Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • βραχύς , εία, ύ βρα-χύς επίθ. {βραχ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)· βραχύτ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. σύντομος: ~εία: ανασκόπηση/διάρκεια/θεραπεία/μνήμη. ~ύ: (χρονικό) διάστημα. Μονάδα ~ας νοσηλείας.|| (ως ουσ.) Το ~ύ (= η βραχύτητα) της ζωής. ΑΝΤ. μακρύς (2) 2. μικρός (σε μέγεθος ή έκταση): ~ύ: ανάστημα (= κοντό).|| (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο ~έος εντέρου. ΑΝΤ. επιμήκης, μακρύς (1) 3. ΓΡΑΜΜ. βραχύχρονος: ~εία: συλλαβή. ~ύ: φωνήεν. ΑΝΤ. μακρός (3), μακρόχρονος (2) ● επίρρ.: βραχέως ● ΣΥΜΠΛ.: βραχέα (κύματα) (αγγλ. συντομ. SW ή HF): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 3 έως 30 MHz: πομπός ~έων. Ραδιοφωνικός σταθμός που εκπέμπει στα ~ ~. Διαθερμία ~έων ~άτων. Βλ. μακρά, μεσαία (κύματα), υπερ~. [< αγγλ. short waves] , βραχεία λίστα βλ. λίστα ● ΦΡ.: διά βραχέων (λόγ.): με λίγα λόγια, συνοπτικά: Το Συμβούλιο συζήτησε ~ ~ το θέμα. Ανέπτυξε/παρέθεσε/παρουσίασε ~ ~ τα βασικά σημεία της έκθεσής του. ΣΥΝ. εν ολίγοις/δι' ολίγων, λακωνικά, με λίγα/δυο λόγια, σύντομα (2) ΑΝΤ. διά μακρών, με βραχεία κεφαλή βλ. κεφαλή [< αρχ. βραχύς, γαλλ. bref]
  • βραχύσωμος , η, ο βρα-χύ-σω-μος επίθ. (λόγ.): που έχει μικρό ανάστημα, κοντός: ~ος: παίκτης. ΣΥΝ. κοντόσωμος, μικρόσωμος ΑΝΤ. μεγαλόσωμος, υψηλόσωμος [< μεσν. βραχύσωμος]

κεφαλή

κεφαλήκε-φα-λή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κεφάλι: ακουστικά/κόσμημα/μασάζ/στηρίγματα ~ής. Αερόσακοι ~ής. (ΙΑΤΡ.) Οστά/σκελετός (βλ. κρανίο)/τραυματισμοί της ~ής. Φθειρίαση του τριχωτού της ~ής. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μαρμάρινη ~ (πβ. προτομή).|| (συνεκδ.-ειρων.) Ομιλούσες ~ές (: στα τηλεπαράθυρα). Οι σοφές ~ές (= οι σοφοί). 2. (μτφ.) αρχηγός, επικεφαλής· συνεκδ. ηγετική θέση, αρχηγικό αξίωμα: η ~ της Εκκλησίας (ο Χριστός, ο Πατριάρχης, ο μητροπολίτης ή ο Πάπας)/των Ενόπλων Δυνάμεων/του κράτους/της οικογένειας.|| Αποχώρηση/παραίτηση από την ~ του κόμματος. ΣΥΝ. ηγεσία (1) 3. (μτφ.) αρχή, κορυφή, άκρο, το μπροστινό ή πάνω μέρος: η ~ της παρέλασης/πορείας/φάλαγγας (ΑΝΤ. ουρά). Η ~ του κρεβατιού (βλ. κεφαλάρι). Ο Πρόεδρος κάθισε στην ~ του τραπεζιού.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανταλλακτική/κινούμενη/κοπτική ~. ~ εκτύπωσης/ξυρίσματος. Πύραυλος με συμβατική/χημική ~ (βλ. βλήμα).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) (Αλουμινένια) ~ κινητήρα/κυλίνδρου (= κυλινδρο~).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ της κερκίδας/του μηριαίου οστού. Η ~ του παγκρέατος (: το διογκωμένο τμήμα του).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ του κομήτη.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κιθάρας/μπάσου (: το τμήμα των έγχορδων οργάνων, στο οποίο βρίσκονται τα κλειδιά). 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τμήμα συσκευής για εγγραφή, αναπαραγωγή ή διαγραφή μαγνητικών σημάτων: ~ μαγνητοφώνου/ντιβιντί/πικάπ. ~ ανάγνωσης. Βίντεο έξι ~ών. Κασέτα καθαρισμού ~ών. 5. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. ο βασικός τύπος με τον οποίο λημματογραφείται μια λέξη, συνήθ. με έντονα γράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κάλυμμα (της) κεφαλής & κάλυμμα (του) κεφαλιού: ό,τι προφυλάσσει ή κρύβει το κεφάλι ή/και το πρόσωπο: ισλαμικό ~ ~ (βλ. μπούρκα, νικάμπ, σαρίκι, τσαντόρ, φερετζές). ~ ~ ανδρικής (= φέσι)/γυναικείας (= κεφαλόδεσμος) παραδοσιακής ελληνικής φορεσιάς. Πβ. καλύπτρα. Βλ. καπέλο, κασκέτο, μαντίλα, μπερές, πηλήκιο, σκούφος, τσεμπέρι, φακιόλι.|| (ΑΘΛ.) ~ατα ~ για παίκτες χόκεϊ επί πάγου/μπέιζμπολ., ασώματος κεφαλή βλ. ασώματος, κυνήγι κεφαλών βλ. κυνήγι, κυνηγός κεφαλών βλ. κυνηγός, πυρηνική κεφαλή βλ. πυρηνικός ● ΦΡ.: δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη & δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι (ΚΔ): (μτφ.) δεν έχει/έχω καμία βοήθεια, κανένα στήριγμα., κατά κεφαλή(ν) (επίσ.): που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο ξεχωριστά: ετήσιο ~ ~ εισόδημα. ~ ~ ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. ~ ~ δαπάνες/φόροι., με βραχεία κεφαλή (μτφ.-λόγ.): με ελάχιστη διαφορά: επικράτηση/νίκη/προβάδισμα ~ ~. Προηγούνται ~ ~., ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του βλ. μαλλί [< 1,2,3: μεσν. κεφαλή 3,4: αγγλ. head 5: αγγλ. headword]

