Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γαλαζοαίματος , η, ο γα-λα-ζο-αί-μα-τος επίθ.: που ανήκει σε βασιλική ή αριστοκρατική οικογένεια ή κατάγεται από αυτή. Πβ. αριστοκράτης, ευγενής, ευπατρίδης. Βλ. γόνος, καθαρόαιμος, λαϊκός. [< γαλλ. sang-bleu]

γόνος

γόνοςγό-νος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) τέκνο, απόγονος: ~ αριστοκρατικής/εφοπλιστικής/καλής/πλούσιας οικογένειας. Πβ. παιδί. Βλ. πρόγονος. 2. ΙΧΘΥΟΛ. -ΖΩΟΛ. νεογέννητα ψάρια, προνύμφες ή αβγά ψαριών ή εντόμων: Παραγωγή ~ου τσιπούρας. Αλίευση/εκτροφή ~ων. Εμπλουτισμός υγρότοπων με ~ους. Πβ. ιχθύδιο.|| ~ στρειδιών.|| Ο ~ των μελισσών. [< αρχ. γόνος]