Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βάση βά-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. καθετί πάνω στο οποίο στέκεται, στηρίζεται, σταθεροποιείται ή στερεώνεται κάτι: αποσπώμενη/γυάλινη/ενσωματωμένη/μαρμάρινη/μεταλλική/ξύλινη ~. Η ~ του αγάλματος (πβ. βάθρο)/του κίονα (πβ. σπείρα, στυλοβάτης)/της κολόνας/του ναού (πβ. κρηπίδωμα)/του τηλεσκοπίου. ~ γραφείου (για οθόνη)/τοίχου (για τηλεόραση).|| Στη ~ του βουνού/του βράχου (= στους πρόποδες).|| ~ τάρτας (πβ. ζύμη).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ του δοντιού/του εγκεφάλου/της καρδιάς/του κρανίου (: το κατώτερο τμήμα).|| (ΓΕΩΜ.) Η ~ του κώνου/της πυραμίδας/του τραπεζίου/του τριγώνου. Βλ. πλευρά.|| (μτφ.) Στη ~ του βαθμολογικού πίνακα/της κατάταξης (: στην κατώτερη θέση). Βλ. ανά-, διά-, μετά-, παρά-βαση. ΑΝΤ. κορυφή (1) 2. (μτφ.) θεμελιώδης αρχή, στοιχείο, δεδομένο πάνω στο οποίο στηρίζεται μια πρόταση, μια θεωρία, μια κίνηση, ένα σύστημα: ~ αναφοράς/σύγκρισης. Η ~ ενός προβληματισμού/συλλογισμού (πβ. αφετηρία). Συνομιλίες σε κοινά αποδεκτή ~. Ισχυρισμός που δεν έχει λογική ~ (= αβάσιμος, αστήρικτος). Ανυπόστατη καταγγελία χωρίς ~ (πβ. έρεισμα, στήριγμα). Το επιχείρημα είναι σαθρό στη ~ του. Εξέταση του θέματος από/πάνω σε ηθική/θεωρητική/οικονομική/πολιτική ~ (= άποψη, πλευρά). Κοινή ~ συνεννόησης. Στρατηγική που χρησιμεύει ως ~ των μελλοντικών ενεργειών. Για την έρευνά μου έχω/λαμβάνω ως ~ τα εξής ... Το ζήτημα τέθηκε σε νέα ~/επί νέας ~ης. Το συστηματικό διάβασμα αποτελεί τη ~ της επιτυχίας. Διαρθρωτικές αλλαγές σε επίπεδο ~ης. Παροχή υπηρεσιών ευρείας ~ης (= μεγάλης γκάμας). Έβαλαν/έθεσαν τις ~εις για πολιτιστική ανάπτυξη. Οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε γερές/σταθερές/στέρεες ~εις (= θεμέλια).|| Εταιρεία λαϊκής ~ης. 3. ο πιο χαμηλός βαθμός, για να θεωρηθεί επιτυχής μια εξέταση: Έγραψε ακριβώς τη ~ (π.χ. δέκα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, πέντε στο Πανεπιστήμιο)/κάτω από τη ~ (= κόπηκε)/πάνω από τη ~ (= πέρασε). Έπιασε/πήρε τη ~. 4. περιοχή ή χώρος με εγκαταστάσεις όπου οργανώνονται και πραγματοποιούνται διάφορες επιχειρήσεις: (ΣΤΡΑΤ.) αεροπορική/ναυτική ~. Μυστική ~. ~ ανεφοδιασμού (αεροσκαφών/πλοίων)/εκτόξευσης (πυραύλων)/υποβρυχίων. ~ του ΝΑΤΟ.|| Διαστημική ~. 5. έδρα ή τόπος διαμονής: η ~ μιας επιχείρησης. Γυρίζω/επιστρέφω στη ~ μου. Εγκαταλείπω τη/φεύγω από τη ~ μου. 6. ΠΟΛΙΤ. τα μέλη ή/και οι οπαδοί ενός κόμματος ή γενικότ. μιας οργάνωσης: η εκλογική/εργατική/κομματική ~. ΑΝΤ. ηγεσία (1), κορυφή (2) 7. κύριο, απαραίτητο συστατικό (μίγματος, προϊόντος): αρώματα με ~ τη λεβάντα. Κρέμα προσώπου με ~ φυτικά έλαια.|| Έβαψε τα δωμάτια σε διάφορες αποχρώσεις με ~ το μπλε. 8. προϊόν που τοποθετείται ως υπόστρωμα σε επιφάνεια: ~ βερνικιού (πβ. αστάρι, στόκος).|| ~ μέικ απ (πβ. φον ντε τεν). Διάφανη ~ νυχιών. 9. ΧΗΜ. ουσία που παράγει άλας και νερό, όταν αντιδρά με οξύ: ασθενής/ισχυρή ~. Βλ. εξουδετέρωση. 