Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • γαλλικός , ή, ό γαλ-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Γαλλία ή/και τους Γάλλους: ~ό: ψωμί (πβ. μπαγκέτα).|| (ΙΣΤ.) ~ός: Διαφωτισμός/Μάης (του 1968: εξέγερση των φοιτητών). ● Ουσ.: Γαλλικά (τα) 1. & (επίσ.) Γαλλική (η): η γαλλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. 2. (με μικρό γ) βρισιές: Αντάλλαξαν ~ και παραλίγο να έρθουν στα χέρια.|| (σπανιότ. στον εν., προφ.) Θα σου πω κανένα γαλλικό (= θα σε βρίσω)! ΣΥΝ. μπινελίκι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: Γαλλική Επανάσταση: ΙΣΤ. κοινωνική εξέγερση στη Γαλλία (1789) που έβαλε τέλος στην απόλυτη μοναρχία και ανακήρυξε τη δημοκρατία., γαλλικό κλειδί βλ. κλειδί, γαλλικό παράδοξο βλ. παράδοξο, γαλλικό φιλί βλ. φιλί, καφές φίλτρου/γαλλικός καφές βλ. καφές ● ΦΡ.: φεύγω/το σκάω/το στρίβω/την κάνω αλά γαλλικά (προφ.): φεύγω, χωρίς να γίνω αντιληπτός. [< μτγν. γαλλικός]

καφές

καφέςκα-φές ουσ. (αρσ.) {καφ-έδες} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ρόφημα από καβουρδισμένους και αλεσμένους σπόρους καφεόδεντρου: αρωματικός/αχνιστός/δυνατός/ελαφρύς/ζεστός/κρύος (βλ. φραπέ)/μυρωδάτος/παγωμένος ~. Ιρλανδικός/ιταλικός (βλ. εσπρέσο, καπουτσίνο, μοκατσίνο, φρέντο, φρεντοτσίνο) ~. ~ με γάλα/χωρίς ζάχαρη. Μια κούπα ~έ. Μηχανή (για) ~έ (= καφετιέρα). Αυτόματο μηχάνημα ~έ. Σερβίτσιο (του) ~έ. Μια γουλιά/ρουφηξιά ~έ. Ο ~ είναι σκέτο δηλητήριο/φαρμάκι (: πολύ πικρός). Πιες έναν ~έ, να ξενυστάξεις (βλ. καφεΐνη). Έχω κόψει τους ~έδες. Κάνει ωραίους ~έδες. Βλ. ντεκαφεϊνέ.|| (ειδικότ., για ελληνικό ~έ:) ~ στο γκαζάκι/στο καμινέτο/στη χόβολη. Το κατακάθι του ~έ. Μου χύθηκε ο ~. -Πώς πίνεις τον ~έ σου; -Βαρύ/γλυκό/γλυκύ βραστό/μέτριο/σκέτο. Λέει τον ~έ (βλ. καφετζού).|| (σε συνταγές:) Ένα φλιτζάνι (του) ~έ ζάχαρη. 2. ΒΟΤ. (συνεκδ.) το καφεόδεντρο ή κυρ. οι σπόροι του: φυτείες ~έ.|| Αραβικός (βλ. μόκα)/βραζιλιάνικος/κολομβιανός ~ (: ποικιλίες ~έ). Αλεσμένος/φρεσκοκομμένος ~. Βλ. χαρμάνι, -ές. ● Υποκ.: καφεδάκι (το) & (σπάν.) καφεδάκος (ο): στη σημ. 1: Να σου φτιάξω ένα ~; ● ΣΥΜΠΛ.: ελληνικός καφές & (προφ.) ελληνικός: που βράζεται σε μπρίκι με νερό και συνήθ. ζάχαρη. Βλ. καϊμάκι., καφές φίλτρου/γαλλικός καφές: που παράγεται κατά τη διέλευση ζεστού νερού από χάρτινο, πλαστικό ή μεταλλικό φίλτρο (καφετιέρας), στο οποίο έχουν τοποθετηθεί αλεσμένοι κόκκοι καφέ. [< γαλλ. café filtre] , πρωινός καφές 1. (μτφ.) πρωινή σύσκεψη: ~ ~ μεταξύ του πρωθυπουργού και των στενών του συνεργατών. Τι συζητήθηκε στον ~ό ~έ; Βλ. μπρίφινγκ. 2. που πίνεται το πρωί. [< αγγλ. morning coffee] , στιγμιαίος καφές: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καφές σε κόκκους, ο οποίος διαλύεται αμέσως με λίγο ζεστό ή κρύο νερό. Πβ. νες καφέ, φραπέ. [< αγγλ. instant coffee, 1901] , τούρκικος καφές: ο ελληνικός., καραβίσιος καφές βλ. καραβίσιος ● ΦΡ.: διάλειμμα για καφέ (κυρ. σε συνέδρια ή σεμινάρια): σύντομη διακοπή για καφέ, αναψυκτικά και ελαφρά εδέσματα. [< αγγλ. coffee break, 1951] , πάμε για (έναν) καφέ; (προφ.): τρόπος για να ζητήσει, να προτείνει κάποιος συνάντηση ή ραντεβού συνήθ. σε καφετέρια: ~ ~ ή ποτό; Τι λέτε, ~ ~ (= είστε για έναν ~έ); Πήγαμε ~ και τα είπαμε λιγάκι., ο καφές της παρηγοριάς βλ. παρηγοριά [< μεσν. καφές, ιταλ. caffé, γαλλ. café < τουρκ. kahve]

