχής/ειρήνης/πρωτοκόλλου/σύμβασης/συμβολαίου/συνεργασίας/συνθήκης. Δικαίωμα ~ής. Η υπουργική απόφαση είναι έτοιμη προς ~. Kαθυστερεί η ~ για τη δημοπράτηση του έργου. Βλ. προσ~, συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή: ΠΛΗΡΟΦ. το ισοδύναμο της ιδιόχειρης υπογραφής, το οποίο παρέχει εγγύηση για την αυθεντικότητα του περιεχομένου μηνυμάτων ή εγγράφων που διακινούνται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital/electronic signature, 1976] , το γνήσιο(ν) της υπογραφής βλ. γνήσιος ● ΦΡ.: βάζω/δίνω την υπογραφή μου (για κάποιον/κάτι): συμφωνώ, εγκρίνω κάτι ή εγγυώμαι προσωπικά για κάποιον: Για την τιμιότητά του βάζω εγώ ~. Πβ. προσυπογράφω., πέφτουν (οι) υπογραφές (προφ.): συνάπτεται και επικυρώνεται συμφωνία: ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. Χτες το βράδυ έπεσαν ~ με τον νέο παίκτη της ομάδας. [< 1: μτγν. ὑπογραφή, 2: γαλλ. signature]

φερμουάρ

φερμουάρφερ-μου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανισμός σε ρούχα ή αξεσουάρ που αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές μεταλλικών ή πλαστικών δοντιών, τα οποία ενώνονται ή χωρίζονται, όταν μια μικρή λαβή σύρεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω αντίστοιχα: αδιάβροχο ~ (αρβύλας/παντελονιού/υπνόσακου). Κασετίνα/μπότες/πορτοφόλι/τσαντάκι/φούτερ με ~. Σακίδιο με πλευρικά ανοιγόμενα ~ (βλ. τσέπες). Ανεβάζω/κατεβάζω/κλείνω/(ξε)κουμπώνω το ~. Κόλλησε/φράκαρε το ~. ● ΦΡ.: βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): του αφαιρώ το δικαίωμα να μιλά ελεύθερα. [< γαλλ. fermoir]

φουρνέλο

φουρνέλοφουρ-νέ-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): τρύπα που ανοίγεται σε βράχο για τοποθέτηση εκρηκτικής ύλης· κυρ. συνεκδ. εκρηκτικό, δυναμίτης: Διάνοιξη σήραγγας/εξόρυξη (μεταλλεύματος) με ~α. Τα ~α προκάλεσαν κατολίσθηση. Βλ. εκβραχισμός. ● ΦΡ.: βάζω φουρνέλο (σε κάποιον/κάτι) (μτφ.): υπονομεύω: Μέτρα που ~ουν ~ στα εργασιακά δικαιώματα/στους χαμηλόμισθους. Πβ. δυναμιτίζω, πυροδοτώ, σαμποτάρω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα, υποσκάπτω. [< ιταλ. fornello]

φτερό

φτερόφτε-ρό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) πτερό 1. ΖΩΟΛ. -ΟΡΝΙΘ. καθένας από τους σχηματισμούς που καλύπτουν και προστατεύουν το σώμα των πτηνών και με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να πετούν, να επιπλέουν στο νερό και να διατηρούν σταθερή τη θερμοκρασία τους· αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, το κάτω μέρος του οποίου είναι γυμνό (κάλαμος), ενώ το επάνω (ράχη) φέρει αριστερά και δεξιά μύστακες που ενώνονται μεταξύ τους: πλουμιστά ~ά. Τα ~ά του παγονιού/της πάπιας/της χήνας. ~ά και πούπουλα (βλ. φτέρωμα). Βλ. πτερόρροια, πτεροφυΐα.|| Πένα από ~. Καπέλο με ~ά. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} φτερούγα: πληγωμένα ~ά. Τα ~ά των πουλιών. Το άνοιγμα των ~ών του αετού.|| Τα ~ά της μύγας/της πεταλούδας.|| Τα ~ά των αγγέλων/του δράκου.|| (μτφ.) Με τα ~ά του έρωτα/της φαντασίας/της ψυχής. 3. (κατ' επέκτ.) ό,τι μοιάζει με φτερό ή φτερούγα: βλάβη στο αριστερό ~ (= πτέρυγα) του αεροσκάφους. Τα ~ά του ανεμιστήρα (= πτερύγια, φτερωτή)/ανεμόμυλου.|| Σερβιέτες με ~ά (προστασίας). 4. τμήμα του αμαξώματος που καλύπτει το επάνω μέρος των τροχών οχήματος: το μπροστινό/πίσω ~ του αυτοκινήτου/της μηχανής. Βαθούλωμα/βούλιαγμα στο ~. ~ά ποδηλάτου. 5. ΑΘΛ. το μπαλάκι του μπάντμιντον. 6. ξεσκονιστήρι. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορία φτερού 1. ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) κατηγορία βάρους στην οποία κατατάσσονται πυγμάχοι που ζυγίζουν από 55 μέχρι 57 κιλά: πρωταθλητής στην ~ ~. 2. (μτφ.-προφ.) για κάποιον πολύ αδύνατο ή κάτι πολύ ελαφρύ., το φτερό της επίθεσης: ΑΘΛ. το άκρο της επιθετικής γραμμής ποδοσφαιρικής ομάδας: Στο αριστερό/δεξί φτερό ~ έπαιζε/ήταν ο ... ● ΦΡ.: ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) (μτφ.) 1. ανεξαρτητοποιούμαι, κάνω μια νέα αρχή: Είναι καιρός να ανοίξεις τα ~ σου και να γνωρίσεις τον κόσμο. 2. επεκτείνω τις δραστηριότητές μου: Η εταιρεία ετοιμάζεται να απλώσει τα ~ της στο εξωτερικό., βάζω φτερά (στα πόδια) (μτφ.) 1. αρχίζω να τρέχω γρήγορα: Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε (= έγινε πύραυλος). 2. εμψυχώνω: Το γκολ έβαλε ~ στα πόδια των γηπεδούχων., βγάζω φτερά (μτφ.-προφ.): φεύγω γρήγορα: Μόλις κατάλαβε τι τον περίμενε, έβγαλε ~ (= την έκανε, έγινε καπνός/Λούης)., δίνω φτερά (σε κάποιον) (μτφ.): ενθαρρύνω: Η επιβράβευση ~ει ~ στους μαθητές να συνεχίσουν την προσπάθεια., κάνει φτερά (μτφ.-προφ.): εξαφανίζεται, συνήθ. λόγω κλοπής: Κοσμήματα ανυπολόγιστης αξίας έκαναν ~.|| Τα λεφτά έχουν κάνει ~ (= εξανεμιστεί)., κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου (μτφ.): αποθαρρύνω, απογοητεύω: Η αποτυχία τού έκοψε ~. ΣΥΝ. κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον), με κομμένα/πεσμένα (τα) φτερά & με τα φτερά κομμένα (μτφ.): αποθαρρυμένος, χωρίς αυτοπεποίθηση: Μετά την ήττα της, η ομάδα συνεχίζει ~ ~., πετώ με τα δικά μου φτερά (μτφ.): στηρίζομαι στις δυνάμεις μου, τα καταφέρνω μόνος μου: Είναι σε ηλικία που μπορεί πια να ~άξει με τα δικά του ~., στο φτερό (προφ.): βιαστικά, πολύ γρήγορα, αμέσως: Συναντιόμαστε πάντα ~ ~. Έκαναν τη δουλειά/πήρα την απόφαση ~ ~ (= στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς-φιτίλι/τάκα-τάκα). ΣΥΝ. στα γρήγορα, στα πεταχτά, φτερό στον άνεμο βλ. άνεμος, φύλλο (και) φτερό βλ. φύλλο [< μεσν. φτερό(ν) < αρχ. πτερόν 3,4: γαλλ. aile]

