Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βολταϊκός , ή, ό βολ-τα-ϊ-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. συνήθ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βολταϊκή στήλη & βολταϊκό στοιχείο: συσκευή για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί σαν μπαταρία. Πβ. ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο. [< γαλλ. pile de Volta] , βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο βλ. τόξο [< γαλλ. voltaïque]

δοξαρι

δοξαρι

τό-ξο ουσ. (ουδ.) 1. όπλο από ευλύγιστο στέλεχος, τα άκρα του οποίου συνδέονται με μία χορδή, κατάλληλο για τη ρίψη βέλους: εύκαμπτο/τεντωμένο ~. ~ για κυνήγι. Το βεληνεκές του ~ου. Βλ. φαρέτρα.|| (συνεκδ., το άθλημα της τοξοβολίας) Ολυμπιακό/σύνθετο ~. 2. ΑΡΧΙΤ. θολωτή κατασκευή που γεφυρώνει ένα άνοιγμα, σχηματίζοντας μία ή περισσότερες καμπύλες: ημικυκλικό/τυφλό ~. ~ γέφυρας/οροφής. Γοτθικά/πλαϊνά/πλίνθινα ~α. Τα ~α των λοβών/του τρούλου. Ενίσχυση των μεγάλων ~ων του ναού. Πβ. αψίδα, καμάρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα καμπύλης που ορίζεται από δύο σημεία της: σταθερό ~. ~ έλλειψης/εφαπτομένης/(συν)ημιτόνου/κύκλου (: τμήμα της περιφέρειας κύκλου που ορίζεται από δύο σημεία του). 4. οτιδήποτε έχει το σχήμα τόξου: το ~ των φρυδιών. Η μπάλα διέγραψε ένα ~ στον αέρα.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Βρεγματικό/ινιακό/φατνιακό/φλεβικό ~. Έλασσον/μείζον ~ του στομάχου. 5. ΓΕΩΛ. γεωλογικός τοξοειδής σχηματισμός μεγάλης κλίμακας, ο οποίος οφείλεται στην κίνηση των τεκτονικών πλακών και παρουσιάζει έντονη ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα: αιγαιακό/ελληνικό ~. Ηφαιστειακό ~ (: μακριά αλυσίδα ηφαιστείων στο σημείο σύγκλισης των πλακών). 6. (μτφ.) γεωγραφικά εντοπισμένη κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική κίνηση ή τάση· σύνολο περιοχών σε συγκεκριμένο χώρο με κοινά χαρακτηριστικά, συμφέροντα: Διευρύνεται συνεχώς το ~ του τρόμου. Ορθόδοξο/μουσουλμανικό ~.|| Ατλαντικό (: στη θαλάσσια περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ' αντιδιαστολή προς τον κεντρικό της άξονα)/βορειοελλαδικό/δυτικό ~.|| Κόμματα του δημοκρατικού/συνταγματικού ~ου. 7. ΜΟΥΣ. δοξάρι: έγχορδα με ~. ● Υποκ.: τοξάκι (το): στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο: ΗΛΕΚΤΡ. φωτεινή ηλεκτρική εκκένωση που δημιουργείται μεταξύ δύο ηλεκτροδίων από άνθρακα και χρησιμοποιείται ως πηγή φωτισμού, θερμότητας ή για συγκόλληση μετάλλων. [< γαλλ. arc voltaïque] , νησιωτικό τόξο: ΓΕΩΛ. κυρτή αλυσίδα νησιών που χαρακτηρίζεται ως περιοχή ισχυρής σεισμικής δραστηριότητας. [< αγγλ. island arc, 1906] , ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο βλ. ανακουφιστικός, αορτικό τόξο βλ. αορτικός, δείκτης πορείας βλ. πορεία, ζυγωματικό τόξο βλ. ζυγωματικός, ουράνιο τόξο βλ. ουράνιος [< 1,2: αρχ. τόξον, γαλλ. arc 7: ιταλ. arco, γαλλ. archet]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.