βελτίωση βελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): εξέλιξη, πορεία, μεταβολή προς το καλύτερο: ~ των διαδικασιών/του καιρού/του κλίματος/της λειτουργίας του οργανισμού/της παραγωγικότητας/της ποιότητας/των συνθηκών ζωής. Έργα/προτάσεις/σημάδια/σχέδια ~ης. Μόρια ~ώσεων. Γενετική ~ φυτών. Αίτηση για ~ θέσης. Η κατάσταση της υγείας του ασθενούς παρουσίασε ελαφρά/σημαντική ~. Επιδέχεται/έχει υποστεί ~. Αλλαγές που επιφέρουν ~. Ο μαθητής έχει μεγάλα περιθώρια ~ης. Διεύθυνση Εγγείων ~ώσεων (πβ. εγγειο~). Πβ. αναβάθμιση, πρόοδος. Βλ. αυτο~. ΑΝΤ. επιδείνωση, χειροτέρευση ● βελτιώσεις (οι): διορθώσεις, αλλαγές στις οποίες υποβάλλεται κάποιος ή κάτι με σκοπό την καλυτέρευσή του: μηχανικές ~. ~ αυτοκινήτων/κινητήρων/οχημάτων. Ανταλλακτικά/Επισκευές-~. ● ΣΥΜΠΛ.: βελτίωση βαθμολογίας: δικαίωμα επανεξέτασης με στόχο μεγαλύτερη βαθμολογία: ~ ~ μαθημάτων. Βλ. αναβαθμολόγηση. [< μτγν. βελτίωσις]
αναβαθμολόγηση
αναβαθμολόγηση[ἀναβαθμολόγηση] α-να-βαθ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επανεξέταση της βαθμολογίας γραπτού σε εξετάσεις σε περίπτωση μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στον βαθμό του πρώτου και του δεύτερου βαθμολογητή ή ύστερα από αίτηση του εξεταζομένου: επιτροπή ~ης. Έγινε/έκανε/ζήτησε ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.