10. ΜΑΘ. ακέραιος αριθμός μεγαλύτερος του ένα, ο οποίος έχει επιλεγεί για τη δημιουργία συστήματος αρίθμησης (π.χ. το δύο για το δυαδικό, το δέκα για το δεκαδικό). 11. ΓΛΩΣΣ. (σπάν.) ρίζα, θέμα (λέξης). 12. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) η οικονομική διάρθρωση μιας κοινωνίας, δηλ. το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, σε αντιδιαστολή με το εποικοδόμημα. Βλ. υπερδομή. ΣΥΝ. υποδομή (3) ● βάσεις (οι) 1. η κατώτερη βαθμολογία κυρ. για εισαγωγή σε ανώτατη ή ανώτερη Σχολή ή για διορισμό στο Δημόσιο κατόπιν γραπτού διαγωνισμού, η οποία καθορίζεται από τον βαθμό του τελευταίου (στη σειρά κατάταξης) από τους επιτυχόντες που μπορούν να γίνουν δεκτοί: άνοδος/αύξηση/μείωση/πτώση των ~εων (εισαγωγής στα ΑΕΙ). Οι ~ ανέβηκαν/έπεσαν. Στα ύψη εκτινάχθηκαν/εκτοξεύθηκαν/έφτασαν οι ~ της Ιατρικής. Ανακοινώθηκαν/βγήκαν οι ~. ~ μορίων μετάθεσης. 2. εφόδια, κυρ. γνώσεις ή ηθικές αρχές: Αποκτώ ~εις στο δημοτικό. Έχει καλές ~ (= υπόβαθρο) στα μαθηματικά.|| Έλαβε/πήρε γερές/σωστές ~ από τους γονείς (βλ. ανατροφή)/την οικογένειά/το σπίτι του (= θεμέλια). ● ΣΥΜΠΛ.: βάση δεδομένων & βάση (συντομ. ΒΔ): ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή, καταχώριση και οργάνωση πληροφοριών σε ένα αρχείο, ώστε να είναι διαθέσιμες για αναζήτηση και ανάκτηση: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ ~. [< αγγλ. database, περ. 1962], βάση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. κάθε σύνολο γραμμικά ανεξάρτητων διανυσμάτων τέτοιο, ώστε καθένα από αυτά να μπορεί να γραφεί ως γραμμικός συνδυασμός των διανυσμάτων της βάσης., αζωτούχες βάσεις βλ. αζωτούχος, σταθμός βάσης βλ. σταθμός, συμπληρωματικές βάσεις βλ. συμπληρωματικός, φορολογική βάση βλ. φορολογικός ● ΦΡ.: δίνω βάση σε (κάτι): δίνω προσοχή, σημασία: Μη ~εις ~ στα κουτσομπολιά του κόσμου/σε φήμες. Δώσε ~ σε ό,τι σου λέω (= πρόσεξε)!, κατά βάση & (λόγ.) κατά βάσιν: κυρίως, βασικά· σε βασικές γραμμές: Τα βιβλία του είναι ~ ~ ιστορικά. Πβ. κατά κύριο λόγο, κατ’ ουσία(ν), πρωτίστως.|| ~ ~ συμφωνώ με την απόφαση. Πβ. επί της αρχής., με βάση (+ αιτ.) & (λόγ.) βάσει (+ γεν.): σύμφωνα με, με κριτήριο: Χωρισμός σε ομάδες με ~ την ηλικία. Βάσει (του) Νόμου, έχω το δικαίωμα να ..., σε ... βάση & (λόγ.) επί ... βάσεως: για δήλωση χρόνου, τρόπου: σε διαρκή/μακροπρόθεσμη/μόνιμη/σταθερή ~. Εξυπηρέτηση πελατών επί εικοσιτετραώρου βάσεως.|| Σε εθελοντική/ισότιμη ~ (= εθελοντικά, ισότιμα). [< αγγλ. on a ... basis], στη βάση & (λόγ.) επί τη βάσει (+ γεν.): βασιζόμενος σε, στηριζόμενος σε: Το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί ~ ~ του δημόσιου διαλόγου. Υπολογισμός των κερδών της εταιρείας επί τη βάσει των εσόδων και εξόδων της., από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, βάσει σχεδίου βλ. σχέδιο [< αρχ. βάσις, αγγλ. base, basis, γαλλ. base, γερμ. Basis]

