Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βραχόκηπος βρα-χό-κη-πος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΠ. κήπος που διακοσμείται με αλπικά συνήθ. φυτά και μικρά βράχια ή πέτρες. Βλ. κηποτεχνία, -κηπος.

κηποτεχνία

κηποτεχνίακη-πο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της γεωπονίας που έχει ως αντικείμενο τη διαμόρφωση κήπων και η σχετική τεχνική: φυτά ~ας (: καλλωπιστικά, εξωτερικού χώρου). Βλ. κηπευτική, κηπουρική, -τεχνία. ΣΥΝ. κηποτεχνική

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.