Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βαθυσκάφος βα-θυ-σκά-φος ουσ. (ουδ.): ειδικό υποβρύχιο σκάφος για έρευνες σε μεγάλα βάθη: (μη) επανδρωμένο/ρομποτικό ~. Το ~ εντόπισε την άτρακτο του αεροπλάνου/το ναυάγιο του πλοίου. [< γαλλ. bathyscaphe, 1946, αγγλ. ~, 1947]