Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βενζοδιαζεπίνες βεν-ζο-δι-α-ζε-πί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. βενζοδιαζεπίνη}: ΦΑΡΜΑΚ. κατηγορία αγχολυτικών φαρμάκων (σύμβ. C9H8N2) με υπνωτικές και μυοχαλαρωτικές ιδιότητες: βαρβιτουρικά και ~. [< αγγλ. benzodiazepine, 1934, γαλλ. benzodiazépine, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.