αζωτούχος

αζωτούχος, ος/α, ο [ἀζωτοῦχος] α-ζω-τού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει άζωτο: ~ος/α: (χημική) ένωση/λίπανση/μουστάρδα (: τοξική χημική ένωση, πβ. αέριο της μουστάρδας). ~ο: λίπασμα. ~ες: ομάδες/ουσίες. ~α: αέρια/άλατα/οξείδια/παράγωγα/προϊόντα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: αζωτούχες βάσεις & (σπάν.) νουκλεϊκές/νουκλεϊνικές βάσεις: ΒΙΟΧ. τα συστατικά των νουκλεϊνικών οξέων (DNA, RNA), δηλ. η αδενίνη, η γουανίνη, η κυτοσίνη, η θυμίνη και η ουρακίλη. [< αγγλ. nitrogenous bases] [< γαλλ. azoté]

ανα- & αν- & ανά- & άν-

ανα- & αν- & ανά- & άν-(λόγ.) πρόθημα λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη: (κυρ. σε ουσ. και ρ.) ανα-βαθμολόγηση/~βίωση (πβ. επανα-)/~δάσωση/~παλαίωση/~σχηματισμός. Ανα-θαρρώ. Ανα-γεννιέμαι (πβ. ξανα-).|| (σε επιστ. όρους) Ανα-βολισμός/~διπλασιασμός. 2. κίνηση προς τα πάνω: ανα-βάτης. Αν-οδικός. Ανά-βαση. Άν-οδος. ΑΝΤ. κατα- & κατ- & καθ- & κατά- & κάτ- & κάθ- (3) 3. έμφαση: ανα-βοώ. Αν-αγαλλιάζω/~αγγελία. Ανά-λαφρος.

εξουδετέρωση

εξουδετέρωση[ἐξουδετέρωση] ε-ξου-δε-τέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξολόθρευση, εξαφάνιση, εξάλειψη: ~ του αντιπάλου/εχθρού (πβ. συντριβή). ~ της τρομοκρατικής οργάνωσης (πβ. εξάρθρωση). Επιδιώκεται η πολιτική του ~ (πβ. αφοπλισμός).|| ~ του θορύβου/της κακοσμίας. ~ βακτηρίων από αντισώματα του οργανισμού (πβ. αδρανοποίηση). ~ του κινδύνου που την απειλούσε. Πβ. εκμηδένιση.|| ~ βόμβας/εκρηκτικών μηχανισμών/ναρκών (πβ. απενεργοποίηση). 2. ΧΗΜ. ουδετεροποίηση. [< γαλλ. neutralisation]

μηδενικός

μηδενικός, ή, ό μη-δε-νι-κός επίθ.: που είναι ίσος με μηδέν· κατ' επέκτ. ασήμαντος: ~ός: συντελεστής/φόρος. ~ή: χρέωση. ~ό: κέρδος.|| ~ός: ρυθμός ανάπτυξης/χρόνος. ~ή: αντίσταση/αξία/εκπομπή ρύπων/πιθανότητα/ποσότητα/συμμετοχή. ~ό: αποτέλεσμα/ποσοστό/ρίσκο. Ο κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας θεωρείται ~ (= ανύπαρκτος). Πβ. μηδαμινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηδενική ανοχή: για κατάσταση η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ανεκτικότητα· καμία απολύτως ανοχή: ~ ~ στη βία. ~ ~ από τους πολίτες. [<αμερικ. zero-tolerance, 1972] , μηδενική εστίαση: ΛΟΓΟΤ. όρος της αφηγηματολογίας που δηλώνει ότι ο αφηγητής είναι παντογνώστης και διηγείται τα γεγονότα σε γ' εν. πρόσ. ● ΦΡ.: από μηδενική βάση & σε μηδενική βάση: από την αρχή, χωρίς να έχει προκαθοριστεί κάτι ή να θεωρείται δεδομένο: διάλογος/διαπραγματεύσεις από ~ ~. Εξετάζει το θέμα από ~ ~. Η όποια συζήτηση δεν μπορεί παρά να γίνει σε ~ ~., μηδενικός νόμος & (σπάν.) μηδενική αρχή: ΦΥΣ. νόμος ή αρχή της θερμοδυναμικής σύμφωνα με τον/την οποία η θερμοδυναμική ισορροπία δύο συστημάτων με ένα τρίτο συνεπάγεται και τη μεταξύ τους θερμοδυναμική ισορροπία. [< γαλλ. nul, zéro]

