Αλτσχάιμερ[Ἀλτσχάιμερ] Ἀλτσ-χά-ι-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: (νόσος του) Αλτσχάιμερ: ΙΑΤΡ. προοδευτική εκφυλιστική πάθηση του εγκεφάλου, συνήθ. της προγεροντικής ηλικίας, που χαρακτηρίζεται από διάχυτη ατροφία του εγκεφαλικού φλοιού και καταλήγει σε άνοια. Βλ. αμυλοειδές, γεροντική άνοια, μαλάκυνση (του) εγκεφάλου. [< γερμ. Alzheimer(krankheit), αγγλ. Alzheimer's disease, 1911, γαλλ. alzheimer, 1988, γερμ. ανθρ. Α. Alzheimer]
ου
ου[οὐ] μόρ. (αρν.) (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον: για να δηλωθούν τα αρνητικά συνεπακόλουθα των γηρατειών: Αν ξεχνάω και κανέναν, συγγνώμη· ~ ~., ναι ή ου;: ναι ή όχι: Συμφωνείς, ~ ~;|| Τελικά θα έρθεις, ~ ~;, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, ου μπλέξεις! βλ. μπλέκω [< αρχ. οὐ]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.