Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βόσκω βό-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βόσκ-ησε, -ήθηκε} & βοσκώ κ. -άω 1. οδηγώ οικόσιτα ζώα σε μέρος όπου θα βρουν τροφή και τα επιβλέπω: ~ει τα γίδια/κοπάδια/πρόβατα. Πβ. ποιμαίνω. 2. (μτφ.-προφ.) περιφέρομαι, γυρίζω εδώ κι εκεί: Ήθελα να 'ξερα πού ~ει! Πβ. τριγυρίζω.|| Ξύπνα, πού ~εις; (: είσαι αφηρημένος).βόσκει: (για φυτοφάγο ζώο) τρώει χορτάρι σε βοσκότοπο: Αμνοερίφια που ~ουν ελεύθερα/παράνομα. [< 1: αρχ. βόσκω]