Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βασίλισσα βα-σί-λισ-σα ουσ. (θηλ.) 1. γυναίκα που ασκεί την εξουσία του βασιλιά· η σύζυγος (ή χήρα) του βασιλιά: Στέφθηκε ~. Η ~ της Αγγλίας ... Βλ. τσαρίνα. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή πράγμα θηλυκού γένους που κατέχει κορυφαία θέση, ξεχωρίζει σε έναν τομέα, χώρο: Η ~ της βραδιάς/της κουζίνας/της ομορφιάς (πβ. μις)/της ποπ. Η ~ της Ευρώπης (: ομάδα που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα).|| (για πόλη) Η ~ της διασκέδασης.|| (για μοτοσικλέτα) Η ~ του δρόμου. 3. (στο σκάκι) το δεύτερο πιο σημαντικό πιόνι μετά τον βασιλιά, αλλά και το πιο ισχυρό, που μπορεί να κινηθεί σε ευθεία γραμμή σε απεριόριστο αριθμό τετραγώνων προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Βλ. ρεν. 4. ΖΩΟΛ. το μοναδικό γόνιμο θηλυκό έντομο μιας αποικίας μελισσών ή άλλων εντόμων (π.χ. μυρμηγκιών, τερμιτών ή σφηκών). Βλ. εργάτρια, κηφήνας. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ντάμα. Βλ. ρήγας. ● ΦΡ.: την έχω σαν βασίλισσα: της προσφέρω άνετη και πλούσια ζωή, της κάνω όλα τα χατίρια., ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασιλιάς [< αρχ. βασίλισσα, αγγλ. queen]

βασιλιάς

βασιλιάςβα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi]

γυμνός

γυμνός, ή, ό γυ-μνός επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν φορά ρούχα ή είναι ελαφρά ντυμένος· (για μέρος του σώματος) που δεν καλύπτεται από αυτά: ~ό: μοντέλο. ~ από τη μέση και πάνω (βλ. ημί-, μισό-γυμνος). Πόζαρε/φωτογραφήθηκε ~ή. Βούτηξαν ~οί στο νερό. Πβ. γδυτός, τσίτσιδος. Βλ. θεό-, ολό-γυμνος.|| Μη βγεις έτσι ~, φόρα κάτι ζεστό πάνω σου.|| ~ή: πλάτη (βλ. εξώπλατος). ~ό: στήθος (βλ. γυμνόστηθος)/χέρι (: χωρίς γάντια). ~οί: ώμοι.|| (συνεκδ., που περιλαμβάνει γυμνό σώμα:) ~ή: σκηνή/φωτογραφία/φωτογράφιση. ~ό: εξώφυλλο. Αντιπολεμική ~ή διαμαρτυρία. 2. (μτφ.) που δεν καλύπτεται από κάτι: (χωρίς βλάστηση ή φύλλα:) ~ό: βουνό (πβ. φαλακρό)/κλαδί/νησί (πβ. άδενδρο, ξερονήσι. ΑΝΤ. κατάφυτο). ~ά: βράχια.|| (χωρίς διακόσμηση ή επίπλωση:) ~οί: τοίχοι. Το σπίτι φάνταζε άδειο και ~ό.|| (χωρίς προστασία, περίβλημα:) ~ή: φλόγα (: ακάλυπτη). ~ό: καλώδιο (: χωρίς μόνωση)/μέταλλο/(ηλεκτροφόρο) σύρμα.|| ~ό: σπαθί (: έξω από τη θήκη του).|| Οι νεοσσοί γεννιούνται ~οί (: χωρίς φτέρωμα). 3. (μτφ.) που δεν διαθέτει, στερείται κάτι: (χωρίς προσχήματα, ωραιοποιήσεις:) ~ή: αλήθεια (= απροκάλυπτη)/βία (= ωμή)/πραγματικότητα. ~ά: γεγονότα.|| Κείμενο ~ό από επιχειρήματα/νόημα/συναίσθημα (πβ. φτωχό). ● Ουσ.: γυμνό (το): αναπαράσταση στην τέχνη ή εμφάνιση (συνήθ. στην τηλεόραση ή σε έντυπα) του γυμνού ανθρώπινου σώματος: ανδρικό/γυναικείο/καθιστό ~. Το ~ στη φωτογραφία. Σπουδή ~ού (: για έργα ζωγραφικής).|| Σκηνές ~ού. Το ~ πουλάει. ● Υποκ.: γυμνούλης , α, -ικο/-ι ● ΦΡ.: με γυμνό μάτι/οφθαλμό & (λόγ.) διά γυμνού οφθαλμού 1. χωρίς χρήση οπτικού οργάνου (φακού, μικροσκοπίου, τηλεσκοπίου): πλανήτες ορατοί ~ ~. Οργανισμοί αόρατοι ~ ~. 2. (μτφ.) για κάτι ολοφάνερο, οφθαλμοφανές: Το αποτέλεσμα είναι ορατό ~ ~. [< γαλλ. (invisible) à l'œil nu] , ο βασιλιάς είναι γυμνός & η βασίλισσα είναι γυμνή: σε περιπτώσεις που αποκαλύπτεται η σαθρότητα, αδυναμία ισχυρού προσώπου ή θεσμού. [< αγγλ. the king is naked (Σαίξπηρ)] [< αρχ. γυμνός]

ρεν

ρενουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) απειλή προς τη βασίλισσα του αντιπάλου: Έκανε ~. Βλ. ρουά. [< γαλλ. reine]

ρήγας

ρήγαςρή-γας ουσ. (αρσ.) {ρηγ-άδες} 1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα βασιλιά: ~ κούπα/μπαστούνι/σπαθί. Βλ. ντάμα, φάντης. ΣΥΝ. παπάς (2) 2. {σπάν. θηλ. ρήγισσα κ. ρήγαινα} (λαϊκό-λογοτ.) βασιλιάς. [< 1: ιταλ. ré 2: μεσν. ρήγας]

τσαρίνα

τσαρίνα[τσαρῖνα] τσα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) αυτοκράτειρα με τσαρική εξουσία· σύζυγος τσάρου. 2. (μτφ.) γυναίκα, συνήθ. ρωσικής καταγωγής, που κατέχει κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ~ του χορού/μπαλέτου. Πβ. βασίλισσα. Βλ. -ίνα1.