Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βιώνω βι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βίω-σα, βιώ-σω, -θηκε, -μένος, βιούμενος, βιών-οντας}: ζω μια κατάσταση με τρόπο ώστε να καταγράφεται συνήθ. ως προσωπική εμπειρία, έντονο συναίσθημα, εμπεδωμένη γνώση: ~ει την καθημερινότητά του. ~σαμε στιγμές ευφορίας. Πρέπει να το ~σεις για να καταλάβεις. Βλ. ανα~, δια~, εγκατα~, συμ~. ● ΦΡ.: λάθε βιώσας βλ. λανθάνω [< αρχ. βιῶ, γερμ. erleben]

λανθάνω

λανθάνωλαν-θά-νω ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: λάθε βιώσας (γνωμ.): να ζεις στην αφάνεια: Δεν ήταν φιλόδοξος, προτιμούσε το "~ ~". Βλ. λαθρόβιος. [< αρχ. λανθάνω ‘διαφεύγω την προσοχή, δεν γίνομαι αντιληπτός’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.