Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • βλέμμα βλέμ-μα ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. ματιά 1. στροφή των ματιών προς μια κατεύθυνση, κάποιον ή κάτι που θέλουμε να δούμε: Εστιάζω/καρφώνω/παίρνω/προσηλώνω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω το ~ μου. Μαγνήτισε/τράβηξε τα ~ατα όλων. (Κρύβομαι) μακριά από τα ~ατα των άλλων. Πβ. κοίταγμα.|| (μτφ.) Με το ~ (στραμμένο) στο μέλλον (πβ. ενδιαφέρον, προσοχή). Το νέο μοντέλο συγκέντρωσε τα ~ατα των επισκεπτών της έκθεσης. 2. ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζει κάποιος ή/και η εικόνα, η εντύπωση που δημιουργεί το κοίταγμα αυτό: άγριο/αθώο/αινιγματικό/ανήσυχο/απλανές/αποφασιστικό/αυστηρό/αφηρημένο/βλοσυρό/διαπεραστικό/εξεταστικό/ερωτικό/ζωηρό/θλιμμένο/καθηλωτικό/κεραυνοβόλο/λάγνο/παγερό/περιφρονητικό/προκλητικό/τρυφερό/υπεροπτικό/φευγαλέο/ψυχρό ~. ~ γεμάτο απορία/ελπίδα/νόημα/ντροπή/οίκτο/φόβο. ~ απελπισίας/έκπληξης/επιδοκιμασίας/ζήλιας/θαυμασμού. Με το ~ στο κενό (: για δήλωση απόγνωσης, απάθειας). Είχε ένα ~ ακατανίκητα ελκυστικό. Τα αδιάκριτα/περίεργα ~ατα των περαστικών. Πβ. μάτι. Βλ. έκφραση.|| Διεισδυτικό/οξύ/σπινθηροβόλο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αετίσιο βλέμμα (μτφ.): οξύτατη όραση ή αγέρωχη και αγριωπή ματιά. ● ΦΡ.: υπό το βλέμμα (κάποιου): υπό την επιτήρηση, την προσοχή του: Ο αγώνας διεξήχθη υπό το άγρυπνο ~ της Αστυνομίας., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, διασταυρώνονται τα βλέμματά μας βλ. διασταυρώνω, κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα βλ. κλέβω, με το βλέμμα μπροστά βλ. μπροστά, πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) βλ. μάτι, ρίχνω ένα βλέμμα/μια ματιά σε κάποιον βλ. ρίχνω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω [< αρχ. βλέμμα]
  • βλεμματικός , ή, ό βλεμ-μα-τι-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ.} (επιστ.): που σχετίζεται με το βλέμμα: ~ή: επαφή (του βρέφους). ~ές: θέσεις (του ματιού).

ακολουθώ

ακολουθώ[ἀκολουθῶ] α-κο-λου-θώ ρ. (μτβ. κ. σπάν. αμτβ.) {ακολουθ-είς κ. -άς ...| ακολούθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας} & (προφ.) ακολουθάω 1. κινούμαι πίσω από κάποιον ή πηγαίνω μαζί του, τον συνοδεύω: ~ τον ξεναγό. Το σκυλί με ~ούσε (: με είχε πάρει από πίσω). Άρχισε να προχωρεί κι ο φίλος του τον ~ησε. Ακολουθήστε (εσφαλμ. ακολουθείστε) με (= ελάτε μαζί μου)! ~ήστε το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Βλ. παρ~.|| ~ από κοντά. Τον ~εί σε όλες του τις εκδηλώσεις. Η οικογένειά του τον ~ούσε παντού.|| Οι ενοχές/οι τύψεις τον ~ούσαν (πβ. κατα-διώκω, -τρύχει). Τα λάθη μας μάς ~ούν (: υφιστάμεθα τις συνέπειές τους). Βλ. προηγούμαι. 2. βρίσκομαι ή έρχομαι (χρονικά, τοπικά, σε σειρά) ύστερα από κάτι ή κάποιον, εμφανίζομαι ως συμπλήρωμα ή συνέπεια: ~εί πολιτική διαφήμιση. Στο διάγραμμα/κείμενο/στη σελίδα που ~εί, παρουσιάζεται ... Στο πρωτάθλημα κυριαρχεί ο ... και ~ούν οι ... Στους αιώνες/στα χρόνια που ~ησαν ... (Μετά τα εγκαίνια) θα ~ήσει δεξίωση/συζήτηση. Τις καταρρακτώδεις βροχές ~εί (= διαδέχεται) η διάβρωση του εδάφους. Τις εκρήξεις ~ησε πανικός. Μετά την οικονομική κρίση ~ησε (= επακολούθησε, επήλθε) ανάκαμψη. ~είται η ίδια διαδικασία. Η δήλωσή του ~ήθηκε (: συνοδεύτηκε) από κραυγές ενθουσιασμού. Πβ. συν~. ΣΥΝ. έπομαι 3. κινούμαι προς ορισμένη κατεύθυνση, ασχολούμαι με κάποιο επάγγελμα ή δραστηριότητα: ~ το μονοπάτι. ~ησε τα ίχνη του δραπέτη. Η πομπή ~ούσε τη διαδρομή ...|| (μτφ.) ~ησε τον δρόμο της προόδου. Οι δείκτες ~ησαν ανοδική/καλπάζουσα/φθίνουσα πορεία.|| ~ησε θεωρητικές/τεχνολογικές σπουδές. ~ησε πανεπιστημιακή καριέρα/το επάγγελμα του πατέρα του/τη νομική επιστήμη. 4. (μτφ.) σκέφτομαι ή ενεργώ σύμφωνα με κάτι, τηρώ, εφαρμόζω: ~ μια λύση/μια μέθοδο/τη μόδα/τον νόμο/τις οδηγίες (πβ. εκτελώ)/την παράδοση/την πεπατημένη/μια πολιτική/ένα πρόγραμμα/τις συστάσεις (πβ. συμμορφώνομαι, υπακούω)/μια τακτική. ~ τη γνώμη/τη γραμμή/το παράδειγμα/ένα πρότυπο (πβ. μιμούμαι)/τη συμβουλή κάποιου. ~ μια στάση/έναν τρόπο ζωής. ~εί το ένστικτό του/τη φωνή της καρδιάς/της συνείδησής του. ~ησε τα όνειρά σου! Ο κόσμος ~εί τους χαρισματικούς ηγέτες (: τους αποδέχεται ως αρχηγούς). ~ησε δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά/την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Ποιες διατροφικές συνήθειες ~είτε; ~ήθηκε εξατομικευμένη θεραπεία/η συνήθης διαδικασία. Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου: παθαίνει τα ίδια με κάποιον: Ο τόπος ~ησε ~ της υπόλοιπης περιοχής (: σε περιπτώσεις ξένης κατοχής)., ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο: πέθανε και ο ίδιος ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα: Ένα μήνα αργότερα ~ τη γυναίκα του ~., ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια: παρατηρώ κάποιον, κάτι που μετακινείται: Τον ακολούθησε ~, ώσπου εκείνος χάθηκε στην ομίχλη. [< γερμ. jemandem mit den Augen folgen] , ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα βλ. βήμα, ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους, ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἀκολουθῶ, αγγλ. follow, γαλλ. suivre, γερμ. folgen]

διασταυρώνω

διασταυρώνωδι-α-σταυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διασταύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διασταυρών-οντας, διασταυρ-ούμενος} 1. ΒΙΟΛ. δημιουργώ μικτό είδος φυτού ή ζώου (με στόχο την καλλιέργεια, εκτροφή), τεχνητά ή φυσικά, μέσω του συνδυασμού των γονιδίων από διαφορετικές ποικιλίες ή ράτσες: ~ουμε διάφορα είδη καλαμποκιού/σιταριού.|| (μτφ.) Στο έργο του ~ει θέματα από τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία. Πβ. διαπλέκω. 2. (μτφ.) επιβεβαιώνω, ελέγχω, συγκρίνω: ~ γεγονότα/ειδήσεις/στοιχεία. ~σε την ακρίβεια/αλήθεια όσων έμαθε. ~μένες: πηγές/πληροφορίες. 3. (σπάν.) τοποθετώ συνήθ. δύο αντικείμενα σε σχήμα σταυρού ή Χ: ~μένοι: ιμάντες. ~μένα: πόδια. ● Παθ.: διασταυρώνομαι: (για δρόμο, γραμμή) συναντιέται, τέμνεται σε κάποιο σημείο κάθετα ή διαγώνια: ~εται ισόπεδα με τη λεωφόρο. Οι γραμμές του μετρό ~ονται σε δύο σταθμούς.|| (συναντιέμαι με κάποιον ή κάτι, συνήθ. καθώς κινούμαστε προς διαφορετικές κατευθύνσεις:) ~θήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας.|| (μτφ.) ~ονται οι ζωές/μοίρες/πορείες κάποιων. Στην περιοχή αυτή ~θηκαν ποικίλα πολιτιστικά ρεύματα. ● ΦΡ.: διασταυρώνονται τα βλέμματά μας & οι ματιές μας (μτφ.): κοιτάζει στιγμιαία ο ένας τον άλλο στα μάτια., διασταύρωσαν τα ξίφη τους & τα πυρά τους (μτφ.): (κυρ. σε πολιτική διαμάχη) ήρθαν σε οξεία αντιπαράθεση, σύγκρουση: Kυβέρνηση και αντιπολίτευση ~ ~ στη Bουλή για το μεταναστευτικό πρόβλημα. [< μτγν. διασταυρῶ ‘περιφράσσω με πασσάλους’, γαλλ. croiser]

