Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βάρδος βάρ-δος ουσ. (αρσ.): ποιητής ή λαϊκός τραγουδιστής με μεγάλη απήχηση. [< μτγν. πληθ. Βάρδοι ‘Κέλτες ραψωδοί’]