βαφή βα-φή ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη μιας επιφάνειας με χρώμα: ~ αυτοκινήτου/υφασμάτων. ~ και γυάλισμα υποδημάτων. Εργαλεία/τεχνίτης/φούρνος ~ής. Πιστόλια ~ής αέρος και αερογράφοι. Μονάδα ~ής και φανοποιίας. ΣΥΝ. βάψιμο (1) 2. χρωστική ουσία που χρησιμοποιείται στο βάψιμο: ακρυλική/εποξειδική/οικολoγική/υδατοδιαλυτή/φυτική ~. ~ λάκας/μαλλιών. ~ για δάπεδα/τοίχους. Χημικές ~ές. Χρώματα-~ές. ~ές κλωστοϋφαντουργίας. ΣΥΝ. μπογιά (1) 3. ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κατεργασίας που βασίζεται στην απότομη ψύξη ενός μετάλλου που έχει θερμανθεί, με σκοπό την αύξηση της ανθεκτικότητάς του. Βλ. ανόπτηση, γαλβανισμός, επιχρωμίωση. ΣΥΝ. σκλήρυνση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή βλ. ηλεκτροστατικός [< αρχ. βαφή]
ανόπτηση
ανόπτηση[ἀνόπτηση] α-νό-πτη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. θερμική διεργασία (θέρμανση συνοδευόμενη από σταδιακή επαναφορά στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος) για τη βελτίωση των μηχανικών ιδιοτήτων μετάλλου: προσομοιωμένη ~. Πβ. πύρωμα. [< γαλλ. recuit, γερμ. Ausglühung]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.