Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βουλητικός , ή, ό βου-λη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη βούληση: ~ός: έλεγχος (των κινήσεων). Νοητικές και ~ές ενέργειες.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: ρήματα (= επιθυμίας). ● Ουσ.: βουλητικό (το): ΨΥΧΟΛ. το τμήμα της ψυχής που αποτελεί το κέντρο της βούλησης: το γνωστικό, το συναισθηματικό και το ~. Βλ. επιθυμητικό, θυμικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλητικές προτάσεις: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, που εισάγονται με το μόριο "να" και συμπληρώνουν συνήθ. την έννοια του ρήματος ή σπανιότ. του ονόματος: π.χ. Θέλω να γυρίσω. [< μτγν. βουλητικός]