Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βιζόν βι-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό που συγγενεύει με τη νυφίτσα (επιστ. ονομασ. Mustela vison, M. lutreola) και (κυρ.-συνεκδ. κ. στο θηλ.) η πολύτιμη γούνα του: ετόλ/ζακέτα/παλτό (από) ~. ΣΥΝ. μινκ. Βλ. ερμίνα, ρακούν, ρενάρ. [< γαλλ. vison]

ερμίνα

ερμίνα[ἑρμίνα] ερ-μί-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Mustela erminea), λίγο μεγαλύτερο από τη νυφίτσα, με την οποία μοιάζει· κυρ. συνεκδ. η γούνα από το συγκεκριμένο ζώο. Βλ. βιζόν. [< γαλλ. hermine]