πλευρά

πλευράπλευ-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. καθένα από τα ευθύγραμμα τμήματα που ορίζουν ένα σχήμα ή καθεμία από τις επιφάνειες που ορίζουν ένα στερεό σώμα: το μήκος μιας ~άς. Κάθετες ~ές. Οι (τρεις) ~ές του τριγώνου. Οι ~ές μιας γωνίας. Το τετράγωνο έχει τέσσερις ~ές ίσες μεταξύ τους. Βλ. περίμετρος.|| Οι ~ές του κύβου (πβ. έδρα). 2. (κατ' επέκτ.) καθένα από τα μέρη ή τις περιοχές που περιβάλλουν ένα αντικείμενο ή μια χωρική διάταξη: οι εξωτερικές/εσωτερικές ~ές ενός κουτιού. Η κάτω/πάνω ~ του μαξιλαριού. Βλ. επιφάνεια.|| Η μπροστινή (= πρόσοψη)/πίσω ~ ενός κτιρίου. Η βόρεια/νότια ~ του ναού.|| Στη(ν) απέναντι/αριστερή/δεξιά ~ του δρόμου/ποταμού (= όχθη).|| Η ανατολική/δυτική ~ του οικοπέδου/της πόλης.|| Περιθώριο 1,5 εκ. σε κάθε ~/και από τις δύο ~ές του κειμένου.|| Γέρνει από τη μια ~ (= μπάντα).|| (μτφ.) Τι γίνεται στην άλλη ~ του Αιγαίου (= στην Τουρκία)/του Ατλαντικού (= στην Αμερική)/των συνόρων (= στη γείτονα χώρα); ΣΥΝ. μεριά (1) 3. (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη (πρόσωπα ή ομάδες) που λαμβάνουν μέρος σε μια αντιπαράθεση ή διαλογική συζήτηση: οι αντιμαχόμενες/εμπόλεμες/συμβαλλόμενες ~ές. Η άλλη/αντίθετη/ηττημένη ~ υποστήριξε ... Και από τη μια και από την άλλη ~ (= και από τις δυο ~ές, εκατέρωθεν). Από τη δική μου ~ (= από δικής μου ~άς). Από ελληνικής/κυβερνητικής ~άς ειπώθηκε ... Από την ~ του, ο κ. ... ανταπάντησε πως ... 4. όψη, διάσταση· άποψη: Έδειξε μια άλλη (άγνωστη)/την ευαίσθητη ~ του χαρακτήρα του.|| Η άσχημη/όμορφη/σκοτεινή/φωτεινή ~ της ζωής. Το ζήτημα δεν έχει μελετηθεί από (επιστημονικής/νομικής/οικονομικής) ~άς/από όλες του τις ~ές (: πλήρως). Βλέπει τη ζωή από την αρνητική/θετική της ~ (= οπτική, σκοπιά). Πβ. πτυχή. ΣΥΝ. μεριά (3) 5. ΑΝΑΤ. ένα από τα συναντώμενα κατά ζεύγη οστά (δώδεκα και από τις δύο πλευρές) που εκτείνονται από τους θωρακικούς σπονδύλους προς τη μέση γραμμή της πρόσθιας επιφάνειας του κορμού, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο τμήμα του σκελετού του θώρακα: αυχενική/δέκατη/όγδοη ~. Γνήσιες ~ές (= οι επτά ανώτερες ~ές)/νόθες ~ές (= οι πέντε κατώτερες ~ές). Ασύντακτες ~ές (= οι δύο κατώτερες νόθες ~ές). Πβ. παΐδι, πλευρό. ● Υποκ.: πλευρίτσα (η), πλευρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η αθέατη πλευρά (των πραγμάτων) βλ. αθέατος ● ΦΡ.: από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) & από το ένα μέρος ..., από το άλλο μέρος: (για αντίθεση) αφενός ... αφετέρου: ~ ~ μου αρέσουν τα παιδιά, ~ ~ φοβάμαι τις ευθύνες., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. άλλος, η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< 1,2,5: αρχ. πλευρά 3,4: γαλλ. côté, αγγλ. side]

