Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • βόστρυχος βό-στρυ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. {συνήθ. στον πληθ.} μπούκλα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι (κυματοειδείς) ~οι του κούρου. 2. ΒΟΤ. κοτσάνι σταφυλιού. Πβ. τσάμπουρο. [< αρχ. βόστρυχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.