Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • βαλτός βαλ-τός επίθ./ουσ. {στο αρσ. κ. θηλ.} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που δρα κρυφά, υπακούοντας στις εντολές ή τις οδηγίες τρίτων για την επίτευξη συγκεκριμένου, συνήθ. δόλιου, σκοπού: Ήταν ~ από την πολιτική ηγεσία. Οι ~οί της παράταξης. Πβ. εγκάθετος, εντεταλμένος, κατευθυνόμενος, κεκράκτες. ● ΦΡ.: βαλτός είσαι;: ως έκφραση αγανάκτησης απέναντι σε κάποιον, τα λόγια ή οι πράξεις του οποίου προκαλούν ενόχληση ή εκνευρισμό· επίτηδες το κάνεις;
  • βάλτος βάλ-τος ουσ. (αρσ.) 1. έλος. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) στάσιμη ή ανήθικη κατάσταση: Έχει βουλιάξει στον ~ο (= έχει βαλτώσει). Πβ. τέλμα.|| Βυθίζονται στον ~ο της διαφθοράς. ΣΥΝ. βαλτόνερα (2), βούρκος (2) [< μεσν. βάλτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.