σταθμός

σταθμόςσταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. σημείο, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιείται στάθμευση και κυρ. στάση οχημάτων δημόσιας συνήθ. συγκοινωνίας για μεταφορά επιβατών και φορτίων ή ανεφοδιασμό: διαμετακομιστικός/επιβατικός/κεντρικός/σιδηροδρομικός/συνοριακός/υπόγειος ~. ~ αυτοκινήτων (= πάρκινγκ)/διοδίων/εξυπηρέτησης πλοίων/του ηλεκτρικού/(υπεραστικών) λεωφορείων/μεταφόρτωσης απορριμμάτων/ταξί (πβ. πιάτσα)/του τρένου. Θα συναντηθούμε μπροστά στον ~ό. Με υποδέχτηκε στον ~ό. Αποβιβαστείτε/επιβιβαστείτε/κατεβείτε σε ~ό της γραμμής 1 (ενν. του ΗΣΑΠ). Ποιος ~ του μετρό σε εξυπηρετεί; Βλ. αερο~.|| (μτφ.) Επόμενος/πρώτος/τελευταίος ~ της περιοδείας του ... Ενδιάμεσος ~ στο ταξίδι προς ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις υπηρεσίας, εταιρείας, ιδρύματος με κατάλληλο εξοπλισμό για πραγματοποίηση τεχνολογικού ή ερευνητικού έργου (παραγωγή ενέργειας, παρατηρήσεις, μετρήσεις και μελέτες, εκπομπή σημάτων) και το αντίστοιχο κτιριακό συγκρότημα: αστρονομικός/ατμοηλεκτρικός/βιολογικός/δορυφορικός/θερμοηλεκτρικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/σεισμολογικός/τηλεοπτικός (= κανάλι, τηλε~) ~. ~ (ανα)μετάδοσης/της ΔΕΗ/επεξεργασίας αποβλήτων/ηλεκτρικής ενέργειας (ή ηλεκτρικός ~: το εργοστάσιο παραγωγής ή ο υπο~)/(ΓΕΩΔ.-ΤΟΠΟΓΡ.) παρατήρησης/ραντάρ. Κινητός ~ μέτρησης (ατμοσφαιρικών ρύπων).|| (ειδικότ. για ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό ~ό) Αγαπημένος/δημοτικός/ερασιτεχνικός/μουσικός/συνδρομητικός/τοπικός ~. Ακροαματικότητα/κεραία/πρωινή ζώνη ~ού. Αλλάζω/επιλέγω ~ό. Ποιον ~ό ακούτε; Ο ~ μεταδίδει ζωντανά από το ίντερνετ. Το ραδιόφωνό μου πιάνει μόνο δέκα ~ούς (: συχνότητες). Πβ. ραδιο~. 3. χώρος, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου παρέχονται υπηρεσίες ή από όπου διευθύνονται συγκεκριμένες επιχειρήσεις: αστυνομικός/δασικός/πυροσβεστικός ~. Συμβουλευτικός ~ ψυχικής υγείας. ~ αιμοδοσίας/ελέγχου (διαβατηρίων)/εξυπηρέτησης/μέριμνας ζώων/φροντίδας εξαρτημένων ατόμων. Ο ~ λειτουργεί καθημερινά. Μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στον ~ό πρώτων βοηθειών (βλ. πρώτες βοήθειες). 4. καθοριστικό γεγονός, ορόσημο, καμπή: ~ στη ζωή/στην καριέρα του υπήρξε η ... Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ό στην παγκόσμια ιστορία.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/έργο/παράσταση/συνέδριο/συνεργασία-~. Γεγονότα/ημερομηνίες-~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός & (σπάν.) τροχιακός σταθμός: ΑΕΡΟΝ. μεγάλος τεχνητός δορυφόρος σε τροχιά κυρ. γύρω από τη Γη, που χρησιμεύει ως βάση και διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. space station, 1930] , πυρηνικός σταθμός: μονάδα στην οποία η πυρηνική ενέργεια μετατρέπεται σε θερμότητα, ώστε να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια: Εκτός λειτουργίας τέθηκε ο ~ ~. [< αγγλ. nuclear (power) station, 1955] , ραδιοφωνικός σταθμός & (προφ.) σταθμός: χώρος παραγωγής και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών· η αντίστοιχη υπηρεσία και ραδιοφωνική συχνότητα ή δέσμη συχνοτήτων. ΣΥΝ. ραδιοσταθμός (1), σταθμός βάσης: ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις λήψης και εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων σημάτων: ~ ~ κινητής τηλεφωνίας. [< αγγλ. base station] , σταθμός εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόνομος ηλεκτρονικός υπολογιστής, συνήθ. σε δίκτυο, με μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από έναν προσωπικό υπολογιστή, κατάλληλα εφοδιασμένος, για να διεκπεραιώνει σειρά απαιτητικών εργασιών: ~ ~ με δύο επεξεργαστές. [< αγγλ. workstation, 1977] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής & ηλεκτροπαραγωγικός/ηλεκτροπαραγωγός σταθμός: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες μορφές, συνήθ. υδραυλική, πυρηνική, του ατμού, η οποία μεταφέρεται με γραμμές υψηλής τάσης. [< αγγλ. generating station] , τερματικός σταθμός ΣΥΝ. τέρμιναλ 1. αυτός στον οποίο καταλήγει μέσο μεταφοράς, αποβιβάζονται και επιβιβάζονται όλοι οι επιβάτες και εκφορτώνονται και φορτώνονται όλα τα εμπορεύματα: Το μετρό/τραμ έφτασε στον ~ό ~ό. Η αμαξοστοιχία προσεγγίζει (σ)τον ~ό ~ό. Ο ~ ~ του αεροδρομίου.|| (ειδικότ., για φόρτωση και εκφόρτωση προϊόντων σε λιμάνι) ~ ~ καυσίμων. 2. εγκαταστάσεις άντλησης και αποθήκευσης στο σημείο κατάληξης αγωγού πετρελαίου ή αερίου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. τερματικό: ~ ~ εργασίας. [< αγγλ. terminal station] , υγειονομικός σταθμός: ιατρικό κέντρο περιορισμένων δυνατοτήτων., υδροηλεκτρικός σταθμός: εγκαταστάσεις όπου η υδραυλική ενέργεια μετατρέπεται σε ηλεκτρική. [< αγγλ. hydroelectric station, γαλλ. station hydroélectrique] , αιολικός σταθμός βλ. αιολικός2, βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, γεωδαιτικός σταθμός βλ. γεωδαιτικός [< 1,2,3: αρχ. σταθμός, αγγλ.-γαλλ. station 4: γαλλ. étape]

