Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βεντιλατέρ βε-ντι-λα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βαντιλατέρ: ΤΕΧΝΟΛ. ανεμιστήρας για τον εξαερισμό χώρων ή για την ψύξη κινητήρων αυτοκινήτων: ηλεκτρικό ~. Μοτέρ ~. Πβ. (εξ)αεριστήρας. [< γαλλ. ventilateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.