Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βασεόφιλος , ος/η, ο βα-σε-ό-φι-λος επίθ.: ΒΙΟΛ. που χρωματίζεται εύκολα με τις βασικές χρωστικές (έντονο ερυθρό-πορφυρό χρώμα): ~ο: κυτταρόπλασμα. ● Ουσ.: βασεόφιλα (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα με μεγάλα βασεόφιλα κοκκία, τα οποία εκκρίνουν ισταμίνη και ηπαρίνη. Βλ. ηωσινό-, ουδετερό-φιλα, κοκκιοκύτταρα. [< γαλλ. basophile, 1905, αγγλ. basophil]