έκφραση

έκφραση[ἔκφραση] έκ-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερίκευση σκέψεων ή συναισθημάτων με τον λόγο, με καλλιτεχνικά μέσα, χειρονομίες, τη γενικότερη συμπεριφορά και συνεκδ. οτιδήποτε τα αποκαλύπτει: ατομική/γλωσσική/δημιουργική/εικαστική/εικονιστική/λογοτεχνική/μουσική/ποιητική/πολιτική/συλλογική/σωματική/χορευτική ~. ~ αγανάκτησης/διαφορετικής άποψης/της λαϊκής βούλησης/δυσαρέσκειας/πάθους/συμπάθειας. Ανάγκη/μέσο ~ης. Δημοκρατική ~ των πολιτών. Το δικαίωμα της ελεύθερης ~ης (του ατόμου). Χώρος πολιτιστικής ~ης. Συναυλία ως ~ συμπαράστασης (στους ...).|| Καλλιτεχνικές ~άσεις (π.χ. γλυπτική, ζωγραφική, φωτογραφία). Πβ. εκδήλωση. Βλ. αυτο~. 2. διατύπωση με λέξεις ή σύμβολα· ειδικότ. σταθερό λεκτικό σύνολο με ορισμένη σημασία ή ύφος· κατ' επέκτ. ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται κάποιος και η αντίστοιχη ικανότητα: βαρύγδουπη/ποιητική ~ (πβ. εκφορά).|| Ακατονόμαστες/απαξιωτικές/απαρχαιωμένες/απρεπείς/αχαρακτήριστες/καθημερινές/λαϊκές/λόγιες/παγιωμένες/παροιμιακές (= παροιμίες)/υβριστικές (= βρισιές) ~άσεις. ~άσεις του τύπου ... Φράσεις, ~άσεις, σύμπλοκα. Ξέσπασε εναντίον του με βαριές/σκληρές ~άσεις. Βλ. ιδιωτισμός, κλισέ.|| Το μάθημα της ~ης-έκθεσης. Βελτίωση της γραπτής/προφορικής ~ης. Πρόσεξε τις ~άσεις σου!|| (ΜΑΘ.) Αριθμητική ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ. σε γλώσσα προγραμματισμού) Αληθής/λογική/ψευδής ~. 3. αποτύπωση στο πρόσωπο κάποιου της ψυχικής ή/και σωματικής του κατάστασης: αστεία/αυστηρή/ήρεμη/θυμωμένη/μελαγχολική/χαρούμενη ~. Είχε/πήρε μια παράξενη ~. Κατάλαβα ότι είναι λυπημένος από την ~ή (: όψη) του. Μια ~ ανακούφισης/ανησυχίας/απελπισίας/θαυμασμού/ικανοποίησης/πόνου ήταν ζωγραφισμένη/καθρεφτισμένη στο πρόσωπό της. 4. ΦΙΛΟΛ. (στη βυζαντινή γραμματεία) περιγραφικό ρητορικό λογοτεχνικό είδος: ~άσεις έργων τέχνης/πόλεων. 5. ΜΟΥΣ. τρόπος μουσικής εκτέλεσης που δεν προσδιορίζεται με νότες ούτε με σημεία ή σύμβολα, αλλά περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις του ρυθμού και της έντασης, τους τονισμούς, τις δοξαριές: πρωτότυπη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απρόσωπη έκφραση: ΓΡΑΜΜ. που δέχεται ως υποκείμενο δευτερεύουσα πρόταση η οποία εισάγεται με το ότι ή το να: π.χ. Είναι βέβαιο ότι ... Είναι ανάγκη να ..., κανονική έκφραση: ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων, με ειδική σύνταξη, που χρησιμοποιείται σε προγράμματα, συνήθ. για να ανιχνεύσει ή να μεταβάλει περιεχόμενα αρχείων: χρήση ~ών ~άσεων (σε μηχανές αναζήτησης). Πεπερασμένα αυτόματα και ~ές ~άσεις. Βλ. συμβολοσειρά. [< αγγλ. regular expression] , γονιδιακή έκφραση βλ. γονιδιακός, ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< μτγν. ἔκφρασις ‘περιγραφή, έκθεση’, γαλλ.-αγγλ. expression]

κλέβω

κλέβωκλέ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλε-ψα (λόγ. μτχ. κλέψας), κλέ-ψει, κλέ-φτηκε (λόγ. εκλάπ-η, -ησαν, μτχ. κλαπ-είς, -είσα, -έν), κλέβ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) κλέπτ-ων, κλε-μμένος} 1. οικειοποιούμαι κάτι με αθέμιτο τρόπο, συχνά έπειτα από διάρρηξη· (για πρόσ.) απάγω: Μου ~ψαν το κινητό/τα κλειδιά/την πιστωτική κάρτα/το σπίτι (= το διέρρηξαν)/τα χρήματα. Τον ~ψαν μέρα μεσημέρι/μπροστά στα μάτια δεκάδων περαστικών (: του άρπαξαν την τσάντα, το πορτοφόλι). Τον έπιασαν να ~ει (= διαπράττει κλοπή). Αρχειακό υλικό ~η από αγνώστους. Πίνακες ~ησαν από το μουσείο. ~μμένοι: θησαυροί. ~μμένα: κοσμήματα. Ανάκτηση/επιστροφή ~μμένης ιδιοκτησίας/περιουσίας. Οι ληστές διέφυγαν με ~μμένο όχημα. Πβ. απλώνω χέρι, αρπάζω, βουτώ, κάνω κάτι τσιμπητό, λαφυραγωγώ, ληστεύω, λυμαίνομαι, ξαφρίζω, ξεγυμνώνω, ρουφώ, σουφρώνω, τρώω, τσεπώνω, υπεξαιρώ, χουφτώνω, ψειρίζω.|| ~ψαν απόρρητα μυστικά/έγγραφα/κωδικούς πρόσβασης/προσωπικά δεδομένα/στοιχεία λογαριασμών. Πβ. υποκλέπτω.|| (για πνευματικά δικαιώματα:) Του ~ψε τη θεωρία/τις ιδέες. Πβ. ιδιοποιούμαι, παίρνω.|| (προφ.) Της ~ψαν το μωρό. (παλαιότ., για εκούσια απαγωγή γυναίκας, με σκοπό τον γάμο, όταν δεν υπήρχε η συγκατάθεση των γονέων:) Την ~ψε. ~φτηκε με τον αγαπημένο της. 2. (μτφ.) στερώ από κάποιον κάτι που δικαιωματικά του ανήκει ή που δεν θα ήθελε να δώσει: Του ~ψε την ευκαιρία/τη νίκη (μέσα από τα χέρια)/τα πρωτεία/την πρωτοκαθεδρία. Προσπάθησε να ~ψει λίγη από τη δημοσιότητά/δόξα/λάμψη του. Μην ~εις από το πιάτο μου (: μη μου παίρνεις το φαγητό)! ~μμένος: χρόνος. ~μμένη: ευτυχία/ομορφιά. ~μμένα: όνειρα (: δανεικά).|| Ο παίκτης ~ψε την μπάλα και βγήκε στην αντεπίθεση (: πήρε την κατοχή της από αντίπαλο).|| Θα σου ~ψω ένα φιλί (: θα καταφέρω να σε φιλήσω)! 3. (μτφ.) παραπλανώ κάποιον (σε περίπτωση συναλλαγής), αποσκοπώντας στο προσωπικό μου όφελος· παραβιάζω τους κανόνες παιχνιδιού ή εξεταστικής διαδικασίας· εξαπατώ, ξεγελώ: ~ει το Δημόσιο/την εφορία/το κράτος (: φορο-διαφεύγει, -κλέπτει· βλ. καταχρώμαι). (για έμπορο:) ~ει τους καταναλωτές/πελάτες (πβ. γδέρνω). ~ει στο ζύγι/στις τιμές. Βλ. κατα~.|| ~ει στα χαρτιά/στο πόκερ. ~ψε στις εξετάσεις/στο διαγώνισμα (: αντέγραψε). Μην ~εις (= μην κάνεις ζαβολιά)! ~μμένες: εκλογές (: στις οποίες έγινε νοθεία). 4. (μτφ.-προφ.) εξοικονομώ, ξεκλέβω: Θα ~ψω λίγο χρόνο (απ' τις δουλειές μου), για να 'ρθω να σε δω. Θα ~ψουμε λίγο (χώρο) απ' τις εικόνες, για να χωρέσει το κείμενο. Πβ. γλιτώνω. ● ΦΡ.: κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα & (σπάν.) το ενδιαφέρον: αποσπώ την προσοχή, συνήθ. συγκεντρωμένου πλήθους: Αξιοθέατα που ~ουν ~ των επισκεπτών. ~ψε ~ του κοινού., σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία (προφ.): για κάτι πολύ εύκολο: Άμα παίξω εναντίον σου, θα είναι ~ ~ (: είναι σίγουρο ότι θα σε νικήσω)!, συνελήφθη κλέπτων οπώρας (λόγ.-ειρων.): πιάστηκε επ' αυτοφώρω: Πλαστογράφος που ~ ~. Πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα., άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις βλ. αρπάζω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κλέβει την παράσταση βλ. παράσταση, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά [< μεσν. κλέβω]

