Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βάτραχος βά-τρα-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άχου | σπάν. θηλ. βατραχίνα}: ΖΩΟΛ. γένος άνουρων τετράποδων αμφιβίων (οικογ. Ranidae) με λείο δέρμα, καλυμμένο με βλέννα, που μετακινούνται με άλματα χάρη στα ισχυρά και μακριά πίσω πόδια τους: πράσινος ~. Πόδια ~άχου (= βατραχοπόδαρα). Το κόασμα των ~άχων. Πβ. μπάκακας. Βλ. γυρίνος, δενδρο~, φρύνος. ● Υποκ.: βατραχάκι (το) [< αρχ. βάτραχος]

γυρίνος

γυρίνος[γυρῖνος] γυ-ρί-νος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. υδρόβια προνύμφη των άνουρων αμφίβιων (βάτραχος, φρύνος), αποτελούμενη από κεφάλι, ουρά και εξωτερικά βράγχια. [< αρχ. γυρῖνος]