Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βεβαιώνω βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βεβαίω-σα, -θηκα, -θεί, -μένος, βεβαιών-οντας} 1. παρέχω σε κάποιον διαβεβαίωση για κάτι: ~ με όρκο πως λέω την αλήθεια. Σας ~, όλα θα πάνε καλά (πβ. δια~, εγγυώμαι). ~ουν ότι έλαβαν γνώση της επιστολής. Τον ~σε (: του έδωσε τον λόγο του) ότι δεν θα κινηθεί δικαστικά εναντίον του. Βλ. επανα~. 2. επιβεβαιώνω, πιστοποιώ, επικυρώνω: ~ την ακρίβεια/αλήθεια/εγκυρότητα των στοιχείων. ~ τα λεγόμενα/την ταυτότητα (κάποιου). Δίπλωμα/έγγραφο/μάρτυρας/παραστατικό/πιστοποιητικό που ~ει ότι ... ~εται το γνήσιο της υπογραφής. Πβ. βεβαιώ. ΑΝΤ. διαψεύδω.|| (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~μένη: επιταγή (: την πληρωμή της οποίας έχει εγγυηθεί μία τράπεζα). ~μένο: ποινικό αδίκημα/πρόστιμο (: που οφείλεται και πρέπει να πληρωθεί)/τέλος. ~μένοι: φόροι. ● Παθ.: βεβαιώνομαι 1. αποκτώ τη βεβαιότητα, πείθομαι για κάτι: ~ για τις καλές προθέσεις (κάποιου). Αφού ~θηκε ότι δεν τον έβλεπε κανείς, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. ΣΥΝ. σιγουρεύομαι 2. {στο γ' πρόσ.} διαπιστώνεται: (ΝΟΜ.) ~εται παράβαση των κανόνων. Είναι επιστημονικά/ιστορικά ~μένο ότι ... [< μεσν. βεβαιώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.