μάτι

μάτιμά-τι ουσ. (ουδ.) {ματ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ. το αισθητήριο όργανο της όρασης: γαλάζια (= γαλανά· πβ. μπλε)/καστανά/μαύρα/πράσινα ~ια. Αμυγδαλωτά/βουρκωμένα/κατακόκκινα/μεγάλα/ορθάνοιχτα/σχιστά ~ια. Μαυρισμένο ~ (από μπουνιά). Ανοιγοκλείσιμο/κινήσεις του ~ιού. Βάφει τα ~ια της. Κρέμα/μακιγιάζ/μολύβι/σκιές ~ιών. Το περίγραμμα των ~ιών. Με δεμένα (τα) ~ια. Μαύροι κύκλοι/σακούλες κάτω από τα ~ια. Έχασε την όρασή του από το αριστερό/δεξί ~. Μπήκε ένα σκουπιδάκι στο ~. Τσούζουν τα ~ια μου από τον καπνό. Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα ~/το ~ με την ομπρέλα! Κοίτα με στα ~ια. Κουράστηκαν τα ~ια μου. Τρέχουν δάκρυα από τα ~ια. Τα ~ια βγήκαν κόκκινα στη φωτογραφία.|| Σύνθετα ~ια μέλισσας/μύγας. Προεξέχοντα ~ια.|| (ΑΝΑΤ.) Αγγεία/βλέφαρα/βολβός/βυθός/ίριδα/κανθός/κόγχη/κόρη/μύες/φακός/(αμφιβληστροειδής/κερατοειδής) χιτώνας του ~ιού. Πίεση στα ~ια. Γυάλινο ~. Βιονικό/τεχνητό ~ για τυφλούς. Μόλυνση/φλεγμονή του ~ιού. Βλ. αστιγματισμός, γλαύκωμα, δαλτονισμός, καταρράκτης, στραβισμός, αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία, α-, δυσ-χρωματοψία, βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα, ωχρά/ωχρή κηλίδα. ΣΥΝ. οφθαλμός (1) 2. η ιδιότητα, η ικανότητα της όρασης: αόρατο στο ~. Έχει γερό/δυνατό ~ (: βλέπει πολύ καλά). Έχει χάσει τα ~ια του (: έχει τυφλωθεί). Τι βλέπουν τα ~ια μου! Χαρά των ~ιών (: ευχάριστο να το βλέπει κάποιος). Μέχρι εκεί που φτάνει το ~ (: μέχρι εκεί που μπορεί να δει κάποιος).|| (μτφ.) Τα βλέπει όλα, λες κι έχει ~ια στην πλάτη. 3. το βλέμμα και γενικότ. η έκφραση του προσώπου, όταν κοιτάζει κάποιος κάτι: γλυκά/ζεστά/λαμπερά/τσακίρικα/ψυχρά ~ια. Τα αδιάκριτα ~ια των περαστικών. Η εντυπωσιακή εμφάνιση τραβάει το ~. Έχει τα ~ια του πατέρα της (πβ. ματιά). Η γλώσσα των ~ιών. Συνεννοούμαι με τα ~ια. Γουρλώνω/κατεβάζω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω τα ~ια. Έχω τα ~ια μου καρφωμένα στη γη/κάτω. Δεν ξεκολλούσε τα ~ια του από πάνω της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα/(ίσια) μέσα στα ~ια (ενν. με ειλικρίνεια). Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ~ιού μου. Γύρισα τα ~ια μου αλλού. Πού έχεις τα ~ια σου (: πού κοιτάς); Τα ~ια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα ~ια του. 4. (μτφ.) ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης: με το/μέσα από το ~ του αναγνώστη/ειδικού/επιστήμονα/θεατή. Η ζωή μέσα από τα ~ια ενός παιδιού. Η εικόνα της χώρας στα ~ια των ξένων. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω τα πράγματα με έμπειρο/θετικό/κριτικό ~. Βλέπει το μέλλον με καλύτερο ~. Βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια ~ια. Ήταν η καλύτερη ταινία στα ~ια (: κατά την εκτίμηση) όλων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά.|| Mε το ~/τα ~ια (: ενδιαφέρον) στραμμένο/α στο μέλλον.|| Το άγρυπνο ~ (: επίβλεψη) της Αστυνομίας/του Νόμου. 5. καθετί που μοιάζει με μάτι: ηλεκτρονικό ~. Το ~ της πόρτας (= ματάκι)/της φωτογραφικής μηχανής. Το ~ του τυφώνα (: το κέντρο). ~ διχτυού (: καθεμία από τις τρύπες, πβ. θηλιά). (παλαιότ.) ~ της θάλασσας (= δίνη). Αβγά ~ια (: τηγανισμένα ώστε ο κρόκος να ξεχωρίζει από το ασπράδι). Περνάω την κλωστή από το ~ (: τρύπα στην κορυφή) της βελόνας.|| (εστία κουζίνας:) Ηλεκτρικό/μεγάλο/μεσαίο/μικρό ~. Ανάβω/σβήνω το ~. Ξέχασα ανοιχτό το ~. 6. (λαϊκό) κακό μάτι· σπανιότ. ματόχαντρο: σκόρδο/(μπλε) χάντρα για το ~. Πιστεύει στο ~.|| Φόρα ένα ~! 7. ΒΟΤ. (κοινό) οφθαλμός. Πβ. κόμπος, ρόζος. Βλ. βλαστός, φύτρα. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) ● Μεγεθ.: ματάρες (οι): (ως οικ. προσφών.) ~ μου όμορφες! ● ΣΥΜΠΛ.: κακό μάτι: βλέμμα που θεωρείται ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον: Έχει ~ ~! Πρόσεχε το ~ ~! Βλ. βασκανία, μάτιασμα., μάτια γάτας: ανακλαστήρες οδοστρώματος: διαχωρισμός των κατευθύνσεων/οριοθέτηση των λεωφορειόδρομων με ~ ~ (κίτρινου χρώματος). [< αγγλ. cat's-eyes, 1940] , μάτι της τίγρης/του τίγρη βλ. τίγρη, μάτι του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, μάτια κουμπότρυπες βλ. κουμπότρυπα, τρίτο μάτι βλ. τρίτος ● ΦΡ.: (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι & με λοξό μάτι (μτφ.): με αντιπάθεια, κακία, μίσος ή καχύποπτα: Δεν με χωνεύει καθόλου και με κοιτάει ~ ~. Με πήρε απ' την αρχή με στραβό ~., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου: για κάτι που το θεωρούμε πολύτιμο: Προσέχει/έχει/φυλάει το καινούργιο αμάξι ~ ~ του., ... και τα μάτια σου! (εμφατ.): πρόσεχε πολύ, έχε το νου σου: Το παιδί ~ ~!, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας (παροιμ.): για ποιοτική διαφοροποίηση φαινομενικά όμοιων πραγμάτων: Πολλοί αντέγραψαν το αρχικό σχέδιο, όμως ~ ~., βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι: εποφθαλμιώ· σταμπάρω, επιβουλεύομαι: ~ ~ το πορτοφόλι/τα χρήματα κάποιου. Έχει βάλει ~ (= στοχεύει) την πρώτη θέση. Έχω βάλει ~ ένα φόρεμα (: θέλω να το αποκτήσω· πβ. μπανίζω).|| Τον έχουν βάλει ~ και δεν τον αφήνουν σε ησυχία., βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι: προκαλεί πολύ μεγάλη εντύπωση: Οι ανορθόγραφες λέξεις/τα κόκκινα παπούτσια βγάζουν ~/χτυπάνε ~., βγάζω τα μάτια (σε κάτι) (σπάν.-προφ.): του καταστρέφω τον μηχανισμό., βγάζω τα μάτια μου (μτφ.) 1. κουράζονται τα μάτια μου με κάτι: Έβγαλα ~ να καταλάβω τι γράφει. 2. τσακώνομαι πολύ έντονα: Αν τους αφήσεις μόνους, θα βγάλουν ~ τους. 3. (αργκό) κάνω σεξ., βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι: έχω ευνοϊκή/δυσμενή διάθεση απέναντι σε πρόσωπο ή κατάσταση: Αν δεν το δεις με καλό μάτι, δεν θα πετύχεις. Από την αρχή με πήρε με κακό μάτι. Βλ. καλο-, κακο-βλέπω., για τα μάτια του κόσμου (προφ.): για κάτι που γίνεται για τα προσχήματα, ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική επίκριση: φιλανθρωπίες ~ ~. Πβ. ξεκάρφωμα. Βλ. για την τιμή των όπλων, κατ' επίφαση. ΣΥΝ. για το θεαθήναι, για τους τύπους, για τα ωραία/τα μαύρα μάτια (κάποιου): για την ομορφιά του και γενικότ. για το χατίρι του: Τσακώθηκαν ~ ~ της μάτια (ή για τα μάτια μιας γυναίκας).