Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βεβαιωτικός , ή, ό βε-βαι-ω-τι-κός επίθ. (επίσ.): που βεβαιώνει, επικυρώνει ή πιστοποιεί κάτι: ~ός: όρκος. ~ή: πράξη. ~ό: σημείωμα. Πβ. επι~. ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαιωτικό επίρρημα/μόριο: ΓΛΩΣΣ. που επιβεβαιώνει καταφατικά το νόημα μιας λέξης, κυρ. ρήματος, ή της πρότασης: π.χ. ναι, βέβαια, αλήθεια. [< μτγν. βεβαιωτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.