ίχνος[ἴχνος] ί-χνος ουσ. (ουδ.) {ίχν-ους | -η, -ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} το αποτύπωμα της πατημασιάς ανθρώπου ή ζώου στο έδαφος και γενικότ. σε επιφάνεια: αχνά/βαθιά/ευδιάκριτα/πρόσφατα/φρέσκα ~η. ~η πάνω στη λάσπη/στο χιόνι/στο χώμα. Αναγνώριση ~ών. Πβ. πατήματα. ΣΥΝ. χνάρι (1) 2. (γενικότ.) κάθε σημάδι που μένει από κάτι ή κάποιον μετά το πέρασμα, την παρουσία ή τη δράση του: ~ μονοπατιού/πορείας οχήματος/πτήσης αεροσκάφους/ραντάρ. ~η αυτοκινήτου/πέδησης/τροχών/φωτιάς. Το μνημείο φέρει ~η βανδαλισμού. Βρέθηκαν ~η αρχαιοτήτων/προϊστορικού οικισμού (πβ. απομεινάρι, κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα).|| (μτφ.) Με το έργο του άφησε ανεξίτηλα ~η στα ελληνικά γράμματα.|| (για πρόσ.) Εξαφανίστηκε/έφυγε χωρίς το παραμικρό ~ πίσω του. Κρύβω/σκεπάζω τα ~η μου. ~η ζωής. Ανακάλυψε/βρήκε τα ~η του μετά από μήνες. Παρακολούθηση των ~ών των υπόπτων.|| Εντοπίστηκαν ηλεκτρονικά/ψηφιακά ~η. Πβ. αποτύπωμα.3. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: (συχνά στον πληθ.) Εντοπίστηκαν ~η αίματος στα ρούχα.|| (μτφ., + γεν. αφηρημένης έννοιας, κυρ. σε αποφατικές προτάσεις) Υπάρχει ένα ~ αισιοδοξίας και ελπίδας για το μέλλον. Διέκρινα ένα ~ ειρωνείας στη φωνή της. Δεν υπάρχει ούτε (το παραμικρό) ~ αμφιβολίας ότι ... Μίλησε χωρίς ~ ντροπής/υποτίμησης (= χωρίς να ντρέπεται/να υποτιμά κάποιον). Πβ. δράμι, κόκκος, κουκούτσι, σταγόνα, στάλα, σταλιά, ψήγμα.4. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής ευθείας ή επιφάνειας με την κάθετη προς αυτήν ευθεία ή επιφάνεια αντίστοιχα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κάθε σημάδι ζωής που αφήνει ένας οργανισμός και αποτυπώνεται σε ένα γεωλογικό στρώμα χωρίς όμως υπολείμματα σκελετικών στοιχείων: ~ ~ ακινησίας/αναπαραγωγής/διατροφής/κίνησης., δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια ● ΦΡ.: δεν έχει/διαθέτει ίχνος ... (+ γεν.): δεν έχει καθόλου: ~ ~ αυτογνωσίας/ευαισθησίας/ηθικής., στα ίχνη & (σπανιότ.-λόγ.) επί τα ίχνη: στην πορεία για τον εντοπισμό προσώπου ή πράγματος: ~ ~ κυκλώματος ναρκωτικών/τρομοκρατικής οργάνωσης η Αστυνομία. Ταξιδεύοντας ~ ~ του βιβλίου/της ταινίας., χάνω τα ίχνη (κάποιου)1. δεν μπορώ να ακολουθήσω ή να εντοπίσω κάποιον που συνήθ. προπορεύεται: Μέσα στον καπνό/στην ομίχλη έχασα ~ του. Χάθηκαν ~ τους, έγιναν άφαντοι.2. (μτφ.) παύω να έχω επαφή με κάποιον, δεν γνωρίζω πού βρίσκεται και τι κάνει: Κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αλλά τελευταία έχω ~σει ~ του. Πβ. χάνω επαφή., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἴχνος, γαλλ.-αγγλ. trace]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.