|| (συνήθ. ειρων.) Δεν είναι μαζί σου ~ ~ σου μάτια, αλλά για τα λεφτά σου., δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: δεν παύω να παρακολουθώ, να επιτηρώ: Στιγμή δεν τους άφησε ~ της., δεν έχω μάτια (γι' άλλον): δεν ενδιαφέρομαι, δεν προσέχω κάποιον άλλο: Ορκίζεται ότι με αγαπάει και πως δεν έχει ~ γι΄ άλλη. Είναι τόσο ερωτευμένοι, που δεν έχουν ~ παρά μόνο ο ένας για τον άλλον., δεν έχω μάτια να δω 1. (κάποιον): τον ντρέπομαι: Μετά την παρεξήγηση δεν είχε ~ να τον δει. 2. (κάτι): δεν μπορώ να καταλάβω, συνήθ. γιατί είμαι στενόμυαλος, κοντόφθαλμος: Δεν έχουν ~ να δουν τι συμβαίνει;, δεν κλείνω μάτι (εμφατ.): δεν μπορώ να κοιμηθώ: Δεν έκλεισα ~ όλη (τη) νύχτα από τον βήχα/τη στεναχώρια., δεν τον/το πιάνει το μάτι σου: δεν αντιλαμβάνεσαι από την αρχή την πραγματική του αξία, τον χαρακτήρα, την κατάστασή του: Είναι ένα μικρό μαγαζάκι που δεν το ~ ~., ένα τρίτο μάτι: μια άλλη άποψη που θεωρείται συνήθ. αντικειμενική· (κυρ. γενικότ.) κάποιος άλλος: ~ ~ μπορεί να εντοπίσει στο κείμενο λάθη που ξέφυγαν., έπεσε στα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. έπαψε να έχει την εκτίμησή του: Με την προκλητική του συμπεριφορά έπεσε ~ μας. Πβ. ξεπέφτω. ΑΝΤ. ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου 2. είδα, βρήκα τυχαία: Ψάχνοντας ~ ~ μου το βιβλίο αυτό., έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα: έχω τεταμένη την προσοχή μου, προσέχω πάρα πολύ: (συνήθ. ως προτροπή) Τα μάτια σου ~, κακομοίρη μου (= πρόσεχε)! Πρέπει συνεχώς να ~ ~, μην τυχόν και μου τη φέρουν., θα σου βγάλω τα μάτια: ως απειλητική έκφραση: ~ ~, αν με κοροϊδέψεις!, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα (παροιμ.): για να τονιστεί το πόσο κακό είναι να αποκτήσει κάποιος κακή φήμη., καλώς τα μάτια μου τα δυο (οικ.-συχνά ειρων.): ως καλωσόρισμα., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον): προσπαθώ να τον προσελκύσω, συνήθ. ερωτικά: Της έκανε ~ και την έριξε (πβ. φλερτάρω). Του κάνει ~, για να τον καλοπιάσει. [< γαλλ. faire les yeux doux] , κάνω τα στραβά μάτια: κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι κάτι αρνητικό, παραβλέπω: Όλο του φωνάζεις, κάνε και λίγο τα ~ ~!, κόβει το μάτι (του) & έχει μάτι (μτφ.): έχει (μεγάλη) αντίληψη, είναι έξυπνος, παρατηρητικός: Βλέπω, ~ ~ σου! Δεν μπορείς να πεις, ~ ~ μου/έχω ~!, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται (παροιμ.): για ανθρώπους, συνήθ. φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά., μάτια/ματάκια μου: (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις ~ ~;, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχουμε πολύ καιρό να δούμε κάποιον ή κάτι: Άντε βρε παιδί μου, ~ ~! ~ ~ να δούμε ποιοτική εκπομπή!, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια: για διαφορετική προσέγγιση, αντιμετώπιση ενός θέματος: Μετά τον τραυματισμό είδε τον κόσμο με άλλα ~. Ηρέμησε και θα δεις τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Πβ. ματιά., με πιάνει το μάτι: ματιάζομαι εύκολα: Φοράει σταυρό, για να μην τον ~ ~., με το μάτι: χωρίς ακριβή μέτρηση, ζύγιση, κατά προσέγγιση: Υπολογίζω ~ ~ (την ποσότητα). Ρίχνω αλάτι στο φαγητό ~ ~., μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου (επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή βρίσκεται μπροστά μου: Το ατύχημα διαδραματίστηκε/έγινε μπροστά ~ ~ (πβ. ενώπιον). Το πορτοφόλι ήταν μπρος/μες ~ ~ κι εγώ δεν το έβλεπα.|| (μτφ.) Μας κοροϊδεύει μπροστά ~ ~ μας!|| Μπροστά στα μάτια των περαστικών (= μπροστά στον κόσμο)., να χαρείς τα μάτια σου (οικ.): σε περιπτώσεις που ζητείται ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι: Έλα λίγο εδώ, ~ ~!, παίζει το μάτι του & το μάτι του παίζει (μτφ.): παρατηρεί με ερωτικό κυρ. ενδιαφέρον τους άλλους, ερωτοτροπεί: Αν και ~ ~ του, της είναι πιστός. ~ ~ της από 'δω και από 'κει/δεξιά-αριστερά., παίζει/πετάει το μάτι μου: σε περιπτώσεις που γίνονται αυτόνομες συσπάσεις των μυών του ματιού, συνήθ. από άγχος και νευρικότητα. Πβ. τρεμοπαίζει., παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι): βλέπω κάποιον/κάτι τυχαία, φευγαλέα ή από μακριά: Εκεί που καθόμουνα, πήρε ~ μια γνωστή φυσιογνωμία. Κάπου το(ν) πήρε ~., παίρνω/κάνω μάτι: κοιτάζω κρυφά, κυρ. ηδονοβλεπτικά: Τον έπιασα να ~ει ~ την ώρα που ντυνόμουν. Πβ. μπανίζω., πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) & το μάτι/βλέμμα πήγε (κάπου) (οικ.): βλέπω κάτι/κάποιον τυχαία: Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι μου έπεσε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο. Κοιτούσε το πλήθος και το βλέμμα του έπεσε πάνω της., του μπαίνω στο μάτι: γίνομαι στόχος κάποιου: Τους μπήκα ~, επειδή δεν συμφώνησα μαζί τους. Η περιουσία του μπήκε ~ των απατεώνων., χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: παύω να έχω οπτική επαφή με αυτό(ν): Ένα λεπτό να τον χάσω ~ και την έκανε τη ζημιά. Μπήκε βιαστικά στο βαγόνι και τον έχασα ~.|| Δεν τη ~ει ~ του (: την παρακολουθεί συνεχώς)., ... να δουν τα μάτια σου! βλ. βλέπω, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) βλ. ανοίγω, ανοίγω τα μάτια μου βλ. ανοίγω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, γδύνω με τα μάτια βλ. γδύνω, γυαλίζει το μάτι του βλ. γυαλίζω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν μου γεμίζει το μάτι βλ. γεμίζω, δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ... βλ. παίρνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου βλ. βλέπω, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, έχει φοβηθεί το μάτι μου βλ. φοβάμαι, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θολώνει το μάτι μου βλ. θολώνω, καρφί στο μάτι βλ. καρφί, κλείνουν τα μάτια μου βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (κάποιου) βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (μου) βλ. κλείνω, κλείνω το μάτι (σε κάποιον) βλ. κλείνω, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με την τσίμπλα στο μάτι βλ. τσίμπλα, μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω βλ. πετώ, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, πήζει το μάτι βλ. πήζω, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πονάει δόντι, βγάζει μάτι βλ. δόντι, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω, στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια βλ. βασιλεύω, της Παναγιάς τα μάτια βλ. Παναγία, τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας βλ. βλέπω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, το μάτι μου γαρίδα βλ. γαρίδα, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο, τον/την κοιτάει στα μάτια βλ. κοιτάζω, τρίβω τα μάτια μου βλ. τρίβω, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. μάτιν, γαλλ. œil, yeux, αγγλ. eye]

