βολβός βολ-βός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. υπόγειος βλαστός με προστατευτικό και θρεπτικό ρόλο, που περιβάλλεται από σαρκώδη φύλλα και καταλήγει σε ρίζες· (στον πληθ., ΜΑΓΕΙΡ.) τα αντίστοιχα μέρη ορισμένων φυτών που διατηρούνται σε ξίδι και λάδι και προσφέρονται ως ορεκτικό: ~ κρεμμυδιού/σκόρδου. Ανοιξιάτικοι/φθινοπωρινοί ~οί. ~οί λουλουδιών (π.χ. ντάλιας) ή ανθοφόροι ~οί. Φυτεύω ~ούς. Πβ. κόνδυλος, ρίζωμα. Βλ. γεώφυτα, μονοκοτυλήδονα.2. στρογγυλό, σφαιρικό εξόγκωμα: (ΑΝΑΤ.) οσφρητικός/οφθαλμικός (βλ. κόγχος) ~. ~ δωδεκαδάκτυλου/ουρήθρας. ~ της τρίχας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Θερμόμετρο ξηρού και υγρού ~ού. [< αρχ. βολβός, αγγλ. bulb, γαλλ. bulbe]
γεώφυτα
γεώφυταγε-ώ-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων}: ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που διαθέτουν όργανα (βολβούς, κονδύλους, ριζώματα) κάτω από το έδαφος. Βλ. ασφόδελος, καρότο, κρεμμύδι, κυκλάμινο, πατάτα, τουλίπα. [< γαλλ. géophytes]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.