Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βραδύγλωσσος , η, ο βρα-δύ-γλωσ-σος επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. για πρόσωπο που πάσχει από βραδυγλωσσία. Πβ. τραυλός. [< μτγν. βραδύγλωσσος]