φωτιά

φωτιάφω-τιά ουσ. (θηλ.) 1. έκλυση θερμότητας και φωτός, η οποία είναι αποτέλεσμα της καύσης εύφλεκτων υλικών: η ανακάλυψη/ιστορία της ~ιάς. Το κόκκινο της ~ιάς. Οι τέχνες της ~ιάς (π.χ. κεραμική, μεταλλουργία). Το πήδημα (: έθιμο την παραμονή του γενέθλιου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου)/ο χορός της ~ιάς. Ξύλα για ~. Ανάβω/διατηρώ/σβήνω τη ~. Κάθομαι κοντά στη ~. Ο αέρας δυναμώνει τη ~. Πβ. πυρά.|| Μήπως έχετε ~/μου δίνετε τη ~ σας (: αναπτήρα ή σπίρτα); 2. πηγή θερμότητας κατάλληλη για μαγείρεμα φαγητού: Βράζω/τηγανίζω/ψήνω κάτι σε δυνατή/μεσαία/μέτρια/σιγανή ~. Βγάζω/κατεβάζω την κατσαρόλα από τη ~. Σβήνω/χαμηλώνω τη ~. Ανακατέψτε τη σάλτσα σε χαμηλή ~ μέχρι να πήξει. Πβ. εστία, μάτι. 3. (συνεκδ.) φλόγα: η ~ του αναπτήρα. Γλώσσες ~ιάς τύλιξαν το κτίριο (πβ. πύρινη γλώσσα). 4. (προφ.) πυρκαγιά: καταστροφική/μεγάλη/μικρή ~. Ανίχνευση (= πυρανίχνευση)/εστίες/κίνδυνος/πρόκληση/συναγερμός ~ιάς. Υλικά ανθεκτικά στη ~ (πβ. αλεξίπυρα, πυρίμαχα). Αντιμετώπιση/εξάπλωση/καταπολέμηση/κατάσβεση της ~ιάς. Η ~ είναι εκτός ελέγχου/τέθηκε υπό έλεγχο. Σε βραχυκύκλωμα/εμπρησμό οφείλεται η ~ που ξέσπασε ... Η Πυροσβεστική έσβησε αμέσως τη ~. Μαίνεται η ~ στη ... Πβ. εμπρησμός, πυρ.|| (ως κραυγή βοήθειας ή προειδοποίησης σε περίπτωση πυρκαγιάς:) ~! 5. (μτφ.) ένταση και συνεκδ. ό,τι την προκαλεί: πολιτικές ~ιές.|| Η ~ της επανάστασης/μάχης. Πβ. αναβρασμός.|| Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα. Πβ. πάθος.|| (για πρόσ.) Αυτή η κοπέλα είναι σκέτη ~ (: ακαταμάχητη).|| (ως παραθετικό σύνθ.) Αυξήσεις-~ (= υπερβολικά μεγάλες). Απόφαση/έγγραφο/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. καταπέλτης). Νέα στοιχεία-~ για την υπόθεση (πβ. συνταρακτικός). Ματς-~ (: πολύ κρίσιμο). Γυναίκα-~ (= εκρηκτική, εντυπωσιακή). ● Υποκ.: φωτίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο ● ΦΡ.: ανάβει φωτιά/φωτιές (μτφ.) 1. προκαλεί εντάσεις, ταράζει: ~ει ~ στα νοικοκυριά η αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Η δήλωση του βουλευτή ~ψε ~ στους κόλπους της παράταξης. 2. αναστατώνει, προκαλεί ερωτική διέγερση: ~ψε ~ με τη σέξι εμφάνισή της., βάζω το χέρι μου στη φωτιά (μτφ.): είμαι εντελώς σίγουρος για κάποιον ή κάτι: ~ ~ γι' αυτούς τους ανθρώπους (: μπορώ να εγγυηθώ γι' αυτούς).|| (συνήθ. με άρνηση:) Δεν ~ ~, αλλά είναι πολύ πιθανό αυτό που λέω. Δεν βάζω και ~ ότι λέει την αλήθεια. Πβ. κόβω το κεφάλι μου. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο (1), παίρνω όρκο [< γαλλ. mettre la main au feu] , βάζω φωτιά/φωτιές 1. καίω, πυρπολώ: ~ φωτιά σε δάσος/σπίτι. ~ φωτιά με σπίρτα. Άγνωστοι έβαλαν φωτιά σε σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ταραχή, διαμάχη: Με τις προκλητικές δηλώσεις του έβαλε ~ιές. Πβ. δυναμιτίζω., πετάω φωτιές/φωτιά (μτφ.): είμαι εξαιρετικός σε κάτι: Η ομάδα/ο παίκτης ~ει ~., πήρε φωτιά ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για κάποιον που πρέπει να ασχοληθεί με επείγοντα θέματα ή που είναι βιαστικός., πιάνω/παίρνω φωτιά 1. {στο γ' πρόσ.} καίγομαι, φλέγομαι: Το αεροσκάφος έπιασε ~ κατά την προσγείωση. Το δάσος πήρε ~. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί ένταση: Πήρε ~ το πρωτάθλημα. Πήραν ~ τα τηλέφωνα (: έγιναν πάρα πολλά τηλεφωνήματα). 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί μεγάλη αύξηση συνήθ. της τιμής: Τα ακίνητα/επιτόκια παίρνουν ~. 4. (μτφ.) εκνευρίζομαι, θυμώνω: Παίρνεις εύκολα ~ και δεν ακούς τι σου λέω. Καλά ντε, μην ~εις αμέσως ~!, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει (παροιμ.): με τη σκληρή τιμωρία συμμορφώνεται κανείς., φωτιά στη φωτιά (μτφ.): βίαιη συνήθ. αντίδραση που απαντά σε παρόμοια δράση., άρπαξε φωτιά βλ. αρπάζω, βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά βλ. κάστανο, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, παίζω με τη φωτιά βλ. παίζω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πέφτω (και) στη φωτιά βλ. πέφτω, ρίχνω λάδι στη φωτιά βλ. λάδι, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά και λάβρα βλ. λάβρα, φωτιά και τσεκούρι βλ. τσεκούρι, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, φωτιά στα κόκκινα! βλ. κόκκινος, φωτιά στα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι [< μεσν. φωτία < αρχ. φῶς, φωτός, γαλλ. feu]

