Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βουλητικός , ή, ό βου-λη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη βούληση: ~ός: έλεγχος (των κινήσεων). Νοητικές και ~ές ενέργειες.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: ρήματα (= επιθυμίας). ● Ουσ.: βουλητικό (το): ΨΥΧΟΛ. το τμήμα της ψυχής που αποτελεί το κέντρο της βούλησης: το γνωστικό, το συναισθηματικό και το ~. Βλ. επιθυμητικό, θυμικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλητικές προτάσεις: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, που εισάγονται με το μόριο "να" και συμπληρώνουν συνήθ. την έννοια του ρήματος ή σπανιότ. του ονόματος: π.χ. Θέλω να γυρίσω. [< μτγν. βουλητικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.