κλειδί

κλειδίκλει-δί ουσ. (ουδ.) {κλειδ-ιού | -ιών} 1. μεταλλικό όργανο, συνήθ. μικρών διαστάσεων, το άκρο του οποίου έχει εσοχές και προεξοχές, έτσι ώστε, όταν εισάγεται στην (προορισμένη γι΄αυτό) κλειδαριά, να περιστρέφεται, θέτοντας σε λειτουργία τον μηχανισμό της: σιδερένιο ~. Εφεδρικά/παντός τύπου ~ιά. Το ~ του γραφείου/του διαμερίσματος/της εισόδου/της εξώπορτας/της θυρίδας/του σπιτιού/του χρηματοκιβωτίου. ~ιά ασφαλείας. Το μπρελόκ με τα ~ιά. Δερμάτινη θήκη για ~ιά (βλ. κλειδοθήκη). Ένα μάτσο/μια αρμαθιά ~ιά. Αντίγραφα (= αντικλείδια)/κρίκος ~ιών. Γύρισε/έβαλε το ~ στη μίζα/στον διακόπτη (: για αυτοκίνητο). Χρησιμοποιώ μαγνητική κάρτα αντί ~ιού. Δεν βρίσκω/έχασα τα ~ιά μου! Μήπως είδες/ξέρεις πού είναι/πού έχω (αφήσει) τα ~ιά μου;|| Ηλεκτρονικό ~ (αυτοκινήτου). Βλ. (ξε)κλειδώνω. 2. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που είναι αποφασιστικής, καταλυτικής, κρίσιμης σημασίας, που αποτελεί το μέσο για την πραγματοποίηση ενός σκοπού: (ως παραθετικό σύνθ.) γεγονός/ερώτηση/ζήτημα/κίνηση/λύση-~. Μάρτυρας/πρόσωπο-~ για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Άνθρωπος-~ (: που παίζει σημαντικό, καθοριστικό, ρυθμιστικό ρόλο σε κάτι). Περιοχή/σημείο-~ (: στρατηγικής, ζωτικής σημασίας). Χρονιά-~ (πβ. σταθμός) για την οικονομία. Λέξη/φράση-~ (: για την κατανόηση του κειμένου). Ματς/ντέρμπι-~ (: για την περαιτέρω πορεία των ομάδων). Γονίδιο-~ για τη μακροζωία. Έργο-~ στην ιστορία της μουσικής. Παίκτης-~. Βαθμοί/μαθήματα-~ιά (: για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο). Μέτρα-~ιά άμεσης εφαρμογής. Προτάσεις-~ιά. Κατέχει θέση-~ στο Υπουργείο.|| Το ~ (= εξήγηση, λύση) του προβλήματος. Το (βασικό/μαγικό) ~ της επιτυχίας/ευτυχίας. Τα προσόντα (είναι το) ~ για την επαγγελματική αποκατάσταση. Κρατά τα ~ιά των εξελίξεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τα ~ιά της Βασιλείας των Ουρανών. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό εργαλείο με εσοχή, ώστε να προσαρμόζεται σε προεξοχή, επιτρέποντας το βίδωμα ή ξεβίδωμα, τη σύνδεση ή αποσύνδεση μηχανισμού: γερμανικό/μηχανικό/πολυγωνικό ~. ~ γενικής χρήσης/σύσφιξης. Κατσαβίδια και ~ιά. ~ιά με καστάνια. Έσφιξε τη βίδα/το παξιμάδι με το ~. Βλ. αερό-, μπουζό-κλειδο.|| ~ιά αλλαγής ελαστικών.|| ~ του καλοριφέρ (: για εξαέρωση του σώματος)/κονσέρβας (: για το άνοιγμά της). 