μπροστά

μπροστάμπρο-στά επίρρ. 1. στην πλευρά ή την κατεύθυνση της ευθείας των ματιών, μετωπικά, σε άμεση επαφή: Πήγαινε ~. Κοίτα ~ σου. Φέρτε το πόδι ελαφρώς/λίγο ~. Να 'τος πάλι ~ μου. (εμφατ.) Καθίσαμε ~ ~ (= στις πρώτες θέσεις). Φόρεμα ανοιχτό ~. Το παντελόνι κουμπώνει ~. Τοποθετήστε το εδώ ~. ~ (σας) βλέπετε την Ακρόπολη. Ακριβώς ~ μας απλώνεται ο κάμπος. Έχω ~ μου τον χάρτη. Έβαλε ~ του ένα πιάτο φαΐ. Υποκλίθηκε ~ μου. Τον βλέπω συνέχεια ~ μου (= τον συναντώ). Άρπαξα ό,τι βρήκα ~ μου. Πέρασα ~ από το σπίτι τους. Η φωτογραφία τραβήχτηκε ~ από το καφενείο. Σπίτι ~ στη θάλασσα. Ένωσε τα χέρια ~ στο στήθος. Πάρκαρε ~ σε είσοδο πάρκινγκ. Όλη μέρα κάθεται ~ στην οθόνη του υπολογιστή. Στέκομαι ~ στον καθρέφτη/στη σκηνή. Έκθλιψη ~ (= πριν) από φωνήεν.|| Θα βγω/μιλήσω ~ σε κοινό/κόσμο (πβ. ενώπιον). Έμεινε ασυγκίνητη ~ στο φριχτό θέαμα. Ξέσπασε ~ στην κάμερα/στον φακό. Μην το πεις ~ του! Εσύ ήσουν ~ (= παρών, αυτόπτης μάρτυρας), εμένα ρωτάς; ΣΥΝ. εμπρός (1) ΑΝΤ. πίσω (1) 2. (συνήθ. χρον.) για κάποιον ή κάτι που προηγείται ή ακολουθεί: Ήταν εδώ πιο ~ (: πριν από εσάς). Είναι πολύ ~, δεν τους προλαβαίνετε. Είμαστε ~ δύο ώρες σε σχέση με την Αγγλία. Το ρολόι σου πηγαίνει ~. Γύρνα την κασέτα/ταινία ~ (= προς την αρχή της). Θέλω τα χρήματα ~ (= προκαταβολικά).|| Έχουμε ~ μας δύσκολες μέρες. Έχεις όλη τη ζωή ~ σου. 3. απέναντι σε κάτι ή σχετικά με αυτό, αντιμετωπίζοντας ένα θέμα παροντικό ή μελλοντικό: ~ στο αδιέξοδο/στο δίλημμα/στις ευθύνες μας/στην κάλπη/σε κρίσιμες αποφάσεις/στη μεγάλη πρόκληση. Φόβος ~ στο άγνωστο. Θαρραλέος ~ στον κίνδυνο. Κλείνουν τα μάτια ~ στη διαφθορά/στη δυστυχία/στα κοινωνικά προβλήματα. Βρισκόμαστε ~ σε μια νέα ανακάλυψη/εποχή. 4. συγκριτικά με: Η εργασία τους ωχριά ~ στη δική μας. Τι είναι η επίγεια ζωή ~ στην αιωνιότητα; ~ σου δεν αξίζει τίποτε/δεν πιάνει δεκάρα. ● Ουσ.: μπρος/μπροστά (τα): Γέρνει/σπρώχνει προς τα ~. ● ΦΡ.: βάζω μπροστά/μπρος 1. θέτω σε λειτουργία, ξεκινώ: Έβαλε ~ το αυτοκίνητο/τη μηχανή.|| ~ ~ ένα πρόγραμμα/σχέδιο. Έβαλαν ~ για παιδί/το διαζύγιο. 2. καταλογίζω σε κάποιον κάτι: Βάζει συνέχεια εμένα ~ για τα δικά του σφάλματα. Πβ. αποπαίρνω, μαλώνω., βγαίνω (από) μπροστά 1. προπορεύομαι, προηγούμαι ή προωθούμαι: Μου βγήκε ~, χωρίς να τον δω.|| Βγήκε ~ από τα δύο σέντερ μπακ και έβαλε γκολ. Πβ. μου τη βγαίνει με κόκκινο. 2. παρουσιάζομαι μπροστά σε κάποιον: Ξαφνικά μας βγήκε ~ νέος αντίπαλος. Αντιμετωπίζει όποιο πρόβλημα του βγει ~., βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά: για αισιόδοξη στάση ζωής, ξεπερνώ ένα πρόβλημα με πίστη για μελλοντική βελτίωση, πρόοδο: Προχώρα ~ και μην κοιτάς πίσω., ένα βήμα μπροστά/βήματα μπροστά: για πορεία προόδου: ~ ~ για την ανθρωπότητα/στη μάχη κατά των ναρκωτικών. Είναι (αρκετά/πολλά) βήματα μπροστά. Βρισκόμαστε ~ ~ από τους αντιπάλους (= προηγούμαστε)., με το βλέμμα μπροστά: για προοδευτική δράση ή μελλοντική προοπτική: Προχωράμε ~ ~. ~ ~ αφήνουμε πίσω το παρελθόν., μπαίνω μπροστά (προφ.) 1. πρωτοστατώ: Η νεολαία μπήκε ~ στη μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 2. προηγούμαι: Η ομάδα μπήκε ~ στο σκορ., πάντα μπροστά! (ευχετ.): για ανεμπόδιστη πρόοδο., πάω/πηγαίνω μπροστά: προοδεύω: Χωρίς προσπάθεια δεν πάμε ~. Εσύ, παιδί μου, θα πας ~!, (είναι) χρόνια μπροστά βλ. χρόνος, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου βλ. βρίσκω, βρίσκω κάτι μπροστά μου βλ. βρίσκω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, έχω (ακόμα) δρόμο μπροστά μου βλ. δρόμος, έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου βλ. μέρα, κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου βλ. μύτη, μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου βλ. μάτι, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, τραβάω μπροστά βλ. τραβώ [< μεσν. μπροστά]

