Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βρομώ [βρομῶ] βρο-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βρομάς ... | βρόμ-ησε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.} & βρομάω & βρωμώ: αναδίδω δυσάρεστη οσμή, μυρίζω άσχημα: ~άς ποδαρίλα/τσιγαρίλα/από την κορυφή ως τα νύχια. ~ά η ανάσα/το στόμα του. Τα παπούτσια/ρούχα του ~άνε.|| Ο αέρας ~ά καυσαέριο. ~άει αμμωνία/θειάφι/χλωρίνη. Κάτι ~άει εδώ μέσα! Τα σκουπίδια ~άνε απαίσια. ~ησε το σπίτι καμένο φαγητό/τσίκνα.|| Το κρέας/ψάρι ~ησε. ΣΥΝ. βρομοκοπώ ΑΝΤ. ευωδιάζω, μοσχομυρίζω ● βρομά & βρομάει (μτφ.): υπάρχουν ενδείξεις απάτης, σήψης: Η δουλειά/το θέμα/η υπόθεση ~ (άσχημα). Το πράγμα ~ από μακριά. Κάτι μου ~ σε αυτή την ιστορία. Πβ. ζέχνει, μυρίζει, όζει. ● ΦΡ.: βρόμησε ο τόπος 1. η άσχημη μυρωδιά απλώθηκε παντού: ~ ~ σκορδίλα! ~ ~ από την μπόχα! 2. (μτφ.-ειρων., για να δηλωθεί κορεσμός) γέμισε: ~ ~ (από) αγγελίες/αυτόκλητους σωτήρες., μέχρι/ώσπου να κουνήσει/να σηκώσει το ένα πόδι, βρομάει/έχει βρομήσει το άλλο (προφ.): για κάποιον που κινείται ή ενεργεί με αργούς ρυθμούς, είναι νωθρός., ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει & όλα του βρομάνε (προφ.): για άτομο ιδιότροπο, που δεν ικανοποιείται με τίποτα: Το ένα σου ~, τ' άλλο σου ~! Δεν της αρέσει κανένας· ο ένας της ~, ο άλλος της ~!, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι (παροιμ.): το αίτιο του κακού, η διαφθορά ξεκινάει από τους υψηλά ιστάμενους. [< γαλλ. c' est par la tête que le poisson pourrit] , βρομάει και ζέχνει βλ. ζέχνω, βρομούν τα χνότα του από την πείνα βλ. πείνα, κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι βλ. μπαρούτι, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι [< αρχ. βρομῶ, μτγν. βρωμώ ‘έχω κακοσμία’]

ζέχνω

ζέχνωζέ-χνω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): αναδίδω δυσάρεστη ή αποκρουστική μυρωδιά: ~ει η γειτονιά από τα σκουπίδια/από τη βρόμα. ~ει εδώ μέσα, λίγο αέρα! Πβ. όζει. ΣΥΝ. βρομοκοπώ, βρομώ ΑΝΤ. μοσχοβολώ, μοσχομυρίζω ● ΦΡ.: βρομάει και ζέχνει (επιτατ.): μυρίζει πάρα πολύ άσχημα: ~ ~ από την απλυσιά! [< μεσν. ζένω]

μπαρούτι

μπαρούτιμπα-ρού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) & μπαρούτη (η) (λόγ.) 1. εκρηκτική ύλη, πυρίτιδα. 2. (μτφ.) για καυτερό φαγητό ή για πολύ δυνατό ποτό. ● ΦΡ.: κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι (μτφ.): προμηνύει δυσάρεστες εξελίξεις: Η υπόθεση ~ ~., κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι [< πβ. μεσν. παρούτιν ‘ζάχαρη σε σκόνη’, *μπαρούτιν < τουρκ. barut < μτγν. πυρῖτις ‘πυριτόλιθος’]

πείνα

πείνα[πεῖνα] πεί-να ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα έντονης ανάγκης για κατανάλωση τροφής: ακόρεστη ~. Κορεσμός ~ας. Το αίσθημα της ~ας. Ικανοποιώ/χορταίνω την ~ μου. Γουργουρίζει η κοιλιά μου από την ~. Βλ. αφαγία, όρεξη.|| (προφ.-επιτατ.) Έχω μία ~/κάτι ~ες (= πεινώ πάρα πολύ). 2. χρόνιος υποσιτισμός του πληθυσμού μιας περιοχής: το ζήτημα/το πρόβλημα της ~ας (στον Τρίτο Κόσμο). Αντιμετώπιση/εξάλειψη/καταπολέμηση της ~ας. Μάχη ενάντια στην παγκόσμια ~. Θερίζει η ~. Χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν από την ~ (= λιμοκτονούν). Πβ. ασιτία, λιμός, σιτοδεία. 3. (μτφ.) έλλειψη, στέρηση ή/και ακατανίκητη επιθυμία: πνευματική/σεξουαλική/συναισθηματική ~.|| ~ για δόξα/εξουσία/έρωτα/ζωή/μάθηση (πβ. λαχτάρα, πόθος). ΣΥΝ. δίψα (2) ● πείνας (μτφ.): για πολύ χαμηλές αποδοχές: μισθοί/συντάξεις (της) ~ (= φτώχειας). ● ΣΥΜΠΛ.: απεργία πείνας/δίψας βλ. απεργία ● ΦΡ.: βρομούν τα χνότα του από την πείνα (μτφ.-προφ.) 1. πεινά πάρα πολύ. 2. είναι πολύ φτωχός., δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα (προφ.): πεινώ υπερβολικά., πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα (προφ.): ψωμολυσσάω., πείνα και των γονέων (προφ.): έντονος υποσιτισμός, λιμοκτονία., με κόβει (η) λόρδα/πείνα βλ. λόρδα, ξεγελώ την πείνα μου βλ. ξεγελώ [< αρχ. πεῖνα]

πέρυσι

πέρυσιπέ-ρυ-σι επίρρ. & πέρσι: την προηγούμενη χρονιά: Οι βροχές ~ ήταν πολύ λιγότερες. Η αγορά κινείται στα ίδια επίπεδα με ~. Βλ. πρόπερσι, φέτος, του χρόνου. ● ΦΡ.: κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα): για κατάσταση που χειροτερεύει από χρονιά σε χρονιά., πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε (παροιμ.): για καθυστερημένη αντίδραση σε κάτι που συνέβη πριν από πολύ καιρό. [< αρχ. πέρυσι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.