Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • βωμολόχος , ος βω-μο-λό-χος επίθ./ουσ. (λόγ.): άτομο που εκφράζεται με βωμολοχίες. Πβ. αθυρό-, βρομό-, ελευθερό-στομος. ΣΥΝ. χυδαιολόγος [< αρχ. βωμολόχος ‘επαίτης κοντά σε βωμούς, χυδαίος’]