ρίχνω

ρίχνωρί-χνω ρ. (μτβ.) {έρι-ξα, ρί-ξω, ρίχν-εται, ρίχ-τηκε (λόγ.) -θηκε, ριγ-μένος, ρίχν-οντας} 1. κάνω ή αφήνω κάτι να πέσει κάτω ή χαμηλότερα, βάζω: ~ξα τον δίσκο με τα πιάτα. Το δέντρο ~ξε (= έχασε) τα φύλλα του.|| ~ουμε το λάδι στην κατσαρόλα/τη ζάχαρη (πβ. προσθέτω). ~ κέρμα (σε μηχάνημα). 2. προκαλώ πτώση· γκρεμίζω: Ο ισχυρός άνεμος ~ξε την κεραία. ~ξαν το εχθρικό αεροπλάνο (ενν. με πυρά ή πυραύλους· πβ. καταρρίπτω).|| ~ξαν το (παλιό) σπίτι/τον τοίχο. Πβ. κατεδαφίζω.|| Τον έσπρωξα και τον ~ξα κάτω. 3. πετώ κάτι μακριά, εκσφενδονίζω: ~ξε το ακόντιο. ~ξαν βόμβα/σφαίρες/χειροβομβίδα. ~ξαν φωτοβολίδες για να βρουν τους ναυαγούς (πβ. εκτοξεύω).|| ~ βότσαλα/πέτρες στη θάλασσα. ~ τα σκουπίδια (στο καλάθι των απορριμμάτων). ~ ρύζι (στον γαμπρό/στη νύφη· πβ. ραίνω). Ρίξε μου την μπάλα!|| Αεροπλάνα που ~ουν προκηρύξεις. Πβ. σκορπίζω. 4. (προφ.) προωθώ: ~ νέα μοντέλα/προϊόντα στην αγορά. Πβ. κυκλοφορώ. Βλ. φέρνω. 5. (μτφ.) οδηγώ, εξωθώ κάποιον σε κάτι αρνητικό· παραπετώ: Ο χωρισμός τον ~ξε στο αλκοόλ. ~ουν στην ανεργία και την εξαθλίωση χιλιάδες εργαζομένους.|| (προφ.) Τον ~ξαν σε ένα γραφείο χωρίς ενημέρωση για τα νέα του καθήκοντα. 6. (μτφ.) μειώνω, περιορίζω: ~ξαν το επίπεδο/(τα) στάνταρ (= κατέβασαν, υποβίβασαν). Αν δεν ~ξεις τις προσδοκίες σου, δεν θα βρεις εύκολα δουλειά. Πρέπει να ~ξουν την αξία (των ακινήτων)/τους μισθούς/τις τιμές (= ελαττώνω, χαμηλώνω). Ο ιδρώτας ~ει τη θερμοκρασία του σώματος. ΑΝΤ. ανεβάζω (2), αυξάνω 7. (μτφ.-προφ.) αδικώ ή εξαπατώ κάποιον για δικό μου όφελος· τον πείθω να ενδώσει στις επιθυμίες μου: Τον ~ξαν στα κληρονομικά/στη μοιρασιά. Νιώθει ~μένος.|| Τους ~ξε με γλυκόλογα/πονηριά/ψέματα. Πβ. καταφέρνω, ξεγελώ.|| ~ει τους άλλους με την ομορφιά της. Πβ. κατακτώ, τουμπάρω, τυλίγω, ψήνω. 8. (μτφ.-προφ.) (για τιμωρία, ποινή, πρόστιμο) επιβάλλω: Ο διοικητής μου ~ξε δύο μέρες κράτηση. Το δικαστήριο του ~ξε δέκα μήνες φυλάκιση. Πβ. κοπανώ. 9. (μτφ.-προφ.) αποδίδω, επιρρίπτω: Μου ~ξαν όλο το βάρος/την ευθύνη/το φταίξιμο. Οι παίκτες ~ξαν την ήττα στον προπονητή. Πβ. καταλογίζω, προσάπτω, φορτώνω, χρεώνω. 10. (μτφ.-προφ.) ασχολούμαι με ζήλο ή υπερβολικά, αφοσιώνομαι: ~ξε πολύ διάβασμα (για να πάρει το πτυχίο του)/δουλειά. ~τηκε (= στρώθηκε) στη μελέτη. 11. (μτφ.) ανατρέπω από θέση εξουσίας, καθαιρώ: Ο λαός ~ξε την κυβέρνηση.|| Ήττα που ~ξε την ομάδα στην τρίτη θέση της βαθμολογίας. 12. (μτφ.-προφ.) σε φράσεις που δηλώνουν ανωτερότητα ή υπεροχή, κυρ. σε ηλικία ή ύψος: Σου ~ ... χρόνια (: είμαι μεγαλύτερός σου). Μου ~εις ... πόντους (: είσαι ψηλότερος).|| Του ~ει σε ποιότητα (: είναι καλύτερο). 13. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ γέλιο (= γελώ πολύ)/ξύλο (= δέρνω)/τροφή (στα ζώα· βλ. ταΐζω). Τον ~ξαν στα σίδερα/στη φυλακή (= τον έβαλαν στη φυλακή, τον φυλάκισαν). Θέλω να ~ξω έναν υπνάκο (: να κοιμηθώ λίγο). ~ξε πολύ κλάμα (: έκλαψε πολύ). Δεν ~ξα ούτε ένα δάκρυ (: δεν έκλαψα καθόλου). Του ~ξα μια γροθιά (= τον γρονθοκόπησα)/μια κλοτσιά (= τον κλότσησα)/σφαλιάρα (= τον σφαλιάρισα)/ένα χαστούκι (= τον χαστούκισα). Δεν ξέρω πού να ~ξω την ψήφο μου (: τι να ψηφίσω). ~ξαν τα θεμέλια της εταιρείας (= θεμελίωσαν)/πυροβολισμούς (= πυροβόλησαν). Μόλις ~ξε μια (: ένα χτύπημα) στο μηχάνημα, άρχισε να λειτουργεί (πβ. δίνω, τραβώ)! ~ει χιόνι (= χιονίζει). ρίχνει (προφ.): βρέχει: ~ ασταμάτητα από χθες το βράδυ. ~ καρέκλες/παπάδες (: βρέχει καταρρακτωδώς). ● Παθ.: ρίχνομαι 1. κινούμαι εναντίον κάποιου ορμητικά, επιτίθεμαι: ~τηκαν στη μάχη. Το ζώο ~τηκε στο θήραμά του. ~τηκαν κατά πάνω τους. Πβ. ξεχύνομαι, ορμώ.|| (προφ., με ερωτικούς σκοπούς:) Της ~τηκε (: την παρενόχλησε σεξουαλικά). 2. πέφτω: ~ στον γκρεμό/στη θάλασσα (πβ. βουτώ, πηδώ).|| ~τηκε στην αγκαλιά του. ● ΦΡ.: ρίχνω ένα βλέμμα/μια ματιά σε κάποιον (προφ.) 1. τον κοιτάζω για λίγο: Της ~ξα ένα απειλητικό/υποτιμητικό βλέμμα. Μου ~ξε μια άγρια ματιά και τον φοβήθηκα. Μου ~ξε ένα βλέμμα απορίας/γεμάτο φαρμάκι.|| ~ξε μια ματιά γύρω του. 2. του δίνω σημασία: Μου ~ξε ~ όλο νόημα. Δεν του ~ξε ούτε ~., ρίχνω μια ματιά σε κάτι (προφ.) & (σπάν.-αργκό) ένα βλέφαρο: το κοιτάζω βιαστικά, στα γρήγορα: Ρίξε ~ στο άρθρο/στο βιβλίο/στην εφημερίδα. ~ξα ένα βλέφαρο στο περιοδικό, αλλά δεν το αγόρασα., ρίχνω την ιδέα/την πρόταση (προφ.): προτείνω κάτι: ~ξα την ιδέα να πάμε εκδρομή. ~ξε την πρόταση και όλοι συμφωνήσαμε., βγάζω/ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι & (σπάν.) χύνω (προφ.): λέω κακίες, εκφράζομαι με κακεντρέχεια: Το ~ξε/έχυσε και πάλι το δηλητήριό της! ~ξε χολή εναντίον των αντιπάλων του., τα ρίχνω (προφ.): προσεγγίζω κάποιον με ερωτικό σκοπό: Της ~ ~ξε, αλλά έφαγε χυλόπιτα. ΣΥΝ. καμακώνω (1), την πέφτω (2), το ρίχνω (προφ.): αρχίζω να κάνω κάτι συστηματικά και έντονα, επιδίδομαι: ~ ~ξαν στο διάβασμα/στη δουλειά. Στην αρχή δεν τους πήραμε σοβαρά και ~ ~ξαμε στην πλάκα., αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι, αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, βάζω/ρίχνω κάτι πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, βάζω/ρίχνω τόγκα βλ. τόγκα, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι βλ. κανόνι, δίνω/ρίχνω (ιδιαίτερο/μεγάλο/όλο μου το/πολύ) βάρος (σε κάτι) βλ. βάρος, έριξε έξω βλ. έξω, κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό βλ. γιαλός, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια βλ. καντήλι, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες βλ. χριστοπαναγίες, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, με χαλάει/ρίχνει βλ. χαλώ, μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα, οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι βλ. καράβι, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον βλ. γάντι, πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, πέφτω (και) στη φωτιά βλ. πέφτω, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι βλ. μούτρο, ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι βλ. τουλούμι, ρίχνει τη σκιά του βλ. σκιά, ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) βλ. πόδι, ρίχνω αγκίστρι/αγκίστρια βλ. αγκίστρι, ρίχνω άγκυρα βλ. άγκυρα, ρίχνω άδεια (για) να πιάσω γεμάτα βλ. άδειος, ρίχνω κάποιον από τον θρόνο του βλ. θρόνος, ρίχνω κλήρο βλ. κλήρος, ρίχνω λάδι στη φωτιά βλ. λάδι, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα, ρίχνω στ' αυτιά βλ. αυτί, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, ρίχνω στο κρεβάτι βλ. κρεβάτι, ρίχνω στον αέρα βλ. αέρας, ρίχνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, ρίχνω το παιδί βλ. παιδί, ρίχνω φως βλ. φως, ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου βλ. αυτί, ρίχνω/πετάω λάσπη βλ. λάσπη, βλ. πετώ, ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα βλ. Καιάδας, ρίχνω/χύνεται/πέφτει άπλετο φως βλ. άπλετος, ρίχνω/ψηφίζω (μαύρο) δαγκωτό βλ. δαγκωτός, το ρίχνω έξω βλ. έξω, το ρίχνω στην παλαβή βλ. παλαβός, το ρίχνω στο σορολόπ βλ. σορολόπ, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του βλ. βόλτα, φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο βλ. φιλότιμο, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό ● βλ. ριγμένος [< μεσν. ρίχνω < αρχ. ῥίπτω]

