Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βασανίζω βα-σα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {βασάνι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, βασανίζ-οντας, -όμενος, βασανι-σμένος} 1. κάνω σε κάποιον βασανιστήρια: Τον ~σαν ανελέητα/απάνθρωπα/φρικτά, για να να ομολογήσει. ~στηκε στα κρατητήρια. ~σμένα: ζώα/κορμιά. Πβ. κακοποιώ. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ψυχική ή σωματική δοκιμασία· ταλαιπωρώ, παιδεύω: Το θέμα που με ~ει είναι ... Πες μου τι σε ~ει (= απασχολεί). Τον ~ει το άγχος/η ιδέα ότι .../~ουν οι έγνοιες/οι σκέψεις. Μίλα μου και μη με ~εις άλλο (: μη με κρατάς σε αγωνία)! ~εται από αναπάντητα ερωτήματα/τις τύψεις. ~στηκε στη ζωή του.|| Αρρώστια που ~ει (= μαστίζει) χιλιάδες ανθρώπους. ~όταν (= υπέφερε) από αφόρητους πόνους/αϋπνίες.|| ~σμένος: λαός/τόπος (βλ. πολυβασανισμένος). ~σμένη: ψυχή. ~σμένοι (και εξαθλιωμένοι) από τη φτώχεια και τους πολέμους. ΣΥΝ. κατατρύχει, τυραννώ (1) 3. (μτφ.-προφ.) εξετάζω εξαντλητικά: Μην το ~εις άδικα το θέμα/το πράγμα! Πβ. λεπτολογώ, (ξε)ψειρίζω. ● ΦΡ.: βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου: καταβάλλω έντονη διανοητική και ψυχική προσπάθεια: Το πρόβλημα είναι απλό, μη ~εις (άλλο) ~ σου. Πάψε να ~εις ~ σου με αυτές τις ανοησίες.|| Όσο και αν ~ το κεφάλι/το μυαλό μου, δεν μπορώ να θυμηθώ. [< αρχ. βασανίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.