Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βαφή βα-φή ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη μιας επιφάνειας με χρώμα: ~ αυτοκινήτου/υφασμάτων. ~ και γυάλισμα υποδημάτων. Εργαλεία/τεχνίτης/φούρνος ~ής. Πιστόλια ~ής αέρος και αερογράφοι. Μονάδα ~ής και φανοποιίας. ΣΥΝ. βάψιμο (1) 2. χρωστική ουσία που χρησιμοποιείται στο βάψιμο: ακρυλική/εποξειδική/οικολoγική/υδατοδιαλυτή/φυτική ~. ~ λάκας/μαλλιών. ~ για δάπεδα/τοίχους. Χημικές ~ές. Χρώματα-~ές. ~ές κλωστοϋφαντουργίας. ΣΥΝ. μπογιά (1) 3. ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κατεργασίας που βασίζεται στην απότομη ψύξη ενός μετάλλου που έχει θερμανθεί, με σκοπό την αύξηση της ανθεκτικότητάς του. Βλ. ανόπτηση, γαλβανισμός, επιχρωμίωση. ΣΥΝ. σκλήρυνση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή βλ. ηλεκτροστατικός [< αρχ. βαφή]

ανόπτηση

ανόπτηση[ἀνόπτηση] α-νό-πτη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμική διεργασία (θέρμανση συνοδευόμενη από σταδιακή επαναφορά στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος) για τη βελτίωση των μηχανικών ιδιοτήτων μετάλλου: προσομοιωμένη ~. Πβ. πύρωμα. [< γαλλ. recuit, γερμ. Ausglühung]

ηλεκτροστατικός

ηλεκτροστατικός, ή, ό [ἠλεκτροστατικός] η-λε-κτρο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με στατικά ηλεκτρικά φορτία: ~ός: επιταχυντής. ~ή: γεννήτρια/δύναμη/εκκένωση/ενέργεια/επαγωγή/μονάδα. ~ό: πεδίο/φίλτρο. ~ές: αλληλεπιδράσεις. ~ά: ηχεία. Βλ. ηλεκτροκινητικός. ● επίρρ.: ηλεκτροστατικά ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιφανειακή επικάλυψη κυρ. προϊόντων αλουμινίου με ειδικές εποξειδικές ή πολυεστερικές ρητίνες. Βλ. ανοδίωση, γαλβανισμός. [< γαλλ. électrostatique, αγγλ. electrostatic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.