χακί

χακίχα-κί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαμβακερό ή μάλλινο ύφασμα, χρώματος ανάμεσα στο θαμπό πράσινο και το κίτρινο-καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή στρατιωτικών στολών· συνεκδ. το αντίστοιχο χρώμα: (κ. ως επίθ.) ~ παντελόνι/σακίδιο. Πβ. λαδί, σταχτοπράσινος. ● ΦΡ.: ντύνομαι στα/στο χακί & βάζω/φορώ τα/το χακί (προφ.): πάω φαντάρος. Βλ. φανταρίστικα. [< γαλλ. kaki, 1898]

χαλί

χαλίχα-λί ουσ. (ουδ.) {χαλ-ιού | -ιών}: κάλυμμα δαπέδου από φυσικές ή συνθετικές ίνες: λεπτό/παχύ/χοντρό (βλ. φλοκάτη) ~. Μακρόστενο (= διάδρομος)/μικρό (= ταπέτο, χαλάκι) ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά/μάλλινα (βλ. καρπέτα)/μεταξωτά (βλ. μπουχάρα)/μηχανοποίητα/μοντέρνα/παιδικά/περσικά/υφαντά (βλ. κιλίμι)/χειροποίητα ~ιά. ~ με σχέδια. Οι διαστάσεις/οι κόμποι/τα κρόσσια/η ούγια/το πέλος του ~ιού. Στρώσιμο των ~ιών (τον χειμώνα). Καιρός να σηκώσουμε τα ~ιά. Έστειλε τα ~ιά στο καθαριστήριο. Πβ. τάπητας. Βλ. κουρελού, μοκέτα, στρωσίδι.|| Τοίχοι καλυμμένοι με ~ιά. Πβ. ταπισερί.|| Το ιπτάμενο/μαγικό ~ (των παραμυθιών).|| (μτφ.) Μουσικό ~ που συνοδεύει την ταινία (βλ. σάουντρακ, υπόκρουση). Μπροστά τους απλωνόταν ένα πολύχρωμο ~ από λουλούδια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο χαλί: συνήθ. στην είσοδο κτιρίου, για την υποδοχή επίσημων προσώπων σε εκδήλωση: Ο γνωστός ηθοποιός περπάτησε/πόζαρε στο ~ ~ (: έξω από αίθουσα κινηματογραφικού φεστιβάλ).|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Του έστρωσαν το ~ ~ (: τον υποδέχτηκαν με επισημότητα και τιμές). [< αγγλ. red carpet, 1934] ● ΦΡ.: (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις (μτφ.-προφ.): κάνει πρόθυμα οτιδήποτε του ζητήσουν: Για τους φίλους του, ~ ~., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί (μτφ.): αποσιωπώ, αποκρύπτω κάτι άσχημο ή δυσάρεστο ή το διευθετώ βιαστικά και πρόχειρα: Έβαλαν/έκρυψαν/έσπρωξαν το σκάνδαλο ~ ~ (= το κουκούλωσαν)., στρώνει το χαλί (μτφ.): διαμορφώνει εκ των προτέρων τις συνθήκες, προετοιμάζει το έδαφος: Με τη συνέντευξή του έστρωσε ~ για τις εκλογές., τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου (μτφ.): τον υπονομεύει. [< τουρκ. halı]