λίστα

λίσταλί-στα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο στοιχείων γραμμένων το ένα κάτω από το άλλο· κατάλογος, κατάσταση: αλφαβητική/αναλυτική/ενδεικτική/μακριά/συγκεντρωτική ~. Η ~ των κομμάτων. ~ αγορών/επιλογών/θεμάτων/μελών/ονομάτων (= ονομαστική)/παραγγελιών (βλ. καλάθι αγορών)/προϊόντων/φαρμάκων. ~ για/με ψώνια. Εγγεγραμμένος στη ~ (πελατών). Διαγραφή από τη/καταχώριση στη ~. Κάνω/καταρτίζω/συντάσσω μια ~. Πβ. πίνακας.|| ~ με τα πιο δημοφιλή τραγούδια (= τσαρτ). Πρώτος (και καλύτερος)/ψηλά στη ~ με τους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου (βλ. τοπ-τεν). Μακραίνει/μεγαλώνει η ~ των τραυματιών. Έμεινε εκτός ~ας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. δομή δεδομένων αντίστοιχης μορφής: αναδυόμενη/κυλιόμενη ~. Προβολή ~ας. Ανοίγω τη ~.|| Ταχυδρομική ~/~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (: για ομαδική αποστολή ιμέιλ).|| (στον προγραμματισμό:) Κεφαλή/ουρά ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραχεία λίστα & (σπάν.) βραχύς κατάλογος: σύντομη λίστα με συγγραφείς ή βιβλία υποψήφιους/α για λογοτεχνικό βραβείο: Ανακοινώθηκε η ~ ~ για το Βραβείο Αναγνωστών/Μυθιστορήματος. [< αγγλ. short list, 1927] , κόκκινη λίστα: με όσα ζώα ή φυτά απειλούνται με εξαφάνιση., λευκή λίστα: στην οποία συγκαταλέγεται οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε εγκρίνεται, επιδοκιμάζεται ή επικροτείται: στη ~ ~ η ελληνική ναυτιλία. [< αγγλ. white list] , λίστα γάμου 1. λίστα με δώρα γάμου, την οποία ανοίγουν μελλόνυμφοι σε (πολυ)κατάστημα· οι καλεσμένοι μπορούν να επιλέξουν ως δώρο κάποιο από αυτά που έχει ήδη ορίσει το ζευγάρι ή να διαλέξουν μόνοι τους από το κατάστημα: ανοιχτή ή κλειστή ~ ~ (: τα δώρα επιλέγονται από τους καλεσμένους ή από τους μελλόνυμφους, αντίστοιχα). 2. τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο έχει ανοίξει μελλόνυμφο ζευγάρι, για να καταθέσουν (προαιρετικά) οι καλεσμένοι χρηματικό ποσό ως γαμήλιο δώρο. [< αγγλ. wedding list, 1981] , μαύρη λίστα: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι περιλαμβάνεται μαζί με πρόσωπα ή πράγματα που θεωρούνται ανεπιθύμητα ή επικίνδυνα: Τον έχω βάλει στη ~ ~ (= τον έχω γράψει στα μαύρα κατάστιχα). Με τη συμπεριφορά του, κατάφερε να μπει στη ~ ~. Βρίσκεται/συγκαταλέγεται στη ~ ~ των οφειλετών του Δημοσίου/φοροφυγάδων. Η ~ ~ με τις βλαβερές τροφές. [< αγγλ. black list] , λίστα αναμονής βλ. αναμονή, πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< 1: γαλλ. liste, ιταλ. lista 2: αγγλ. list, 1956]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.