4. ΠΛΗΡΟΦ. τιμή που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό εγγραφής, την ταξινόμηση λίστας στοιχείων ή την αποκωδικοποίηση (και κωδικοποίηση) δεδομένων: ~ αναζήτησης/κατακερματισμού. Πεδίο ~ιού. Επιλέγει/ορίζει/χρησιμοποιεί μια συμβολοσειρά ως κύριο/μερικό/ξένο/πρωτεύον/σύνθετο/υποψήφιο ~.|| Δημόσιο/ιδιωτικό/κρυπτογραφικό ~. Κωδικός-~. ~ ενεργοποίησης (προγράμματος)/(άδειας χρήσης) λογισμικού/προστασίας. Το ~ του συνδρομητή. Προσπέλαση (αρχείου) με ~. Διακομιστής ~ιών. Αλλάζω/εισάγω/πληκτρολογώ/σπάω το ~ (: τον κωδικό πρόσβασης). 5. ΜΟΥΣ. σύμβολο στην αρχή μουσικής γραμμής, το οποίο καθορίζει την ονομασία (ύψος) των φθόγγων που βρίσκονται σε αυτή και κατ' επέκτ. των υπολοίπων πάνω στο πεντάγραμμο: το ~ του ντο/σολ/φα. Σε ποιο ~ είναι γραμμένο/παίζεται το κομμάτι/τραγούδι; ΣΥΝ. γνώμονας (4) 6. σφηνοειδής πέτρα ή εξάρτημα με τα οποία φράσσεται οπή: (ΑΡΧΙΤ., με σκοπό τη σύνδεση και στήριξη τμημάτων) το ~ του θόλου/τόξου (βλ. ακρογωνιαίος λίθος).|| (ΜΟΥΣ., για το κούρδισμα των οργάνων) Τα ~ιά των πνευστών. Το ~ της κιθάρας/του μπουζουκιού (: που επιτρέπει το τύλιγμα των χορδών γύρω του). ● Υποκ.: κλειδάκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: γαλλικό κλειδί: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο, για βίδωμα ή ξεβίδωμα αντικειμένων, με λαβίδα που προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Βλ. κάβουρας, παπαγαλάκι., κάρτα-κλειδί βλ. κάρτα, ναυτικό κλειδί βλ. ναυτικός, στοιχείο-κλειδί βλ. στοιχείο, το κλειδί του μυστηρίου βλ. μυστήριο, υποδομή δημόσιου κλειδιού βλ. υποδομή ● ΦΡ.: με το κλειδί στο χέρι: ετοιμοπαράδοτο: αυτοκίνητο/διαμέρισμα/σπίτι ~ ~. [< γαλλ. clés en main ] , το κλειδί του Παραδείσου (μτφ.): το μέσο για να γίνει κάποιος ευτυχισμένος, να πραγματοποιήσει τα όνειρά του: Ψάχνει ~ ~. Έχει/κρατάει (στα χέρια του) τα ~ιά ~., το χρυσό κλειδί της πόλης: ανώτατη διάκριση (σε συμβολική μορφή κλειδιού), η οποία απονέμεται σε διακεκριμένο πρόσωπο από τον δήμαρχο μιας πόλης, ως ένδειξη αναγνώρισης, ευγνωμοσύνης: επίδοση του ~ού ~ιού ~ (στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας). Του παρέδωσε ~ ~, ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο δημότη., φηλί-κλειδί (σπάν.-λαϊκό): για πρόσωπα που αλληλοσυμπληρώνονται, έχουν πολύ στενή σχέση. [< μεσν. κλειδί(ν), γαλλ. clé, αγγλ. key]