σταματώ

σταματώ[σταματῶ] στα-μα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σταματ-άς ... προστ. σταμάτησε (προφ.) σταμάτα, σταματ-ήσει, -ημένος, -ώντας} & σταματάω 1. παύω, διακόπτω (δραστηριότητα, λειτουργία, διαδικασία ή ειδικότ. ομιλία): ~ησε τις διαπραγματεύσεις/τη δουλειά/τη θεραπεία/τα μαθήματα/τα ναρκωτικά/τον πρωταθλητισμό. Έχω ~ήσει το κάπνισμα (πβ. κόβω). ~ησε (= εγκατέλειψε) τις σπουδές του, δεν πήρε πτυχίο. Μη ~άς την προσπάθεια! Η Βουλή/εταιρεία ~ησε τις εργασίες της. Σταμάτα να ελπίζεις/κλαις/μιλάς/το σκέφτεσαι! Δεν έχει ~ήσει να μελετά από το πρωί. ~ησε να βρέχει/χιονίζει.|| ~ησε στις δυο προσπάθειες (: για αθλητή). Δούλευε συνεχώς, δεν ~ησε ούτε μια μέρα. Σταμάτα πια, σε βαρέθηκα! ~ησε για λίγο (ενν. να μιλά). Η ζωή δεν ~ά (= τελειώνει) εδώ. ~ησε αιφνιδιαστικά η κυκλοφορία της εφημερίδας. Να ~ήσουν οι διώξεις! Η καρδιά/ο σφυγμός του ~ησε. Το μυαλό μου ~ησε, δεν μπορώ να σκεφτώ. Το ρολόι ~ησε. Ο αέρας/ο θόρυβος/η καταιγίδα ~ησε (πβ. κοπάζω). Η αφήγηση/ο δρόμος ~ά (= φτάνει ως) εδώ. ΑΝΤ. αρχίζω, εξακολουθώ, ξεκινώ (1), συνεχίζω (1) 2. (ειδικότ.) ανακόπτω την πορεία, εξέλιξη, αναχαιτίζω: H κακοκαιρία δεν τους ~ησε. Μπορούμε να ~ήσουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος.|| ~ησε η προέλαση του εχθρού.|| Η αιμορραγία δεν λέει να ~ήσει. 3. ακινητοποιώ ή ακινητοποιούμαι: Τη ~ησε, για να της μιλήσει/και τη ρώτησε πού πάει. Τους ~ησε η αστυνομία.|| Το αυτοκίνητο ~ησε στη μέση του δρόμου. Το σταμάτα-ξεκίνα (κυρ. σε μποτιλιάρισμα). Το ασανσέρ ~ησε μεταξύ πρώτου και δευτέρου ορόφου. ~ημένο: όχημα.|| (μτφ.) Ο χρόνος ~ησε. 4. στέκομαι: ~ησε για βενζίνη/στην άκρη του δρόμου/και την κοίταξε. Η πομπή ~ησε στο ηρώο. ~ησα στα μισά, να πάρω ανάσα. ~ησα (για) να τους ρωτήσω αν θέλουν βοήθεια. Σταμάτα λιγάκι, δεν σε προλαβαίνω (= κάτσε, περίμενε, στάσου, πβ. στοπ)! ● ΦΡ.: μη σταματάς (σε κάτι) (προφ.): μην επιμένεις, μην κολλάς: ~ ~ στις λεπτομέρειες, κοίτα την ουσία., σταματά ο νους του ανθρώπου (μτφ.): εκπλήσσεται τόσο, που δεν μπορεί να σκεφτεί, να αντιδράσει: ~ ~ μπροστά στο μεγαλείο της φύσης/όταν αναλογιστεί το μέγεθος της συμφοράς., τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί η αποφασιστικότητα κάποιου: Αν πιστέψουμε στον εαυτό μας, ~ ~!, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...): κάποιος ή κάτι μου κίνησε την προσοχή: ~ ~ σε μια βιτρίνα. [< μεσν. σταματώ]

