Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βελτίωση βελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): εξέλιξη, πορεία, μεταβολή προς το καλύτερο: ~ των διαδικασιών/του καιρού/του κλίματος/της λειτουργίας του οργανισμού/της παραγωγικότητας/της ποιότητας/των συνθηκών ζωής. Έργα/προτάσεις/σημάδια/σχέδια ~ης. Μόρια ~ώσεων. Γενετική ~ φυτών. Αίτηση για ~ θέσης. Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς παρουσίασε ελαφρά/σημαντική ~. Επιδέχεται/έχει υποστεί ~. Αλλαγές που επιφέρουν ~. Ο μαθητής έχει μεγάλα περιθώρια ~ης. Διεύθυνση Εγγείων ~ώσεων (πβ. εγγειο~). Πβ. αναβάθμιση, πρόοδος. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. επιδείνωση, χειροτέρευση ● βελτιώσεις (οι): διορθώσεις, αλλαγές στις οποίες υποβάλλεται κάποιος ή κάτι με σκοπό την καλυτέρευσή του: μηχανικές ~. ~ αυτοκινήτων/κινητήρων/οχημάτων. Ανταλλακτικά/Επισκευές-~. ● ΣΥΜΠΛ.: βελτίωση βαθμολογίας: δικαίωμα επανεξέτασης με στόχο μεγαλύτερη βαθμολογία: ~ ~ μαθημάτων. Βλ. αναβαθμολόγηση. [< μτγν. βελτίωσις]

αναβαθμολόγηση

αναβαθμολόγηση[ἀναβαθμολόγηση] α-να-βαθ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επανεξέταση της βαθμολογίας γραπτού σε εξετάσεις σε περίπτωση μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στον βαθμό του πρώτου και του δεύτερου βαθμολογητή ή ύστερα από αίτηση του εξεταζομένου: επιτροπή ~ης. Έγινε/έκανε/ζήτησε ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.