Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βιμπραφωνίστας βι-μπρα-φω-νί-στας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει βιμπράφωνο: ~ της τζαζ. Βλ. σαξοφωνίστας, -ίστας. [< γαλλ. vibraphoniste, 1949, αγγλ. vibraphonist]

σαξοφωνίστας

σαξοφωνίσταςσα-ξο-φω-νί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σαξοφωνίστρια}: μουσικός που παίζει σαξόφωνο: τενόρο ~. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. saxophoniste, 1938, αγγλ. saxophonist]