χεράκι

χεράκιχε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (οικ.) χέρι: Γλυκό από τα χρυσά ~ια της μαμάς.|| (μτφ.) ~ φαγούρας (πβ. ξυστήρι πλάτης). 2. χειρολαβή: τσάντες με εύκαμπτο πλαστικό ~. ΣΥΝ. χερούλι 3. η σπάλα του αρνιού ή του κατσικιού. 4. {κυρ. στον πληθ.} μικρό μαξιλαράκι, ανατομικά σχεδιασμένο για την εκγύμναση των χεριών κατά την προπόνηση των κολυμβητών: ~ια κολύμβησης. 5. ΠΛΗΡΟΦ. (στην οθόνη του υπολογιστή) ο κέρσορας με τη μορφή λευκού χεριού που δείχνει κάτι. Βλ. βέλος. ● ΣΥΜΠΛ.: χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια ● ΦΡ.: βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου (προφ.): ζημιώνομαι από δικό μου λάθος: Δεν είμαι τρελός να βάλω ~ ~ (και) να βγάλω ~ ~., τα λέω ένα χεράκι (προφ.) 1. & τα ψέλνω ένα χεράκι: επιπλήττω, μαλώνω: Τα είπα/έψαλα ~ στους αρμόδιους και το φχαριστήθηκα. ΣΥΝ. τα ψέλνω/τα ψάλλω σε κάποιον 2. συζητώ με κάποιον, συχνά σε έντονο τόνο: Ήρθε απ' το σπίτι και τα είπαμε ~., βάζω και εγώ το χέρι/το χεράκι μου βλ. χέρι, δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι βλ. δίνω, χέρι-χέρι/χέρι με χέρι βλ. χέρι [< 5: αγγλ. hand (cursor)]

