Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βενζοδιαζεπίνες βεν-ζο-δι-α-ζε-πί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βενζοδιαζεπίνη}: ΦΑΡΜΑΚ. κατηγορία αγχολυτικών φαρμάκων (σύμβ. C9H8N2) με υπνωτικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες: βαρβιτουρικά και ~. [< αγγλ. benzodiazepine, 1934, γαλλ. benzodiazépine, περ. 1950]