παράδοξο

παράδοξοπα-ρά-δο-ξο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όξου} 1. καθετί λογικά ανεξήγητο: ιατρικά/ιστορικά/πολιτικά ~α. Τα ~α της εποχής/των ημερών. Το ~ της ιστορίας/υπόθεσης είναι ... 2. πρόταση η οποία φαίνεται λανθασμένη ή αντιφατική, ενώ μπορεί να μην είναι: λογικό/μαθηματικό ~. Πβ. αντινομία, σόφισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γαλλικό παράδοξο: το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο οι Γάλλοι παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της Δυτικής Ευρώπης, αν και η διατροφή τους είναι πλούσια σε κορεσμένα λίπη, γεγονός που αποδίδεται στην κατανάλωση κόκκινου κρασιού. [< μτγν. παράδοξον, γαλλ. paradoxe, αγγλ. paradox]

δινω

δινω

φι-λί ουσ. (ουδ.) {φιλ-ιού}: επαφή των χειλιών κυρ. με σημείο του προσώπου κάποιου ως ένδειξη αγάπης, έρωτα, συμπάθειας ή φιλικότητας: αθώο/απαλό/βιαστικό/γλυκό/ερωτικό/ζεστό/ηχηρό/πεταχτό/ρουφηχτό/τρυφερό ~. Καυτά ~ιά. ~ στο μάγουλο/μέτωπο/στόμα/χέρι (= χειροφίλημα). Της έδωσε ένα παθιασμένο ~. Δέχομαι/παίρνω ένα ~. Κλέβω ένα ~ (: κλεφτό). Να του δώσετε πολλά ~ιά και από μένα. Ανταλλάσσω/μοιράζω/στέλνω ~ιά. (σε αποφώνηση:) Με πολλά ~ιά. Πβ. ασπασμός, μάκια, ματς μουτς, φίλημα.|| (μτφ.-λογοτ.) Πικρό ~. Το στερνό ~ (: σε περίπτωση οριστικού αποχωρισμού ή θανάτου).|| (επιτατ.) Την/τον έπνιξε στα ~ιά. Με γέμισε ~ιά/με τρέλανε στα ~ιά. || Διαδικτυακά ~ιά. ● Υποκ.: φιλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια του φιλιού & νόσος του φιλιού: ΙΑΤΡ. λοιμώδης μονοπυρήνωση., γαλλικό φιλί: ερωτικό φιλί με επαφή των γλωσσών. ΣΥΝ. γλωσσόφιλο ● ΦΡ.: το φιλί του Ιούδα (μτφ.): για πράξη εξαπάτησης και προδοσίας., φιλιά/φιλάκια (οικ.): ως χαιρετισμός, τρυφερή αποφώνηση συνήθ. σε τηλεφωνική συνομιλία: Τα λέμε, φιλάκια! Πολλά φιλιά σε όλους! ΣΥΝ. φιλούρες, (είναι) όλο αγκαλιές και φιλιά βλ. αγκαλιά, ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα βλ. ανάριος, σκάω (ένα) φιλί/χαστούκι (σε κάποιον) βλ. σκάω, το φιλί της αγάπης βλ. αγάπη, φιλί (της) ζωής βλ. ζωή [< μεσν. το φιλείν, αρχ. απαρέμφατο φιλεῖν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.