Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βισμούθιο βι-σμού-θι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. βαρύ, εύθραυστο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Bi, Ζ 83), που έχει λευκό-γκριζωπό χρώμα και χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και τη μεταλλουργία. Βλ. αντιμόνιο, αρσενικό, άστατο, φώσφορος. [< γαλλ. bismuth]

αντιμόνιο

αντιμόνιο[ἀντιμόνιο] α-ντι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. εύθραυστο, μεταλλοειδές χημικό στοιχείο (σύμβ. Sb), που εμφανίζεται με πολλές αλλοτροπικές μορφές. Βλ. αρσενικό, βισμούθιο. [< ιταλ. antimonio, γερμ. Antimon˙ πβ. μεσν. αντιμόνιον]