χέρι

χέριχέ-ρι ουσ. (ουδ.) {χερ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα άνω άκρα ανθρώπου ή σπάν. τα μπροστινά άκρα τετράποδου σπονδυλωτού· ειδικότ. το τμήμα από τον καρπό ως και τα δάχτυλα, που χρησιμεύει ως όργανο σύλληψης και αίσθησης: ακρωτηριασμένο/δυνατό ~. Στιβαρά ~ια (βλ. μπράτσο). Ατροφία/κάταγμα ~ιού. Γράφει και με τα δύο ~ια (: είναι αμφιδέξιος). Τύλιξε τα ~ια του στη μέση της (βλ. αγκαλιάζω). Πβ. κουλό, ξερό. Βλ. αγκώνας, βραχίονας, ώμος.|| Οι γραμμές του ~ιού (: ενν. της παλάμης· βλ. χειρομαντεία). Κρέμες/υγιεινή ~ιών. Κρατούσε στο ~ του τα εισιτήρια. Της φίλησε το ~ (βλ. χειροφίλημα). Του έσφιξε το ~ (: τον συνεχάρη). Βλ. μετακάρπιο.|| Έπεσε νεκρή από το ~ του.|| Μηχανικό ~. 2. για διαδικασία, ενέργεια που επαναλαμβάνεται· φορά: Μετά το τελευταίο ~ (ενν. μπογιάς· πβ. πέρασμα), περνάτε το ξύλο με γυαλιστικό. 3. (σε χαρτοπαίγνια) συνδυασμός τραπουλόχαρτων· παρτίδα: δυνατό/καλό ~ (πβ. φύλλο). Το ~ της μπάνκας. Βλ. κέντα, χρώμα.|| Πόκερ πολλαπλών ~ιών. 4. τμήμα επίπλου για τη στήριξη των χεριών: τα ~ια του καναπέ/της πολυθρόνας. Πβ. μπράτσο. Βλ. πόδι.|| Δίσκος με ξύλινα ~ια (= χερούλια). 5. (στο ποδόσφαιρο) παράβαση από την εκούσια συνήθ. επαφή του χεριού ενός παίκτη, πλην του τερματοφύλακα, με την μπάλα. ● Υποκ.: χεράκι (το): τα ~ια του μωρού. ● Μεγεθ.: χέρα (διαλεκτ.), χερούκλα (η): Βλ. -ούκλα. ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο χέρι & (λόγ.) άκρα χειρ: ΑΝΑΤ. η παλάμη και τα δάχτυλα του χεριού: καρπός και ~ ~. Χειρουργική της άκρας χειρός. Βλ. άκρο πόδι., αόρατο χέρι & (λόγ.) αόρατος χειρ: ΟΙΚΟΝ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε ελεύθερη ατομική δράση που στοχεύει στην εξυπηρέτηση του προσωπικού συμφέροντος, συμβάλλει ασυνείδητα στην ανάπτυξη της αγοράς. [< αγγλ. invisible hand] , μακρύ χέρι (μτφ.) 1. ισχυρή παρουσία: το (~) ~ του Νόμου. 2. {σπανιότ. στον πλήθ.} για κάποιον που διαπράττει κλοπές: Είχε ~ιά ~ια, αλλά τον συνέλαβαν στο τέλος. 3. πρόσωπο ή θεσμός που εξυπηρετεί με συγκαλυμμένο τρόπο τα συμφέροντα κάποιου άλλου: Αποτελεί το ~ ~ της εργοδοσίας/της κεντρικής εξουσίας., σιδερένιο χέρι: (μτφ.) για να δηλωθεί αυστηρότητα, σκληρότητα: Κυβέρνησε τη χώρα με ~ ~., το καλό χέρι κάποιου: αυτό που χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ευχέρεια: Το δεξί είναι ~ ~ μου χέρι., χρυσά χέρια: για να δηλωθεί η επιδεξιότητα κάποιου: γιατρός/μπασκετμπολίστας (βλ. εύστοχος) με ~ ~. Βλ. χρυσοχέρης., δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, εργατικά χέρια βλ. εργατικός, πρώτο χέρι βλ. πρώτος, υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής, χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (έχει) βαρύ χέρι: χτυπάει δυνατά· τιμωρεί αυστηρά: Άνδρας με ~ ~.|| (μτφ.) Μην τα βάζεις μαζί του, έχει ~ ~. [< γαλλ. avoir la main lourde] , (έχω) ελαφρύ χέρι: έχω απαλό, σχεδόν ανεπαίσθητο άγγιγμα: Ο γιατρός είχε ~ ~, δεν κατάλαβα το τσίμπημα της βελόνας.|| Με ~ ~ (= σε μικρή ποσότητα) το αλάτι και το ξίδι στη σαλάτα., από χέρι σε χέρι & χέρι με χέρι: για κάτι που δίνεται ή σπανιότ. διαδίδεται από τον έναν στον άλλο, συνήθ. σε μια αλυσίδα ανθρώπων: Από ~ σε ~ η ολυμπιακή φλόγα διέσχισε όλη τη χώρα. Η ανταλλαγή έγινε ~ με ~. Βλ. από στόμα σε στόμα. [< γαλλ. de main en main] , βάζω και εγώ το χέρι/το χεράκι μου: αναμειγνύομαι, συμμετέχω: Είμαστε περήφανοι που βάλαμε και εμείς ~ μας στην προσπάθεια αυτή.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει βάλει κι αυτός κάπου το χεράκι του στην υπόθεση., βάζω στο χέρι (μτφ.-σπάν.): αποκτώ: Έβαλε ~ την κληρονομιά/την περιουσία της (: την οικειοποιήθηκε, με πρόθεση την κατασπατάλησή της). Πβ. τσεπώνω., βάζω χέρι (προφ.) 1. πειράζω, αλλάζω κάτι· επεμβαίνω: Έβαλε ~ στην εξάτμιση.|| (κυρ. μτφ.) ~ουν ~ στα δικαιώματα των αγροτών (πβ. αναμειγνύομαι). 2. χουφτώνω. 3. (μτφ.) επιπλήττω, μαλώνω: Μου έβαλε ~, γιατί άργησα., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη: δίνω, ξοδεύω, πληρώνω (πολλά) χρήματα: Βαθιά το χέρι στην τσέπη θα βάλουν οι οδηγοί λόγω αύξησης της τιμής της βενζίνης. Βλ. έχει καβούρια στην τσέπη του., γλιτώνω από τα χέρια κάποιου: ξεφεύγω: Το θύμα κατάφερε να ~σει ~ του βιαστή. Βλ. γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου., δίνω τα χέρια 1. (μτφ.) επισφραγίζω συμφωνία ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Αφού συζήτησαν τις λεπτομέρειες, έδωσαν τα ~.