Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


βλάσφημος

βλάσφημος, η, ο βλά-σφη-μος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) βλάστημος 1. που εξυβρίζει τον Θεό, τους Αγίους και τα ιερά σύμβολα. 2. (κατ΄επέκτ., για πρόσωπα και πράξεις) υβριστικός, χυδαίος: ~ος: λόγος. ~η: πράξη. ~ο: βιβλίο/έργο. Πβ. απρεπής, ασεβής. [< μεσν. βλάσφημος]