Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βρίζω βρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έβρι-ζα, -σα, βρί-στηκα, βρίζ-οντας}: εκτοξεύω απρεπείς, υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον κάποιου: ~ει τα θεία/τα ιερά και τα όσια (πβ. βλαστημώ). Τον ~σε χυδαία (πβ. περιλούζω, βλ. τα εξ αμάξης).|| ~ζε ασύστολα. ~ει θεούς και δαίμονες (= τους πάντες). ~οντας και απειλώντας. Πβ. βωμολοχώ, σκυλο~.|| ~στηκε με τον ... Πιάστηκαν στα χέρια και ~στηκαν (= αντάλλαξαν ύβρεις). Πβ. εξ-, καθ-, περι-υβρίζω, υβρίζω. ● ΦΡ.: βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα βλ. πατόκορφα [< μεσν. βρίζω]

πατόκορφα

πατόκορφαπα-τό-κορ-φα επίρρ.: από την κορυφή ως τα νύχια, από πάνω ως κάτω, σε όλο το σώμα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα (αργκό-επιτατ.): βρίζω χυδαία.

ΤΑ

ΤΑ(η) 1. Τοπική Αυτοδιοίκηση. 2. Τουριστική Αστυνομία.