τρώω

τρώω

τρώ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τρως, τρώ-ει, -με, -τε, -ν(ε), προστ. τρώ(γ)ε, τρώτε, τρώγ-οντας | παρατ. έτρωγα, αόρ. έφαγα (να/θα φάω, φας…, προστ. φάε, φάτο < φά(γ)ε το), φαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} & (λόγ.) τρώγω 1. βάζω τροφή, συνήθ. στερεή, στο στόμα μου, τη μασώ και την καταπίνω· γενικότ. γευματίζω ή καταναλώνω τροφή: ~ δημητριακά/κοτόπουλο/κρέας/λαχανικά/όσπρια/παγωτό/φρούτα/χόρτα/ψάρι/ψωμί. ~ μια μπουκιά. ~ βιαστικά/γρήγορα/λαίμαργα/πρόχειρα/σωστά. ~ με το πιρούνι/με τα χέρια. ~ με μέτρο/όρεξη. ~ μέχρι να χορτάσω. ~ για ευχαρίστηση. ~ για δύο (= διπλή μερίδα). ~ σαν βόδι/γουρούνι/ζώο/κτήνος (= πάρα πολύ). Πίνουμε και ~με καλά. Φάε, να έχεις δυνάμεις/να καρδαμώσεις. Βοηθάω κάποιον να φάει (πβ. ταΐζω).|| ~ (για) βραδινό (πβ. δειπνώ)/μεσημεριανό/πρωινό. ~ τρεις φορές την ημέρα. ~ έξω/σε εστιατόριο/(στο) σπίτι. Έλα να φάμε μαζί/παρέα (πβ. συντρώγω). Έχω ήδη φάει.|| ~ γλυκά. Οι χορτοφάγοι δεν ~νε κρεατικά. (σε νηστεία:) ~ με λάδι/θαλασσινά (βλ. αρταίνομαι, νηστεύω).|| (για ζώο) Η γάτα ~ει ποντίκια. Ζώα που ~νε χορτάρι (= βόσκουν). 2. (μτφ.-προφ.) ξοδεύω, δαπανώ, σπαταλώ: Έφαγε την περιουσία των γονιών του. Έφαγαν τα κονδύλια, χωρίς να ολοκληρώσουν τα έργα.|| ~ τον χρόνο μου άσκοπα. Έφαγα τα καλύτερά μου χρόνια/τα νιάτα μου στην ξενιτιά. Έφαγα τη ζωή μου στα χωράφια. Μου έφαγε (= πήρε) είκοσι λεπτά, για να βγάλω άκρη (πβ. απαιτώ).|| Το αυτοκίνητο ~ει πολλή βενζίνη. Βλ. κατα~. 3. (μτφ.-προφ.) κλέβω, οικειοποιούμαι: Του έφαγε τη γυναίκα/τη θέση/την πρωτιά/τη σειρά. Μου (τα) φάγανε τα λεφτά (πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ). Πβ. βουτώ.|| (ειδικότ., για συσκευή με κερματοδέκτη) Μηχάνημα που ~ει τα κέρματα (λόγω ελαττωματικής λειτουργίας). 4. (μτφ.-αργκό) δέχομαι κάτι άκριτα, χωρίς αμφισβήτηση: Δεν τα ~ εγώ αυτά (= δεν τα πιστεύω, δεν ξεγελιέμαι, δεν εξαπατώμαι). ΣΥΝ. μασώ (3), χάφτω (1) 5. (μτφ.-προφ.) ταλαιπωρώ, κουράζω σωματικά ή ψυχικά: Με ~ει το παράπονο/το σαράκι. Με έφαγε με την γκρίνια της. Με έφαγαν οι δουλειές/οι δρόμοι/οι έγνοιες/τα ξενύχτια/οι τύψεις/οι υποχρεώσεις/τα χρέη. Τον έχει φάει ο έρωτας/το ποτό. Πβ. βασανίζω, κατα-βάλλω, -πονώ, τυραννώ. 6. (μτφ.-προφ., ως απολεξικοποιημένο ρ.) υφίσταμαι κάτι: ~ ανάποδη/κλοτσιά/κράξιμο/μούντζα/μπουνιά/χαστούκι. Έφαγα ένα μποτιλιάρισμα/μια τούμπα. Έφαγα όλη τη βροχή (στο κεφάλι). Θα φάει φυλακή (= θα φυλακιστεί). 7. (μτφ.-προφ.) δέχομαι: Τερματοφύλακας που δύσκολα ~ει γκολ. Η ομάδα έφαγε μια τεσσάρα.|| ~ καμπάνα/κλήση (για παράνομη στάθμευση)/ποινή (πβ. τιμωρούμαι). Ο ποδοσφαιριστής έφαγε κόκκινη κάρτα. 8. (μτφ.-προφ.) παραλείπω: ~ γράμματα (: δεν προφέρω καθαρά)/τις λέξεις διαβάζοντας (πβ. πηδώ). 9. (μτφ.-λαϊκό) σκοτώνω· διώχνω· νικώ: Τον έφαγαν τα ναρκωτικά. Πάει, τον φάγανε τον άνθρωπο (πβ. βγάζω από τη μέση, ξεπαστρεύω). (ως απειλή) Αν κουνηθείς, σε έφαγα.|| Τον έφαγαν από γραμματέα.|| Σε έφαγα σε ταχύτητα (πβ. κερδίζω).τρώει 1. (για έντομο) τσιμπά· (για ζώο) δαγκώνει ή κατασπαράζει: Με έφαγαν τα κουνούπια/οι μύγες/οι σκνίπες.|| Ο σκύλος όρμησε να με φάει. Τον έφαγε καρχαρίας. 2. (μτφ.-προφ.) διαβρώνει, φθείρει ή καταστρέφει (ένα υλικό): Η σκουριά ~ το μέταλλο. Τα γρανάζια/τα λάστιχα/οι τροχοί έχουν ~θεί από τη χρήση. ~θηκαν τα παπούτσια. 3. (μτφ.-προφ.) κόβει: Η μηχανή του κιμά τού έφαγε το δάχτυλο. Πβ. συνθλίβω. ● Παθ.: τρώγεται: για κάτι που μπορεί να αποτελέσει τροφή· για τροφή που μπορεί να καταναλωθεί, να φαγωθεί: Ανάλατο/άνοστο/ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν ~. Το ρύζι ήθελε λίγο βράσιμο ακόμη, αλλά ~., τρώγομαι (μτφ.-προφ.) 1. μαλώνω, καβγαδίζω, τσακώνομαι: ~ονται μεταξύ τους για την προεδρία (= ανταγωνίζονται, διεκδικούν). ~ονται σαν τα κοκόρια/σαν τα σκυλιά. Πβ. σκυλο~. 2. δυσανασχετώ, γκρινιάζω: Όλη την ώρα ~εται, δεν τον αντέχω πια. Πβ. κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ. 3. επιθυμώ έντονα ή απαιτώ επίμονα κάτι: ~εται (= ξύνεται) για καβγά. Φαγώθηκε να με συναντήσει. 4. (συνήθ. με άρνηση) είμαι συμπαθής: Δεν ~εται με τίποτα αυτός (: είναι αντιπαθής, ανυπόφορος). ● ΦΡ.: έφαγα τον κόσμο (μτφ.-προφ.): έψαξα παντού, πολύ: ~ ~ να σε βρω. , έφαγε άκυρο (αργκό): απορρίφτηκε, δεν τα κατάφερε. Βλ. χυλόπιτα, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι (μτφ.-προφ.): αν έχεις τα απαιτούμενα μέσα ή την εξουσία, εξασφαλίζεις και τα ανάλογα αγαθά., θα σε φάει (μτφ.-προφ.): (κάτι αρνητικό) θα σου κάνει κακό: Το πείσμα/η περιέργειά σου ~ ~. , θα σε φάω: ως απειλή: Αν με μαρτυρήσεις, ~ ~.|| (χαϊδευτ.) Άτιμο, ~ ~., θα φάμε καλά (προφ.): θα καταναλώσουμε πολύ και καλό φαγητό και κατ' επέκτ. θα καλοπεράσουμε. , θα φας καλά! (ειρων.-χιουμορ.): θα καλοπεράσεις., μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει: ως απειλή: ~ ~, όταν καταλάβουν τι ζημιά έχεις κάνει. Πβ. αλίμονό σου., ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) (προφ.): για την αξία που αποδίδουν μερικοί στις εφήμερες απολαύσεις., τις τρώω (μτφ.-προφ.): με δέρνουν: Τις έφαγα και χωρίς να φταίω. (απειλητ.) Θα τις φας, για να μάθεις (πβ. θα σου τις βρέξω). ΣΥΝ. τις αρπάζω, τρώω ξύλο, το τρώει το φαΐ του/της (προφ.-ειρων.): είναι παχύς/παχιά., τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη (παροιμ.-συνήθ. μτφ.): όσο ικανοποιείται μια επιθυμία, τόσο πιο πολύ αυξάνεται. [< γαλλ. l'appétit vient en mangeant] , τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα (μτφ.-προφ.): κοιτάζω επίμονα, συνήθ. ερωτικά. Πβ. γδύνω με τα μάτια., τρώω τη σκόνη (κάποιου) (αργκό): χάνω σε αναμέτρηση, μένω πίσω: Καλή ομάδα, αλλά τελικά έφαγε ~ του αουτσάιντερ! Νόμιζες ότι θα κέρδιζες, τώρα φάε ~ μου!, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος δεν μπορεί να έχει κάτι που επιθυμεί πολύ και αρκείται μόνο να το βλέπει: Με τις τιμές που πήραν τα λαχανικά στις λαϊκές, ~ ~!, (για) κοίτα/κοιτάξτε έναν ... βλ. κοιτάζω, (το) έφαγε το κεφάλι του βλ. κεφάλι, από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, δεν δαγκώνω/δεν τρώω! βλ. δαγκώνω, δεν έχει ψωμί να φάει βλ. ψωμί, δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο, δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έφαγα ήττα βλ. ήττα, έφαγα πακέτο βλ. πακέτο, έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα, έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του βλ. λυσσακά, έχω φάει/έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι βλ. θάλασσα, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, η φτήνια τρώει τον παρά βλ. φτήνια, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, θα φάμε κόλλυβα βλ. κόλλυβα, θα φάμε κουφέτα βλ. κουφέτο, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, μασάω/τρώω σίδερα βλ. σίδερο, με τρώει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, με τρώει η μύτη μου βλ. μύτη, με τρώει η περιέργεια βλ. περιέργεια, με τρώει το μαράζι βλ. μαράζι, με τρώει το χέρι μου βλ. χέρι, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα, μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά βλ. αυτί, μου καίει/τρώει τα σωθικά βλ. σωθικά, μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι βλ. συκώτι, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, να φαν κι/φάνε και οι κότες βλ. κότα, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο βλ. τράκο, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, πεινώ/τρώω σαν λύκος βλ. λύκος, πέσε πίτα να σε φάω βλ. πίτα, πήγε/έπεσε να με φάει βλ. πηγαίνω & πάω, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια βλ. ζήλια, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, τον/το τρώει η μαρμάγκα βλ. μαρμάγκα, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τρώγεται με τα ρούχα του βλ. ρούχο, τρώει με δέκα/με χρυσές μασέλες βλ. μασέλα, τρώει με χρυσά κουτάλια βλ. χρυσός, τρώει σαν πουλάκι βλ. πουλάκι, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι, τρώνε τα μουστάκια τους βλ. μουστάκι, τρώμε τις σάρκες μας βλ. σάρκα, τρώω (κάποιον) λάχανο βλ. λάχανο, τρώω κάτι με το κουτάλι βλ. κουτάλι, τρώω ξύλο βλ. ξύλο, τρώω πόρτα βλ. πόρτα, τρώω σκατά βλ. σκατό, τρώω σουτ βλ. σουτ1, τρώω στη μάπα/στη μούρη βλ. μάπα, τρώω τα σίδερα βλ. σίδερο, τρώω τάπα/ρίχνω σε κάποιον τάπα βλ. τάπα1, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, τρώω φρίκη βλ. φρίκη, τρώω χώμα βλ. χώμα, τρώω ψωμί (από κάποιον) βλ. ψωμί, τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα βλ. κόλλημα, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο, τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο βλ. περίδρομος, τρώω/μασάω κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο, τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) βλ. παραμύθι, τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα βλ. έτοιμος, τρώω/σπάω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος, φάγαμε ψωμί κι αλάτι βλ. αλάτι, φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου βλ. κρέμα, φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! βλ. γλώσσα [< μτγν. τρώγω, μεσν. τρώω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.