Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βιοενεργειακός , ή, ό βι-ο-ε-νερ-γει-α-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. (για οργανική ύλη) που σχετίζεται με την παραγωγή βιοενέργειας από βιοκαύσιμα: ~ά: φυτά. 2. που αφορά τη βιοενέργεια ως θεραπευτική μέθοδο: ~ό: μασάζ. Βλ. βελονισμός, ρεφλεξολογία, σιάτσου.

βελονισμός

βελονισμόςβε-λο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): κινέζικη μέθοδος θεραπείας διαφόρων παθήσεων, κατά την οποία εισάγονται ειδικές βελόνες σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Βλ. ηλεκτρο~, ωτο~, -ισμός. ΣΥΝ. βελονοθεραπεία [< γαλλ. acupuncture, αναβίωσε τον 20ό αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.