|| Είναι καιρός να δώσετε τα ~ σας και να ξεχάσετε ό,τι έγινε. 2. για χαιρετισμό, χειραψία: Δώσαμε τα ~ και μετά έφυγε ο καθένας για το σπίτι του., δίνω το χέρι 1. κάνω χειραψία. 2. (μτφ.) συμφιλιώνομαι, βοηθώ· κάνω δεκτή πρόταση γάμου: ~ουμε το ~ σε όσους αγωνίζονται για τα λαϊκά συμφέροντα.|| (παλαιότ.) Αρνήθηκε να δώσει το ~ της κόρης του (: να γίνει ο γάμος της με κάποιον)., δίνω/παίρνω στο χέρι: για μετρητά: Μου έδωσε ~ ... ευρώ.|| Πήρε τα χρήματα ~ ~., είναι στο χέρι κάποιου: εξαρτάται απ' αυτόν: ~ ~ σου (= μπορείς) να περάσεις την τάξη. Δεν ~ ~ του να μας απολύσει., είναι/τον έχω του χεριού μου: για πρόσωπο ή κατάσταση που βρίσκεται υπό τον έλεγχό μου: Θέλουν έναν υπάλληλο να είναι ~ τους (πβ. σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε). Τον έχω ~ (= τον κάνω ό,τι θέλω). Πβ. έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου, παίζω στα δάχτυλα, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη. Βλ. τον έχει για πρωινό., ένα (γερό) χέρι ξύλο: για ξυλοδαρμό: Του έδωσε/έριξε/χρειάζεται ~ ~, για να βάλει μυαλό., έρχεται στα χέρια μου: αποκτώ, βρίσκω ή παραλαμβάνω: Δεν ήρθε στα ~ μας το γράμμα σας., έχω (καλό) χέρι (μτφ.): είμαι επιδέξιος, έχω ταλέντο: ~ει καλό ~ στο σχέδιο/στις φωτογραφίες. Δεν ~ ~ (για ζωγραφική)., έχω κάποιον στο χέρι (μου) (μτφ.): έχω στοιχεία εναντίον του και μπορώ να τον εκβιάζω: Της ομολόγησε τα πάντα και τώρα τον έχει ~ ~., έχω μόνο δύο/δυο χέρια! (σπάν.): σε περιπτώσεις που δεν προλαβαίνει να κάνει κάποιος ταυτόχρονα όλα όσα του ζητούν ή επιβάλλεται να γίνουν., έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι: ελέγχω, εξουσιάζω, υπερέχω: Έχει ~ ~ στη σχέση τους. Η ομάδα πήρε ~ ~ μετά το γκολ που πέτυχε. Πβ. είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω., ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια: τσακώθηκαν παλεύοντας μεταξύ τους: Οι παίκτες των δύο ομάδων λίγο έλειψε να έρθουν ~. Πβ. χειροδικώ., και με τα δυο (τα) χέρια: με σιγουριά και ενθουσιασμό: Τους ψήφισα ~ ~. ΣΥΝ. με χέρια και με πόδια (1), κάτω τα χέρια από ... (συνήθ. σε συνθήματα): απειλητικά για την υπεράσπιση προσώπου ή κατάστασης: ~ ~ από την εργατική τάξη/τα συνδικάτα., κόβω τα χέρια (μτφ.) 1. εμποδίζω, περιορίζω: Χωρίς ρεύμα όλη μέρα, μας κόπηκαν ~. Βλ. κόβω τη φόρα. 2. είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι όλα αυτά είναι ψέματα. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! (προφ.): συνήθ. ως προειδοποίηση ή απειλή για να μην αγγιχθεί, χτυπηθεί, παρενοχληθεί, θιγεί κάποιος ή κάτι., κρύα χέρια, ζεστή καρδιά: λαϊκή ρήση για να δηλωθεί συμπάθεια σε κάποιον που έχει παγωμένα χέρια., με κατεβασμένα χέρια (μτφ.): χωρίς αντίσταση, προσπάθεια: Έχασαν τον αγώνα ~ ~., με τα χέρια/με το χέρι/στο χέρι: χωρίς μαχαιροπίρουνα: Τρώγεται/φάγαμε ~ ~., με τρώει το χέρι μου & (σπάν.) η παλάμη μου 1. ως ένδειξη ότι πρόκειται να πάρω ή να δώσω χρήματα. 2. (μτφ.) θέλω πάρα πολύ να κάνω κάτι: ~ ~ να γράψω ένα σωρό πράγματα, αλλά δεν έχω χρόνο., να μου κοπεί το χέρι (συχνά ως όρκος): για να δηλωθεί ότι κάποιος λέει την αλήθεια ή ότι είναι αποφασισμένος να (μην) (ξανα)κάνει κάτι: ~ ~, αν έκλεψα. Καλύτερα ~ ~ παρά να ..., ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του (ευχή σε δύσκολη κατάσταση): μακάρι να γίνει κάτι: ~ ~ να πάνε όλα καλά στις αυριανές εξετάσεις. Πβ. ο Θεός να δώσει, και ο Θεός βοηθός., όσο περνάει από το χέρι μου: όσο μπορώ: ~ ~ θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω., παίρνω από το χέρι (μτφ.): καθοδηγώ: Με πήρε ~ ~ στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής μου.