Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βιοδηλωτικός , ή, ό βι-ο-δη-λω-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη βλ. ίχνος

ίχνος

ίχνος[ἴχνος] ί-χνος ουσ. (ουδ.) {ίχν-ους | -η, -ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} το αποτύπωμα της πατημασιάς ανθρώπου ή ζώου στο έδαφος και γενικότ. σε επιφάνεια: αχνά/βαθιά/ευδιάκριτα/πρόσφατα/φρέσκα ~η. ~η πάνω στη λάσπη/στο χιόνι/στο χώμα. Αναγνώριση ~ών. Πβ. πατήματα. ΣΥΝ. χνάρι (1) 2. (γενικότ.) κάθε σημάδι που μένει από κάτι ή κάποιον μετά το πέρασμα, την παρουσία ή τη δράση του: ~ μονοπατιού/πορείας οχήματος/πτήσης αεροσκάφους/ραντάρ. ~η αυτοκινήτου/πέδησης/τροχών/φωτιάς. Το μνημείο φέρει ~η βανδαλισμού. Βρέθηκαν ~η αρχαιοτήτων/προϊστορικού οικισμού (πβ. απομεινάρι, κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα).|| (μτφ.) Με το έργο του άφησε ανεξίτηλα ~η στα ελληνικά γράμματα.|| (για πρόσ.) Εξαφανίστηκε/έφυγε χωρίς το παραμικρό ~ πίσω του. Κρύβω/σκεπάζω τα ~η μου. ~η ζωής. Ανακάλυψε/βρήκε τα ~η του μετά από μήνες. Παρακολούθηση των ~ών των υπόπτων.|| Εντοπίστηκαν ηλεκτρονικά/ψηφιακά ~η. Πβ. αποτύπωμα. 3. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: (συχνά στον πληθ.) Εντοπίστηκαν ~η αίματος στα ρούχα.|| (μτφ., + γεν. αφηρημένης έννοιας, κυρ. σε αποφατικές προτάσεις) Υπάρχει ένα ~ αισιοδοξίας και ελπίδας για το μέλλον. Διέκρινα ένα ~ ειρωνείας στη φωνή της. Δεν υπάρχει ούτε (το παραμικρό) ~ αμφιβολίας ότι ... Μίλησε χωρίς ~ ντροπής/υποτίμησης (= χωρίς να ντρέπεται/να υποτιμά κάποιον). Πβ. δράμι, κόκκος, κουκούτσι, σταγόνα, στάλα, σταλιά, ψήγμα. 4. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής ευθείας ή επιφάνειας με την κάθετη προς αυτήν ευθεία ή επιφάνεια αντίστοιχα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κάθε σημάδι ζωής που αφήνει ένας οργανισμός και αποτυπώνεται σε ένα γεωλογικό στρώμα χωρίς όμως υπολείμματα σκελετικών στοιχείων: ~ ~ ακινησίας/αναπαραγωγής/διατροφής/κίνησης., δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια ● ΦΡ.: δεν έχει/διαθέτει ίχνος ... (+ γεν.): δεν έχει καθόλου: ~ ~ αυτογνωσίας/ευαισθησίας/ηθικής., στα ίχνη & (σπανιότ.-λόγ.) επί τα ίχνη: στην πορεία για τον εντοπισμό προσώπου ή πράγματος: ~ ~ κυκλώματος ναρκωτικών/τρομοκρατικής οργάνωσης η Αστυνομία. Ταξιδεύοντας ~ ~ του βιβλίου/της ταινίας., χάνω τα ίχνη (κάποιου) 1. δεν μπορώ να ακολουθήσω ή να εντοπίσω κάποιον που συνήθ. προπορεύεται: Μέσα στον καπνό/στην ομίχλη έχασα ~ του. Χάθηκαν ~ τους, έγιναν άφαντοι. 2. (μτφ.) παύω να έχω επαφή με κάποιον, δεν γνωρίζω πού βρίσκεται και τι κάνει: Κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αλλά τελευταία έχω ~σει ~ του. Πβ. χάνω επαφή., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἴχνος, γαλλ.-αγγλ. trace]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.