Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βεράντα βε-ρά-ντα ουσ. (θηλ.): εξωτερική, συνήθ. στεγασμένη, προέκταση οικήματος: άνετη/ευρύχωρη/ιδιωτική/ξύλινη/πλακόστρωτη/σκεπαστή ~. ~ ισογείου/ορόφου. Έπιπλα κήπου και ~ας. ~ με θέα/πέργκολα/τέντα. Διαμέρισμα με ~ες περιμετρικά. Πβ. μπαλκόνι. ● Υποκ.: βεραντούλα (η) [< ιταλ. veranda]