|| Τι θες; Να σε πάρουν ~/χεράκι για να πας;, περνά από πολλά χέρια: βρίσκεται στην ιδιοκτησία ή την κατοχή πολλών ανθρώπων: Το οικόπεδο πέρασε ~., περνά από τα χέρια κάποιου: για κάτι που διευθετείται από ορισμένο πρόσωπο: Περνάνε όλα ~ ~ μου., περνά από το χέρι μου: μπορώ: Αυτό που μου ζητάς δεν ~ ~ (: δεν μπορώ να το κάνω)., περνώ από τα χέρια κάποιου: όταν μαθητεύει κανείς για ορισμένο χρονικό διάστημα κόντα σε κάποιον: Εκατοντάδες μαθητές πέρασαν ~ ~ του., πέφτει στα χέρια κάποιου: περιέρχεται στη δικαιοδοσία ή ιδιοκτησία κάποιου: Οι ληστές έπεσαν ~ της Αστυνομίας.|| Διαβάζει όποιο βιβλίο πέσει ~ του (: βρίσκει συμπτωματικά).|| (απειλητ.) Δε θα πέσεις ~ μου (= δεν θα σε πιάσω); Αλίμονό σου!, πιάνουν τα χέρια/πιάνει το χέρι μου (μτφ.): είμαι επιδέξιος στις χειρωνακτικές εργασίες., σε καλά χέρια: για αξιόπιστο, ικανό και σοβαρό πρόσωπο: Η περιουσία της βρίσκεται ~ ~. Μην ανησυχείς, σε αφήνω ~ ~., σε ξένα χέρια 1. χωρίς την οικογένειά του: Μεγάλωσε ~ ~ (= με θετούς γονείς). 2. (κατ' επέκτ.) στην κυριότητα ανθρώπων που προέρχονται από άλλη χώρα: Αρκετές ελληνικές εταιρείες έχουν περάσει ~ ~., στα χέρια κάποιου: στην κατοχή, υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του: Νέα στοιχεία ~ ~ της Ασφάλειας για τη δολοφονία του ... Πρέπει να πάρεις τη ζωή ~ ~ σου., στο δεξί/αριστερό χέρι (προφ.): δεξιά ή αριστερά: Μετά από εκατό μέτρα, θα δεις στο δεξί σου ~ ένα πάρκινγκ., στο χέρι: με τα χέρια, χειρωνακτικά: κέντημα ~ ~. Φόρεμα ραμμένο ~ ~.|| Απορρυπαντικό για πλύσιμο ~ ~.|| Έπιπλα φτιαγμένα ~ ~ (: χειροποίητα). ΑΝΤ. μηχανικά (2) [< γαλλ. à la main ] , το χέρι της καρδιάς: το αριστερό., τρίβω τα χέρια μου (μτφ.): αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση, κυρ. λόγω μελλοντικών οικονομικών απολαβών ή άλλων προνομίων: ~ει ~ του από ευχαρίστηση. Οι παραγωγοί ~ουν ~ τους, καθώς η ταινία αναμένεται να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων., χαμένος/καμένος από χέρι: για να δηλωθεί σίγουρη αποτυχία, καταστροφή: Η υπόθεση έμοιαζε ~η ~. Είμαστε/πάμε χαμένοι ~, αν το μάθουν., χάνω/ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου: δεν καταφέρνω να αξιοποιήσω, να διατηρήσω ή να πετύχω κάτι που συνήθ. θεωρείται δεδομένο, σίγουρο: Η ομάδα ~σε ~ της τη νίκη.|| (για πρόσ.) Ξέφυγε ~ ~ των Αρχών., χέρι-χέρι/χέρι με χέρι 1. & χεράκι-χεράκι: κρατώντας ο ένας τον άλλο από το χέρι: Περπατούσαμε ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι συμβαδίζει με κάτι άλλο: ~ ~ οι δύο ομάδες στη βαθμολογία (ΣΥΝ. κοντά-κοντά). Φοιτητές και καθηγητές διαδήλωσαν ~ ~ (: μαζί, ενωμένοι)., (είναι) το δεξί χέρι κάποιου βλ. δεξιός, (έχω) καθαρά χέρια βλ. καθαρός, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, αλλάζει χέρια βλ. αλλάζω, απλώνω χέρι βλ. απλώνω, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, αρπάζω κάτι/κάποιον (μέσα) από τα χέρια κάποιου βλ. αρπάζω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάζω το χέρι μου στη φωτιά βλ. φωτιά, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά βλ. καρδιά, γεια στα χέρια σου! βλ. γεια, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, δένω τα χέρια (κάποιου) βλ. δένω, δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι βλ. δίνω, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, ελευθερώνω τα χέρια (κάποιου) βλ. ελευθερώνω, ζητώ το χέρι βλ. ζητώ, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κατάσχεση στα χέρια τρίτου βλ. κατάσχεση, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, λερώνω τα χέρια μου βλ. λερώνω, λερώνω τα χέρια μου με αίμα βλ. αίμα, λύνω τα χέρια (κάποιου) βλ. λύνω, με άδεια χέρια βλ. άδειος, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, με γεμάτα χέρια βλ. γεμάτος, με μια βαλίτσα στο χέρι βλ. βαλίτσα, με το κλειδί στο χέρι βλ. κλειδί, με χέρια και με πόδια βλ. πόδι, μένω στα χέρια (κάποιου) βλ. μένω, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, παίρνω κάτι στα χέρια μου βλ. παίρνω, παίρνω τον νόμο στα χέρια μου βλ. νόμος, περνάει στα χέρια κάποιου βλ. περνώ, σηκώνω στα χέρια (μου) βλ. σηκώνω, σηκώνω τα χέρια ψηλά βλ. σηκώνω, σηκώνω χέρι βλ. σηκώνω, σφίγγω το χέρι κάποιου & σφίγγουμε τα χέρια βλ. σφίγγω, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο βλ. νίβω, υπογράφω και με τα δυο χέρια βλ. υπογράφω, χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το βλ. φιλώ [< μεσν. χέριν, γαλλ. main, αγγλ. hand, γερμ. Hand]

