βεβαιώνω βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βεβαίω-σα, -θηκα, -θεί, -μένος, βεβαιών-οντας} 1. παρέχω σε κάποιον διαβεβαίωση για κάτι: ~ με όρκο πως λέω την αλήθεια. Σας ~, όλα θα πάνε καλά (πβ. δια~, εγγυώμαι). ~ουν ότι έλαβαν γνώση της επιστολής. Τον ~σε (: του έδωσε τον λόγο του) ότι δεν θα κινηθεί δικαστικά εναντίον του.Βλ. επανα~.2. επιβεβαιώνω, πιστοποιώ, επικυρώνω: ~ την ακρίβεια/αλήθεια/εγκυρότητα των στοιχείων. ~ τα λεγόμενα/την ταυτότητα (κάποιου). Δίπλωμα/έγγραφο/μάρτυρας/παραστατικό/πιστοποιητικό που ~ει ότι ... ~εται το γνήσιο της υπογραφής. Πβ. βεβαιώ. ΑΝΤ. διαψεύδω.|| (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~μένη: επιταγή (: την πληρωμή της οποίας έχει εγγυηθεί μία τράπεζα). ~μένο: ποινικό αδίκημα/πρόστιμο (: που οφείλεται και πρέπει να πληρωθεί)/τέλος. ~μένοι: φόροι. ● Παθ.: βεβαιώνομαι1. αποκτώ τη βεβαιότητα, πείθομαι για κάτι: ~ για τις καλές προθέσεις (κάποιου). Αφού ~θηκε ότι δεν τον έβλεπε κανείς, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. ΣΥΝ. σιγουρεύομαι 2. {στο γ' πρόσ.} διαπιστώνεται: (ΝΟΜ.) ~εται παράβαση των κανόνων. Είναι επιστημονικά/ιστορικά ~μένο ότι ... [< μεσν. βεβαιώνω]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.