Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βεντιλατέρ βε-ντι-λα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & βαντιλατέρ: ΤΕΧΝΟΛ. ανεμιστήρας για τον εξαερισμό χώρων ή για την ψύξη κινητήρων αυτοκινήτων: ηλεκτρικό ~. Μοτέρ ~. Πβ. (εξ)αεριστήρας. [< γαλλ. ventilateur]