Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βλάβη βλά-βη ουσ. (θηλ.) {βλαβ-ών} 1. διακοπή της ομαλής λειτουργίας ενός συστήματος ή σπάν. ζημιά, φθορά υλικού αγαθού: ανεπανόρθωτη/μεγάλη/μικρή/μόνιμη/προσωρινή/σοβαρή/τεχνική ~. Μείναμε χωρίς τηλέφωνο λόγω ~ης στο δίκτυο. Αποκατάσταση της ~ης. ~ες αποχέτευσης/ύδρευσης. Επισκευή ~ών. Διαπιστώθηκε/παρουσιάστηκε (μηχανική) ~ στον κινητήρα του αεροσκάφους. Το αυτοκίνητο έβγαλε ~ (: παρουσίασε τεχνικό πρόβλημα, χάλασε). Πβ. δυσλειτουργία.|| Τα κτίρια έπαθαν/υπέστησαν ~ες από τον σεισμό. 2. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη μορφή ή τη δομή κυττάρου, ιστού ή οργάνου· γενικότ. κάθε παρέκκλιση από τη φυσιολογική δομή και λειτουργία του σώματος ή του πνεύματος: γενετική/ηπατική/νεφρική ~. Αγγειακές ~ες (= αλλοιώσεις, διαταραχές, παθήσεις). ~ του δέρματος (βλ. έγκαυμα, πληγή, τραύμα). Υπέστη μόνιμη εγκεφαλική ~. Βλ. αναπηρία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική βλάβη: ΝΟΜ. σε βάρος της τιμής, της ζωής, της ελευθερίας κάποιου: αποζημίωση/μήνυση για ~ ~. [< γαλλ. dommage/préjudice moral] , σωματική βλάβη: ΝΟΜ. που αφορά την υγεία ή τη σωματική και διανοητική ακεραιότητα ενός προσώπου: απλή/απρόκλητη/βαριά/επικίνδυνη/θανατηφόρα ~ ~. ~ ~ από τροχαίο ατύχημα. [< γαλλ. dommage/préjudice corporel] , ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη βλ. ανήκεστος [< αρχ. βλάβη]

αναπηρία

αναπηρία[ἀναπηρία] α-να-πη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ατόμου, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ή μείωση της λειτουργικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής του, λόγω σωματικής, ψυχικής ή νοητικής βλάβης ή απουσίας μέλους ή οργάνου: απόλυτη/ελαφρά/μέτρια/πλήρης/σοβαρή (/βαριά) ~. Μερική/ολική/πολλαπλή ~ (πβ. ανικανότητα). Ακουστική (= κώφωση)/(δια)νοητική (= υστέρηση)/οπτική (= τύφλωση) ~. Άτομα με ~ (ακρ. ΑμεΑ). Βαθμός/επίδομα/πιστοποιητικό/ποσοστό ~ας. Πβ. κουσούρι, σακατιλίκι. Βλ. αρτιμέλεια. 2. (μτφ.) ανεπάρκεια, δυσλειτουργία (κυρ. κοινωνικής δομής, θεσμού ή συστήματος). ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναπηρίας & κάρτα λειτουργικότητας: πιστοποιητικό βεβαίωσης της αναπηρίας του κατόχου του, καθώς και του βαθμού της, ώστε να καθίσταται δικαιούχος διευκολύνσεων, ενισχύσεων και μέριμνας από την πλευρά της Πολιτείας. [< αγγλ. disabled/disablitiy card] , αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, κινητική αναπηρία βλ. κινητικός, νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία βλ. υστέρηση [< αρχ. ἀναπηρία ‘ακρωτηριασμός, σακάτεμα’, γαλλ. invalidité, αγγλ. disability]

ανήκεστος

ανήκεστος, ος/η, ο [ἀνήκεστος] α-νή-κε-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν είναι δυνατό να διορθωθεί· ανεπανόρθωτος: ~η: ζημιά. ~ες: συνέπειες. Πβ. αγιάτρευτος, αθεράπευτος, ανίατος. ΑΝΤ. επανορθώσιμος ● επίρρ.: ανήκεστα ● ΣΥΜΠΛ.: ανήκεστος/ανήκεστη βλάβη: φθορά που δεν είναι δυνατό να αποκατασταθεί, να θεραπευθεί: ~ (οικονομική/σωματική) ~. Υπέστη ~ο ~. Αποφυλακίστηκε λόγω ~έστου ~ης της υγείας του. [< αρχ. ἀνήκεστος]

έγκαυμα

έγκαυμα[ἔγκαυμα] έ-γκαυ-μα ουσ. (ουδ.) {εγκαύμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. κάκωση των δερματικών συνήθ. ιστών που προκαλείται από επαφή με φωτιά, καυτά αντικείμενα, χημικές ουσίες ή έκθεση σε έντονη ηλιακή ακτινοβολία, ηλεκτρισμό, ραδιενέργεια: ελαφρύ/ηλιακό/θερμικό ~. ~ αμφιβληστροειδούς/κερατοειδούς. Βαριά/εσωτερικά/(καθ)ολικά/πολλαπλά/σοβαρά/ψυχρά (: από πολύ χαμηλή θερμοκρασία· βλ. κρυοπάγημα) ~ατα. ~ατα από ηλεκτροπληξία. ~ατα στα μάτια/στο πρόσωπο/στα χέρια. Αλοιφή/επιθέματα/κρέμες για ~ατα. Πβ. κάψιμο. ● ΦΡ.: έγκαυμα πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού: ΙΑΤΡ. τριμερής κατηγοριοποίηση των εγκαυμάτων με βάση τη σοβαρότητά τους: ~ πρώτου (: επιδερμικό, πβ. ερύθημα)/δευτέρου (: μερικού πάχους δέρματος· επιφανειακό ή βαθύ, πβ. φλύκταινα)/τρίτου (: ολικού πάχους δέρματος· βαθύ, βλ. εσχάρα) βαθμού. [< μτγν. ἔγκαυμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.