συμπληρωματικός

συμπληρωματικός, ή, ό συ-μπλη-ρω-μα-τι-κός επίθ.: που συμπληρώνει κάτι που λείπει ή προσθέτει κάτι παραπάνω: ~ός: εξοπλισμός/κανονισμός/πίνακας (επιτυχόντων)/προϋπολογισμός/φόρος (μισθωμάτων). ~ή: αγωγή/ανακοίνωση/απάντηση/βιβλιογραφία/δήλωση/δίωξη/έκθεση/εκπαίδευση/ενίσχυση/κατανομή/σύμβαση/σχέση/χορήγηση (φαρμάκου)/χρηματοδότηση. ~ό: εισόδημα/κείμενο/πρόγραμμα/σχέδιο/υλικό (μαθήματος)/υπόμνημα. ~οί: όροι. ~ές: οδηγίες/παροχές (μητρότητας)/πιστώσεις/προτάσεις. ~ά: δικαιολογητικά/έντυπα/έργα/μαθήματα/μέτρα/στοιχεία. (ΝΟΜ.) Έδωσε ~ή κατάθεση. Ζητήθηκαν ~ές διευκρινίσεις/πληροφορίες (πβ. έξτρα, επιπλέον, επιπρόσθετος). Το άρθρο ... περιλαμβάνει ~ές διατάξεις. Υπογράμμισε τον ~ό ρόλο της ιδιωτικής συμμετοχής. Πβ. δευτερεύων, βοηθητ-, επικουρ-, παραπληρωματ-ικός. ΑΝΤ. βασικός, θεμελιώδης, κεντρικός, κύριος, πρωταρχικός. ● επίρρ.: συμπληρωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμπληρωματικές βάσεις: ΒΙΟΧ. οι βάσεις του DNA και του RNA, μεταξύ των οποίων μπορεί να δημιουργηθούν δεσμοί υδρογόνου. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη, ουρακίλη., συμπληρωματικές γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο οξείες γωνίες το άθροισμα των οποίων είναι ίσο με 90°. Βλ. παραπληρωματικές γωνίες., συμπληρωματική ιατρική: (κυρ. για εναλλακτικές μορφές θεραπείας) θεραπευτική που μπορεί να συμπληρώσει τη συμβατική ιατρική. [< αγγλ. complementary medicine, 1982] , συμπληρωματικά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. συμπληρωματικός, γαλλ. complémentaire, supplémentaire, αγγλ. complementary]

