βρόχος βρό-χος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λόγ.) θηλιά, καθετί που λειτουργεί δεσμευτικά, πιεστικά: οικονομικός ~. ~ το χρέος των δισεκατομμυρίων ευρώ. Έλλειμμα-~.2. ΠΛΗΡΟΦ. (στον προγραμματισμό) σειρά από εντολές τις οποίες επαναλαμβάνει ο επεξεργαστής είτε για προκαθορισμένες φορές είτε μέχρι να ικανοποιηθεί μία συγκεκριμένη συνθήκη: ~ ανάδρασης/επανάληψης.3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε ηλεκτρικό κύκλωμα) διαδρομή στην οποία ο αρχικός κόμβος ταυτίζεται με τον τελικό: ανοιχτός/κλειστός ~. ~ γείωσης (: όταν δύο ή περισσότερα ηλεκτρόδια συνδέονται με το έδαφος σε διαφορετικά σημεία).4. ΤΗΛΕΠ. ζεύξη ανάμεσα στην τερματική συνδρομητική συσκευή και στο τοπικό τηλεφωνικό κέντρο μεταγωγής: τοπικός ~.5. ΙΑΤΡ. χειρουργικό εργαλείο με τη μορφή συρμάτινης αγκύλης που χρησιμοποιείται για αφαίρεση μικρών όγκων (κυρ. για πολύποδες). 6. κάθε κενό στο πλέγμα διχτυού. 7. (παρωχ.) θηλιά, είτε σε κρεμάλα είτε για παγίδευση μικρών ζώων. Πβ. αγχόνη, βρόχι. ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονος βρόχος βλ. ατέρμονος [< αρχ. βρόχος 2,3,4: αγγλ. loop 5: αγγλ. snare]
ατέρμονος
ατέρμονος, η, ο [ἀτέρμονος] α-τέρ-μο-νος επίθ. & (λόγ.) ατέρμων & ατέρμονας 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) ατέλειωτος, που δεν γνωρίζει τέλος: ~ος: αγώνας/διάλογος. ~η: διαμάχη/συζήτηση. ~ες: διαπραγματεύσεις/συζητήσεις.2. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει κυκλικό σχήμα και εκτελεί συνεχή περιστροφική κίνηση, κατά την ίδια πάντα φορά: ~ων/~ος: ιμάντας. ~ο: πριόνι (= πριονοκορδέλα). ● επίρρ.: ατέρμονα ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονας (κοχλίας): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που αποτελείται από κοχλία ο οποίος εμπλέκεται με οδοντωτό τροχό (κορόνα), ώστε να μεταδίδεται η κίνηση. [< γαλλ. vis sans fin] , ατέρμων/ατέρμονος βρόχος: ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εντολών σε πρόγραμμα υπολογιστή που επαναλαμβάνεται ατελείωτα. [< αγγλ. infinite/endless loop] [< αρχ. ἀτέρμων]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.