χρέος

χρέοςχρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος]

χρήμα

χρήμα[χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]

ψύλλος

ψύλλοςψύλ-λος ουσ. (αρσ.): κοινή ονομασία άπτερων εντόμων τα οποία ζουν παρασιτικά στα ζώα και τους ανθρώπους και τρέφονται με το αίμα τους. ● ΦΡ.: για ψύλλου πήδημα (προφ.): για ασήμαντη αφορμή, με το παραμικρό: Εκνευρίζεται ~ ~., καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο (μτφ.-προφ.): για άτομο πανέξυπνο και πολύ πονηρό. , μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): έχω υποψίες για κάτι/με έκανε να υποψιαστώ: Μου μπήκαν ~ ότι πλαστογράφησε τα δικαιολογητικά. Το τηλεφώνημά του μου έβαλε ~., ούτε ψύλλος στον κόρφο του (προφ.): δεν θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη δυσχερή θέση του, να μου συμβεί ό,τι συμβαίνει σε αυτόν., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο [< αρχ. ψύλλος]

ψυχή

ψυχή

ψυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. η άυλη, πνευματική ουσία του ανθρώπου, που θεωρείται ότι είναι αθάνατη· γενικότ. η άυλη και άφθαρτη ουσία κάθε όντος: ειρήνη της ~ής. Η ~ δίνει ζωή στο σώμα.|| Κάθαρση/λύτρωση/σωτηρία της ~ής. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο σωτήρας των ~ών (: ο Θεός). Προσεύχομαι για την ~ κάποιου. Δέηση για την ~ του ... Παρέδωσε την ~ του στον Κύριο (= πέθανε· βλ. πνεύμα). (ως ευχή για πεθαμένο:) Ο Θεός να/ας αναπαύσει την ~ του.|| (σε όρκο:) Στην ~ της μάνας/του πατέρα μου!|| (ΦΙΛΟΣ.) Καθολική/παγκόσμια ~ (πβ. ψυχή του κόσμου).|| (ΜΥΘ.) Η Ψυχή και ο Έρωτας.|| Η ~ των ζώων. 2. (ειδικότ.) η ηθική και συναισθηματική φύση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τη βιολογική και διανοητική του υπόσταση: αβυσσαλέα/αγγελική/αγνή/αδάμαστη/αδούλωτη/ελεύθερη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/μαύρη/παιδική/περήφανη (βλ. φρόνημα)/σκληρή/σκοτεινή ~. Οι αρετές/η γαλήνη/η δύναμη/η ευγένεια/η ηρεμία/η καλλιέργεια/η κατάσταση/το μεγαλείο/η ομορφιά/ο πόνος/η υγεία της ~ής. Το τραγούδι άγγιξε την ~ μου (: με συγκίνησε βαθύτατα). Έχει καλή/κακή ~ (= καρδιά· πβ. καλό-/κακό-ψυχος). Η αμαρτία βαραίνει την ~ (βλ. συνείδηση). Κάποιος/κάτι γεμίζει την ~ μας με θλίψη/χαρά. Πόνεσε η ~ μου που την είδα να κλαίει (: στενοχωρήθηκα πολύ). Το ευχαριστήθηκε/χάρηκε η ~ μου! Το αληθινό ταλέντο βγαίνει/πηγάζει από την ~. Με τα μάτια της ~ής.|| H λαϊκή ~. 3. άνθρωπος, ζωή· ειδικότ. εμψυχωτής: αδικοχαμένες/μοναχικές/νεανικές/πληγωμένες ~ές. Πόλη δύο εκατομμυρίων ~ών (= κατοίκων). Χάθηκαν τόσες αθώες ~ές! Τι να κάνει άραγε αυτή η ~;|| Δεν υπήρχε ~ τριγύρω. Σε αυτό το μέρος τον χειμώνα δεν πατάει ~.|| (μτφ.) Είναι η ~ του αγώνα. Το εμπορικό κέντρο είναι η ~ της πόλης. 4. {χωρ. πληθ.} παλικαριά, θάρρος: το μεγαλείο της ελληνικής ~ής. Δείξαμε ~ και νικήσαμε. Θέλει ~ (= κότσια) ν' αψηφάς τον κίνδυνο. Είναι ομάδα με ~. Είχαν ~ και πάλεψαν μέχρι τέλους εναντίον των κατακτητών (: ήταν ψυχωμένοι, ανδρείοι· βλ. δειλός, άνανδρος). Πβ. αγωνιστικ-, μαχητικ-ότητα, σθένος. 5. ΤΕΧΝΟΛ. το κεντρικό ή βασικό τμήμα αντικειμένου ή κατασκευής, συνήθ. δοκού, σιδηροτροχιάς: αγωγοί/συρματόσχοινα με χαλύβδινη ~. ● Υποκ.: ψυχάκι (το) (οικ.): πρόσωπο αγαπημένο, κοντινό ή για το οποίο τρέφουμε αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης., ψυχούλα (η): καλοσυνάτος άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και ανιδιοτέλεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχή του κόσμου & κοσμική ψυχή: ΦΙΛΟΣ. (κατά τους πρώτους φιλοσόφους) η ζωοποιός δύναμη του κόσμου., αδελφή ψυχή βλ. αδελφός, η αθανασία της ψυχής βλ. αθανασία, η ψυχή της παρέας βλ. παρέα, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) (προφ.): δημιουργώ, κάνω κάτι με όλες μου τις δυνάμεις, με όρεξη και διάθεση: ~ει ~ σ' αυτό που κάνει., βγαίνει η ψυχή (κάποιου) (προφ.): πεθαίνει: Κόντεψε να βγει ~ του., για την ψυχή της μάνας μου (συνήθ. ειρων.): για να τονιστεί ότι κάτι γίνεται αφιλοκερδώς και ανυστερόβουλα: Το κάνουν για το κέρδος, δεν στήνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ~ ~ τους. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. ΑΝΤ. με το αζημίωτο., δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι): κάνω τα πάντα., δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρέσει πολύ σε κάποιον: Δώσ' του γλυκά/κουτσομπολιό ~ ~!, ένα σώμα, μια ψυχή: για να δηλωθεί απόλυτη ενότητα, σύμπνοια: Είμαστε/έχουμε γίνει ~ ~!, και οι ... έχουν ψυχή (προφ.-χιουμορ.): ακόμα και όσοι υποτιμούνται έχουν συναισθήματα και δικαιώματα., με όλη μου την ψυχή/την καρδιά (προφ.): με κάθε ειλικρίνεια, ολόψυχα: Σ' ευχαριστώ ~ ~! Σου εύχομαι/σε παρακαλώ ~ ~ να ... Θέλω κάτι ~ ~. Τον αγαπούσα ~ ~. ΣΥΝ. από καρδιάς, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με την ψυχή μου (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλαυση, ευχαρίστηση σε πολύ μεγάλο βαθμό: Γλέντησα/χόρεψα ~ ~. Πανηγύρισε ~ ~ του., μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει! (προφ.): (για κάτι δυσάρεστο) ό,τι πρόκειται να συμβεί, ας συμβεί μια ώρα νωρίτερα., πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου (προφ.): στενοχωριέμαι, υποφέρω, αγωνιώ: Πιάνεται ~ ~ που σε βλέπω να κουράζεσαι. ~στηκε ~ όταν είδα ..., ταξίδι ψυχής 1. που έχει ως στόχο την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών: ~ ~ στις ρίζες του (= στον τόπο καταγωγής του). 2. (μτφ.) εσωτερική αναζήτηση, ταξίδι με τον νου σε διαφορετικούς τόπους ή καταστάσεις: Η Τέχνη αποτελεί ~ ~., τι ψυχή έχει (κάτι); (οικ.): δεν έχει καμιά αξία ή σημασία: Δεν ήπια και πολύ, ~ ~ ένα ποτηράκι;, τι ψυχή θα παραδώσεις;: (σε κάποιον που διαπράττει κάτι κακό ή και χιουμορ.) δεν φοβάσαι την ώρα της Κρίσεως;, τρέμει η ψυχή μου (μτφ.-προφ.): ανησυχώ πολύ, φοβάμαι υπερβολικά: ~ ~ μην πάθει κανένα κακό. ΣΥΝ. βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου, ψυχή ζώσα (λόγ.-εμφατ.): κανένας: Δεν κυκλοφορεί/δεν υπάρχει ~ ~., ψυχή τε και σώματι (λόγ.) & ψυχή και σώμα: ολόψυχα, ολοκληρωτικά: Του αφοσιώθηκε ~ ~. Αγωνίστηκε/συμμετέχει ~ ~. Τάχθηκε ~ ~ υπέρ του ..., ψυχή/ψυχούλα μου!: ως προσφώνηση με την οποία εκφράζεται αγάπη, τρυφερότητα, οικειότητα: ~ ~, μου λείπεις! ΣΥΝ. καρδιά/καρδούλα μου, άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)! βλ. άβυσσος, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με πόνο ψυχής βλ. πόνος, με την ψυχή στο στόμα βλ. στόμα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, μου 'φυγε η ψυχή βλ. φεύγω, ο Θεός και η ψυχή του! βλ. θεός, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι βλ. χούι, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου βλ. βαριέμαι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ ● βλ. ψυχάρα [< αρχ. ψυχή, 5 γερμ. Seele]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.