σχέδιο

σχέδιοσχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {σχεδί-ου} 1. σκοπός, στόχος και ο τρόπος επίτευξής του: επενδυτικό/επιτελικό/επιχειρησιακό/ευφυές ~. ~ αναδιάρθρωσης/ανάκαμψης/διάσωσης/ιδιωτικοποίησης/κατάσβεσης (πυρκαγιάς)/προστασίας. Στρατηγικό ~ ανάπτυξης νομού. Εκτελώ/θέτω σε εφαρμογή/καταστρώνω/πραγματοποιώ ένα ~. Έχω το ~ό μου. Ανατρέπω/χαλάω τα ~α (κάποιου). Το ~ (α)πέτυχε/ευοδώθηκε.|| Ποια είναι τα ~ά σου για το μέλλον; Στα ~ά μου είναι να ... ΣΥΝ. επιδίωξη.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ επέμβασης/επίθεσης.|| (ΠΟΛΙΤ., για πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής:) ~ Tρούμαν/Mάρσαλ. ΣΥΝ. πλάνο (1), πρόγραμμα (1) || (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ εργασίας (= πρότζεκτ). 2. αναπαράσταση μορφής ή αντικειμένου, συνήθ. του περιγράμματός του, πάνω σε επιφάνεια· ειδικότ. λεπτομερής αποτύπωση αντικειμένου ή χώρου κυρ. προς κατασκευή: ~ ζωγραφικής/πορτρέτου/προσώπου/τοπίου. ~ με κάρβουνο/λαδομπογιά/μελάνι/πένα/τέμπερα/χρώμα. Παιδικό/τρισδιάστατο ~. ΣΥΝ. σκίτσο.|| ~ αυτοκινήτου/επίπλου/ιστοσελίδας/λογότυπου/μοντέλου/παπουτσιών/ρούχων/υφασμάτων. Αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό (βλ. ντιζάιν)/διακοσμητικό/καλλιτεχνικό/κατασκευαστικό/μηχανικό/οικιστικό/τοπογραφικό ~. ~ γλύπτη/μόδιστρου/σκηνογράφου. Εκπονώ/κάνω τα ~α. Αγόρασα διαμέρισμα στα ~α (: προτού κατασκευαστεί).|| (η σχετική τεχνική:) Διδάσκω/εξετάζομαι στο/μελετώ ~.|| (σχηματική απεικόνιση χώρου:) ~ αίθουσας/τάξης. ΣΥΝ. σχεδιάγραμμα.|| Καναπές σε μοντέρνο ~. Πβ. στιλ, τεχνοτροπία. Βλ. προ~. ΣΥΝ. σχεδίαση (1), σχεδίασμα (1) 3. κάθε διακοσμητική και γενικότ. καλλιτεχνική σύνθεση πάνω σε οποιοδήποτε υλικό: γεωμετρικά ~α. Κέντημα/κουρτίνες/ποδιά/πόρτα/ταβάνι/ύφασμα με ~α. Προϊόντα σε ποικιλία ~ων. Βλ. διάνθισμα, ποίκιλμα. 4. γενική ή πρόχειρη μορφή παρουσίασης γραπτού συνήθ. κειμένου, που περιλαμβάνει τα κύρια σημεία του: ~ αίτησης/αναφοράς/βιβλίου/διάλεξης/μελέτης/ομιλίας/συμβολαίου/συμφωνίας/συνθήκης. ΣΥΝ. διάγραμμα (3) ● Υποκ.: σχεδιάκι (το): κυρ. στις σημ. 2,3. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο σχέδιο: που δημιουργείται με τη χρήση μολυβιού και βελόνας για τη μέτρηση των αναλογιών του αντικειμένου που θα σχεδιαστεί. Βλ. γραμμικό σχέδιο., σχέδιο Β’ & (σπανιότ.) πλάνο Β’: εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση αποτυχίας του πρώτου {< αγγλ. Plan B, 1977] , σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο : σχέδιο για τη ρυμοτόμηση, τη δόμηση και την επέκταση μιας πόλης: (οικισμός, οικόπεδο, περιοχή, σπίτι) εντός/εκτός ~ου πόλεως. Ένταξη στο ~ ~., σχέδιο πτήσης: αναπαράσταση της πορείας αεροσκάφους πάνω σε χάρτη., γραμμικό σχέδιο βλ. γραμμικός, επιχειρηματικό σχέδιο βλ. επιχειρηματικός, κινούμενα σχέδια βλ. κινούμενος, λογιστικό σχέδιο βλ. λογιστικός, πρόγραμμα/σχέδιο δράσης βλ. δράση, ρυθμιστικό σχέδιο βλ. ρυθμιστικός, ρυμοτομικό σχέδιο βλ. ρυμοτομικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, σχέδιο νόμου βλ. νόμος ● ΦΡ.: βάσει σχεδίου: για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ή κάποιος ενεργεί συνειδητά, ακολουθώντας συγκεκριμένη μέθοδο, ορισμένο πρόγραμμα: Περιοχή που αναπτύσσεται ~ ~.|| (μτφ.) Βαδίζει/κινείται/λειτουργεί ~ ~ για το μέλλον. Όλα πάνε/προχωρούν ~ ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Δρα ~ (οργανωμένου) ~, για να υπονομεύσει την ενότητα της ομάδας. Βλ. βλέποντας και κάνοντας. [< μτγν. σχέδιον ‘αυτοσχέδιος λόγος’, γαλλ. dessin, αγγλ. design]

