Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βολάν βο-λάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. τιμόνι: άσος του ~ (: πολύ καλός οδηγός, στον μηχανοκίνητο αθλητισμό). 2. υφασμάτινη ή δαντελένια διακοσμητική ταινία που ράβεται συνήθ. στο κάτω μέρος γυναικείων ενδυμάτων, λευκών ειδών, κουρτινών: ποδιά/φόρεμα με ~. Πβ. φραμπαλάς. Βλ. γιρλάντα, ποδόγυρος, φεστόνι. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. τροχός ή δίσκος μεγάλης διαμέτρου που εξασφαλίζει σταθερή ταχύτητα περιστροφής στον κινητήρα ή αποθήκευση κινητικής ενέργειας: μαγνητικό ~. ΣΥΝ. σφόνδυλος (1) [< γαλλ. volant]

γιρλάντα

γιρλάνταγιρ-λά-ντα ουσ. (θηλ.): μακρόστενο πλέγμα, φτιαγμένο είτε από λουλούδια είτε από χρωματιστά χαρτάκια ή/και φωτάκια, που χρησιμοποιείται ως (εορταστικό) στολίδι· κατ' επέκτ. κεντητό ή ζωγραφιστό διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα ταινίας: αποκριάτικες/πολύχρωμες/χάρτινες/χριστουγεννιάτικες ~ες. ~ες και κορδέλες/στεφάνια. Βλ. μπορντούρα, ταινία, φεστόνι. [< μεσν. γιρλάντα < ιταλ. ghirlanda]