Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βιοτρομοκρατία βι-ο-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): τρομοκρατία με χρήση βιολογικών όπλων. Βλ. βιοασφάλεια, βιοηθική. ΣΥΝ. βιολογική τρομοκρατία, οικοτρομοκρατία [< αγγλ. bioterrorism, 1987, γαλλ. bioterrorisme, 1998]

βιοασφάλεια

βιοασφάλειαβι-ο-α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. προστασία των οικοσυστημάτων και του ανθρώπου από επιθέσεις βιοτρομοκρατίας ή από μολύνσεις που προκαλεί η βιοτεχνολογία: πρωτόκολλο για τη ~. Μέτρα ~ας για τη νόσο των πουλερικών. [< αγγλ. biosafety, 1969, biosecurity, 1973, γαλλ. biosécurité, 1990]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.