υπερδομή

υπερδομή[ὑπερδομή] υ-περ-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. υπερκατασκευή: Η σκάλα οδηγεί από το ισόγειο στην ~. Βλ. ανωδομή, επιδομή.|| ~ του πλοίου. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. εποικοδόμημα. Βλ. βάση, υποδομή. 3. ΓΛΩΣΣ. η τυπική οργάνωση ενός κειμενικού είδους: ~ της αφήγησης. [< 1: γαλλ. superstructure]

φορολογικός

φορολογικός, ή, ό φο-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη φορολογία: ~ός: ανταγωνισμός/έλεγχος (= φοροέλεγχος)/κώδικας/νόμος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: αμνηστία/απάτη/εναρμόνιση (των ~ών συστημάτων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/ισότητα/κατοικία (: ο τόπος όπου ένα πρόσωπο υποχρεούται να δηλώνει το συνολικό του εισόδημα)/κλίμακα/μεταρρύθμιση/περίοδος/πολιτική/ταμειακή μηχανή. ~ό: απόρρητο/Δίκαιο/δικαστήριο/έτος/καθεστώς/νομοσχέδιο/σαφάρι (= φοροσαφάρι). ~ές: απαλλαγές (= φοροαπαλλαγές)/διαφορές/διευκολύνσεις/εκκρεμότητες/επιβαρύνσεις/παραβάσεις/περικοπές/ρυθμίσεις/υπηρεσίες/υποχρεώσεις. ~ά: βάρη/βιβλία/έντυπα/έσοδα/κίνητρα (για επενδύσεις)/μέτρα. Λογιστικό-~ό γραφείο.|| ~ός: διαιτητής/εκπρόσωπος/σύμβουλος. ~ές: Αρχές. ● Ουσ.: φορολογικά (τα) (προφ.): ενν. θέματα: Έχει αναθέσει τα ~ του σε φοροτεχνικό. ● επίρρ.: φορολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φορολογική βάση: το εισόδημα, η περιουσία και οι δαπάνες του φορολογούμενου, βάσει των οποίων καθορίζεται ο φορολογικός συντελεστής: ενιαία ~ ~. Διεύρυνση της ~ής ~ης., φορολογική δήλωση: έγγραφη ή ηλεκτρονική δήλωση εισοδήματος που υποβάλλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αρμόδια φορολογική Αρχή κάθε χρόνο· συνεκδ. το αντίστοιχο έντυπο ή η ψηφιακή φόρμα: εκπρόθεσμη ~ ~. Εκκαθάριση ~ής ~ης.|| Προθεσμίες για την κατάθεση/υποβολή ~ών ~ώσεων. Οδηγίες για τη συμπλήρωση των ~ών ~ώσεων (: φορολογικός οδηγός). Βλ. φοροτεχνικός., φορολογικός μηχανισμός/εκτυπωτής: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική υπολογιστική συσκευή για την έκδοση παραστατικών. Πβ. ταμειακή μηχανή., φορολογικός συντελεστής: το ποσό του φόρου που αναλογεί σε κάθε μονάδα της φορολογικής βάσης, εκφραζόμενο ως ποσοστό επί τοις εκατό: ανώτατος/κεντρικός/μέσος ~ ~. Υψηλοί/χαμηλοί ~οί ~ές. Ενιαίος ~ ~ ...%. Αύξηση των ~ών ~ών., φορολογική ενημερότητα βλ. ενημερότητα, φορολογικό μητρώο βλ. μητρώο, φορολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< μεσν. φορολογικός, γαλλ. fiscal, αγγλ. tax]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.