Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βαρόνος βα-ρό-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) χαρακτηρισμός ισχυρού άνδρα, συνήθ. μεγάλης ηλικίας, που ασκεί επιρροή στον χώρο του ή ελέγχει κάποιον τομέα: ~οι της διαπλοκής/κόκας. Οι ~οι ενός κόμματος. 2. ΙΣΤ. {θηλ. βαρόνη, σπάν. βαρονέσα} τίτλος ευγενείας στη Δυτική Ευρώπη, κατώτερος του κόμη. [< γαλλ. baron – παλαιότ. ορθογρ. βαρώνος]